Μικρό μνημόσυνο για έναν μεγάλο δημιουργό

Στην περίπτωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου το σήμημα απώλεια διατηρεί ολόκληρο το σημασιολογικό περιεχόμενό της ατόφιο αποβάλλοντας κάθε μεταφορική έννοια (κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον Δημήτρη Μητροπάνο που χάσαμε πιο πρόσφατα). Σε όσους δε διατείνονται ότι: «Ουδείς αναντικατάστατος», θα’ λέγαμε πως ο Αγγελόπουλος αποτελεί πραγματικά τη μεγάλη εξαίρεση που δυστυχώς έφυγε όταν τον χρειαζόμασταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού διανύουμε περίοδο αδήριτης ανάγκης για έκφραση αφυπνιστικού, αντι – αποχαυνωτικού λόγου

Μικρό μνημόσυνο για έναν μεγάλο δημιουργό | tovima.gr

Στην περίπτωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου το σήμημα απώλεια διατηρεί ολόκληρο το σημασιολογικό περιεχόμενό της ατόφιο αποβάλλοντας κάθε μεταφορική έννοια (κάτι ανάλογο συμβαίνει με τον Δημήτρη Μητροπάνο που χάσαμε πιο πρόσφατα). Σε όσους δε διατείνονται ότι: «Ουδείς αναντικατάστατος», θα’ λέγαμε πως ο Αγγελόπουλος αποτελεί πραγματικά τη μεγάλη εξαίρεση που δυστυχώς έφυγε όταν τον χρειαζόμασταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, αφού διανύουμε περίοδο αδήριτης ανάγκης για έκφραση αφυπνιστικού, αντι – αποχαυνωτικού λόγου, θέμα που μπορεί να χειριστεί ουσιαστικά ο καλός κινηματογράφος σαν αυτόν του εκλιπόντα αλλά και άλλων λίγων – ατυχώς – σκηνοθετών σε μια χώρα που βουλιάζει γιατί δεν αλλάζει και ούτε βέβαια πρόκειται να συντελεσθεί το μέγα θαύμα της αλλαγής, ούτε στον αιώνα τον άπαντα, όπως μας διδάσκει σε πολύ απλά μαθήματα η Ιστορία μας. Τώρα που η Ελλάδα, βρίσκεται περισσότερο από ποτέ άλλοτε σε κατάσταση αποσύνθεσης τη βοήθεια των μεγάλων συμμάχων της Γαλλίας και προπάντων Γερμανίας, και αποδεικνύεται ανήμπορη να γεννήσει, για να αναγεννηθεί, να δημιουργήσει, να παραγάγει, «να κάνει πράγματα με λέξεις» γιατί πάσχει από μία καθολική δυστοκία δημιουργικών νοημάτων και το χειρότερο δεν έχει καταλάβει ακόμα πόσο ακριβά θα κοστίσει αυτή η χωρίς προηγούμενο οικονομική, πολιτική, πνευματική, και πολιτιστική άπνοια.

«Αναπαράσταση»

Το καλύτερο μνημόσυνο που μπορώ να κάνω για αυτόν τον άνθρωπο είναι να πιστέψω –όσο ανόητα αισιόδοξο κι αν ακούγεται αυτό – πως θα γεννηθεί κάποτε κι άλλος Αγγελόπουλος (βλέπε όμως και απαισιόδοξες προβλέψεις, του ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη Αλεξάντερ Πέιν), ένας άλλος δημιουργός – και γιατί κατ’ ανάγκη μόνον ένας;; – που θα είναι καμωμένος από τη στόφα που είναι τα όνειρα όπως ήταν ακριβώς εκείνος, ο δικός μας Θόδωρος που τώρα δα χάσαμε μαζί με πολλά όνειρα. Υστερα από κάποιο χρονικό διάστημα που πέρασε από τον χαμό του, φοβάμαι μην ξεχαστεί γι’ αυτό θα γράψω κάτι «εις μνήμην» περιοριζόμενος κυρίως στο πλέον υποτιμημένο και άδικα ξεχασμένο έργο του, τους «Κυνηγούς». Χαρήκαμε ωστόσο από το απλό και όμορφο σκίτσο του Google που αποδεικνύει πόσο σεβόντουσαν οι ξένοι τον μεγάλο έλληνα δημιουργό

Αρχίζοντας ωστόσο από την αρχή, θεωρώ χρέος να αναφερθώ και σε εκείνο το υποβλητικού μεγαλείου ασπρόμαυρό του που υπενθυμίζει τη βαθιά του επιρροή από το ντοκυμαντέρ (ειδικότερα του Jean Rouch) την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, «Αναπαράσταση», σεβόμενος τον εκλιπόντα που τη θεωρεί δικαιολογημένα τη «μήτρα» από την οποία έγιναν όλες οι άλλες του ταινίες του, όπως δεν κουραζόταν να υπενθυμίζει ο ίδιος. Το ντοκυμαντέρ είναι η αλήθεια, το ντοκουμέντο, το πάντα αδιάψευστο και αναμφίλεκτο, που δεν ξεχνιέται ποτέ. Αλλωστε πάντα την αλήθεια δεν μας λέγαν οι ταινίες του, ακόμα και στην πιο μυθοπλαστική εκδοχή τους,ακόμα και στην σουρεαλιστική τους εκδοχή, όπως «στους Κυνηγούς» που ένας προ τριακονταετίας σκοτωμένος αντάρτης διατηρεί το αίμα του νωπό στο τέλος του έτους 1976;

Είδα την «Αναπαράσταση, αυτό το υπόδειγμα λιτότητας και δωρικής ομορφιάς, στο κατάμεστο κινηματοθέατρο «Αλκυονίς» του Οδού Ιουλιανού με κοινό που ελάχιστοι πέρναγαν τα σαράντα και που παρακολουθούσαν με κατάνυξη και θρησκευτική ευλάβεια αυτήν την ταινία του 1970, βασισμένη σε μία αληθινή ιστορία που ήδη είχαμε διαβάσει στις εφημερίδες της εποχής. Εκείνο που μου προκάλεσε μεγάλη εντύπωση αλλά και υπέρτατη ψυχική ανάταση στην περίοδο του «Αγνώστου Πολέμου», ήταν τα φωτεινά πρόσωπα των παιδιών που μόλις είχαν παρακολουθήσει την ταινία του Αγγελόπουλου και έβγαιναν από το σινεμά σκορπίζοντας στο δρόμους: Ιουλιανού, Φυλής, Αχαρνών, Γ΄ Σεπτεμβρίου κλπ. «Νιώθω τουλάχιστον δέκα πόντους ψηλότερη» μου είπε μια φοιτήτρια που συνάντησα τυχαία. Τα πρόσωπα των νεαρών θεατών έλαμπαν σαν να περίμεναν μια από πολλού αναμενόμενη χαρμόσυνη πνευματική ανάσταση…

«Ο Θίασος» και «οι Κυνηγοί», δύο από τα έργα «της ιστορικής τριλογίας»

Το δεύτερο «αντάμωμα» με τον Αγγελόπουλο έγινε στο επικό αριστούργημά του, το πιο λαμπρό μάθημα νεοελληνικής ιστορίας, τον «Θίασο» (ή «The Traveling players» στα αγγλικά) που είδα αρχές 1975 στο Λονδίνο σε ένα από τα τα δύο πρόχειρα υπόγεια σινεμαδάκια (δεν υπάρχουν πλέον) τα «Στούντιο» Ι και ΙΙ στην Oxford Street με άγγλους και όχι μόνο θεατές να παρακολουθούν μαγεμένοι, καθιστοί οκλαδόν μόλις τρία μέτρα μακριά από την οθόνη.

Γενικά το έργο του Αγγελόπουλου είναι μέγα, πολύπλοκο και ο ίδιος το διαχωρίζει σε «ζεστό» και «κρύο». Στη δεύτερη κατηγορία κατατάσσει το τελευταίο από το τρίπτυχο, της «ιστορικής τριλογίας»: «Μέρες του 36», «Θίασος» (αναμφισβήτητα το magnus opus) που θεωρήθηκε ένα από τα 10 καλύτερα έργα του 1974) και «οι Κυνηγοί», που αρχίζει την παραμονή του «Ευτυχισμένου 1977», με τη δημοκρατία αποκαταστημένη και το σοσιαλισμό να «θεριεύει» – τρόπος του λέγειν – από μέρα σε μέρα, ευαγγελιζόμενος την πολυπόθητη «Αλλαγή». Στους «Κυνηγούς» γίνεται αναφορά με flashbacks που περιέχουν γεγονότα και ονειροφαντασιώσεις από το τέλος του Εμφύλιου (1949), τις εκλογές του 1958 (όταν η ΕΔΑ έγινε Αξιωματική Αντιπολίτευση), τον Μάη του 1963 (δολοφονία Λαμπράκη) τις εκλογές του 1964 (θρίαμβος Ενωσης Κέντρου), την υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, την αποστασία του 1965 (Ιουλιανά) και τέλος την απριλιανή προεκλογική συγκέντρωση της ΕΔΑ για τις εκλογές του Μάη, 1967 που δεν έγιναν ποτέ λόγω του πραξικοπήματος. Κατά τον ίδιο τον Αγγελόπουλο, «Οι Κυνηγοί» είναι «η πιο παράξενη ταινία» του. Ισως γιατί σε αυτήν συναρθρώνονται «παράξενα» αλλά και με ένα γοητευτικά σουρεαλιστικό τρόπο, ο «πραγματικός χρόνος» με τον «φιλμικό» χρόνο, κινούμενοι μπρος – πίσω έτσι που δυσχεραίνεται κάποτε η παρακολούθηση του έργου, ιδίως από τους ξένους.

Η ιστορία αρχίζει όταν έξι φτασμένοι κοινωνικά αλλά νευρωτικοί – λόγω ένοχης συνείδησης – αστοί – μεταπράτες, όπως θα’λέγε ο Πουλαντζάς, οι οποίοι συνέβαλαν –ο καθένας με τον τρόπο του – για να παταχθεί ο επάρατος κομουνισμός («γιατί αν επικρατούσε φοβόντουσαν πως θα έχαναν τα πάντα), έχουν έλθει σε ένα νησάκι στη λίμνη των Ιωαννίνων για κυνήγι. Εντελώς αναπάντεχα και άβολα αρχίζουν να τρίζουν τα κόκαλα των σκελετών που κρύβουν ο καθένας στο ντουλάπι του γιατί ξαφνικά βρίσκουν στο χιόνι το πτώμα ενός οπλίτη του Δημοκρατικού Στρατού που φέρει νωπές πληγές στο σώμα του, παρ’όλο που έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από τη λήξη του Εμφύλιου (μοιάζει κάπως σαν περίπτωση κρυογονικής;). Ομως εκείνοι είναι πλέον αποκαταστημένοι, βολεμένοι, σεβαστοί και ευυπόληπτοι πολίτες και θα μπορούσαν να αφήσουν το πτώμα στο χιόνι και να φύγουν. Αντίθετα, όμως, κοιτάζονται αμήχανα και ένοχα, σαν να τον έχουν σκοτώσει οι ίδιοι, κάτι πολύ κοντά με την πραγματικότητα. Σαν ασυνείδητοι οδηγοί που χτύπησαν κάποιον και το άφησαν μόνο κι αβοήθητο. Το «ζωντανό πτώμα» πρέπει να κρυφτεί κάπου, όπως και η Ιστορία.

Αποφασίζουν έτσι να μεταφέρουν το νεκρό με τις νωπές πληγές στο ξενοδοχείο/σκυλάδικο που έχει αποκτήσει ένας από αυτούς, ως «ανταμοιβή» από τους Αμερικανούς για τις «υπηρεσίες» που τους προσέφερε. Τον βάζουν σε ένα τραπέζι που θυμίζει χειρουργική κλίνη. Ο Διοικητής της χωροφυλακής στο ραπόρτο του θα συνοψίσει τυπικά. Θέμα: «Εύρεσις πτώματος συμμορίτου της εποχής του συμμοριτοπόλεμου 47 – 49». Στο τέλος του έργου η αμείλικτη Ιστορία αποκαλύπτει το ιδιαίτερα μεμπτό παρελθόν τους (π.χ.η αξιοπρεπής σύζυγος του βιομήχανου ο οποίος διαρκώς ωρύεται σαν υστερική γυναικούλα: «Περιμένω κόσμο!», υπήρξε «καλλιτέχνιδα» – συνεργάτης και «διασκεδάστρια» των Γερμανών και τώρα δεν αντέχει στην θέα του αντάρτη). Απολογείται και αυτή κανονικά καταλήγοντας στο τυπικό: «Αλλο τι δεν έχω να προσθέσω και γράμματα γνωρίζω». Με εισαγγελέα το νεκρό αντάρτη θα τους επιβληθεί η εσχάτη των ποινών. Όταν όμως ο νεκρός «ξαναπεθάνει, μετά το τέλος ενός συνειδητού ονείρου, τον σκεπάζουν πολύ πρόχειρα και βιαστικά με ελάχιστο χιόνι που σπρώχνουν με τα χέρια τους, χωρίς να τον βάλουν σε ένα λάκκο και σίγουρα αυτό το «ιστορικό λάθος», όπως τον αποκαλούν, θα το βρουν κι άλλοι μετά. Απομακρύνονται εις φάλαγγα κατ’ άνδρα ενώ ακούγεται το εμβατήριο με τους τριακόσιους και τους Ρώσους, όχι με πατριωτικό η, οπερετικό οίστρο αλλά σε τόνο περιπαικτικό και ειρωνικό από ένα πνευστό.

Ο Αγγελόπουλος δανείζεται από τον Μπουνιουέλ της «Κρυφής γοητείας της μπουρζουαζίας» και αναπροσαρμόζει τη σκηνή των αξιοπρεπών αστών με τις αξιοπρεπείς δουλειές (διπλωμάτες, μεγαλοεπιχειρηματίες) που ενισχύουν το εισόδημά τους κάνοντας λαθρεμπόριο κοκαΐνης Αντί όμως να απολαύσουν το γεύμα (που όλο κάτι αναπάντεχο προκύπτει και το αναβάλλει) «γαζώνονται» από τα πολυβόλα μιας ομάδας κακοποιών που εισβάλλει στην τραπεζαρία τους. Στους «Κυνηγούς» αντίθετα οι αστοί καταδικάζονται συνοπτικά από ένα «περιοδεύον στρατοδικείο του Δημοκρατικού Στρατού όπου συμμετέχει και το ζωντανεμένο πτώμα. Οπως στην «κρυφή γοητεία», έτσι κι εδώ «γαζώνονται» από τα πολυβόλα των ανταρτών, αλλά μετά ξυπνούν από «συνειδητό όνειρο», ένα όνειρο, δηλαδή που έχουν μοιρασθεί όλοι και που μπορεί ο κάθε «ονειρευτής» να το διακόψει κατά βούληση. Κανονικά το συνειδητό όνειρο «οργανώνεται» από τους ίδιους τους ονειρευτές. Γιατί λοιπόν το κάνουν; Για να υποστούν έστω και καθ’ύπνους την τιμωρία που ξέρουν πως αξίζουν, και κατόπιν να ξυπνήσουν σώοι κι αβλαβείς, έχοντας τιμωρηθεί μόνο στο εφιαλτικό όνειρο.

Ο περιφρονημένος «δηλωσίας» που «θέλει να μάθει»

Στους «Κυνηγούς» ο Αγγελόπουλος ακολουθεί μια σουρεαλιστική προσέγγιση στις ιστορίες – απολογίες των έξι αστών που βγάζουν τα άπλυτά τους στη φόρα και όπου ο ένας τους είναι «ανανήψας» ή, «δηλωσίας», εργολάβος το επάγγελμα, και η πιο τραγική φιγούρα της ταινίας, που οι πάντες περιφρονούν και πιο πολύ η αδελφή του η ταβερνιάρισσα, που τον μέμφεται για τις ύποπτες δραστηριότητές του στο παρελθόν Ο μόνος που τον συναναστρέφεται (σε φαντασίωση;) είναι ένας χρονικά πίσω και εκτός παρέας, αμετανόητος ομοϊδεάτης του (συνεξόριστος – συγκρατούμενος που δεν «υπέγραψε»). Πληροφοριακά: από τα μέσα του 1950, ένας εξόριστος μπορούσε να αφεθεί ελεύθερος χωρίς «να αποκηρύξει μετά βδελυγμίας τον κομμουνισμόν και τας αυτού παραφυάδας» αρκεί να δήλωνε υπεύθυνα ενώπιον ενός δικαστικού και ενός αξιωματικού της αστυνομίας ότι δεν θα εμπλακεί εφεξής εις κομμουνιστικάς δραστηριότητας και με πρόσθετον όρον να παρουσιάζεται στο οικείο αστυνομικό τμήμα σε τακτά χρονικά διαστήματα για να δηλώνει «παρών» και «φρόνιμος». Ο δηλωσίας εκμυστηρεύεται γιατί «υπέγραψε»: «Δεν μπορώ, βαρέθηκα. Θέλω να ζήσω, είμαι κι εγώ άνθρωπος!» Ωσάν αποστομωτική απάντηση θα ακούσει σε σφύριγμα την Γ΄ Διεθνή από τον αμετανόητο φίλο του που απομακρύνεται αδιάφορα σε μια βάρκα..Σε άλλη συνάντησή τους όμως θα παίξουν ποδόσφαιρο με ένα αόρατο μπαλάκι (η ανυπαρξία της μπάλας υποδηλώνει ίσως την ανυπαρξία μπάλας στη φυλακή αφού η ζωή τους εκεί περνούσε με άλλου είδους «παιχνίδια»). Εδώ ο «αμετανόητος» θα γίνει σαφέστερος παραθέτοντάς του το ιστορικό απόφθεγμα: «Τρώγε το φάι σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ». «Η αγάπη του κελιού» υπήρξε «το σύνδρομο του εσαεί φυλακισμένου κομουνιστή» από το οποίο πολλοί κατατρυχόντουσαν για πολλά χρόνια. Ομως ο ανανήψας εργολάβος «θέλει να μάθει» όπως ήθελε να μάθει ο ποιητής Auden όταν πήγε εθελοντικά στον Ισπανικό Εμφύλιο ενάντια στο Φράνκο. Ρωτάει ακόμα και το πτώμα στο τραπέζι: « «Πες μου: η επανάσταση – πότε θα γίνει;» Η αδελφή του καταθέσει στον αστυνομικό: «Μιλούσε με τον πεθαμένο αλλά δεν κατάλαβα τι λέγανε».

Η ευτυχής συνδυασμός κινηματογραφικής μαστοριάς με την ικανότητα εναίσθησής του με τα πρόσωπα του δράματος παρ’ όλο που τηρεί μεγάλες αποστάσεις από αυτούς, για να αποφύγει οιαδήποτε συναισθηματική φόρτιση, τον φέρνουν πολύ πιο κοντά στον Μπρεχτ παρά σε κάποιον σαν τον Αϊζενστάιν. Αυτό φαίνεται πεντακάθαρα στη σκηνή «συνουσίας» της ξανθιάς με τον ανανήψαντα, με φόντο τις κόκκινες χτυπητές κουρτίνες Μια σκηνή που μόνον ένας αληθινός «Auteur» (ο σκηνοθέτης ως πρωταρχική δύναμη δημιουργίας της ταινίας) ξέρει να διεκπεραιώσει. Ο δηλωσίας – εργολάβος φαίνεται να μην αντέχει το βάρος του γυναικείου γυμνού σώματος επάνω του και το απωθεί: «Δεν μπορώ άλλο» λέει απελπισμένα προς τους άλλους κυνηγούς και τον αστυνομικό που παρακολουθούν ψυχρά τη διαδικασία της «ανάνηψης» διά της σεξουαλικής συνεύρεσης και έπειτα με ένα χρονικό άλμα, αποσύρονται στο τραπέζι γεύματος του 1977)., λίγα μέτρα παρακάτω.

Ένα άλλο κωμικοτραγικό πρόσωπο είναι ο υποχρεωμένος να αναλάβει την πρωθυπουργία για να αποφευχθεί η πολιτική κρίση, ύστερα από τη διαφωνία στέμματος – εκλεγμένου από το λαό πρωθυπουργού για το θέμα της στρατιωτικής ηγεσίας. Κάποια στιγμή ο γηραιός πολιτικός σηκώνεται από το τραπέζι και δηλώνει μετά παρρησίας στην παρέα: «Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς, αλλά εγώ ανέκαθεν ήμουν φιλελεύθερος». «Βγάλε το σακάκι σου» τον διατάζει ο πρώην νομάρχης. «Και το πουκάμισο». Εντρομο το φιλελεύθερο γερόντιο, υπακούει πειθήνια και τον αναγκάζουν να φορέσει μια σατέν ρόμπα δωματίου ανοιχτή μπροστά ώστε να φαίνονται τα άσπρα πλαδαρά του στήθη. Με αυτή την αμφίεση θα φωτογραφηθεί μαζί με τα φρακοφόρα μέλη της νεοσχηματισθείσας 1ης κυβερνήσεως αποστατών ενώ από το ραδιόφωνο αναγγέλλεται ο τερματισμός της κρίσεως, χωρίς να αναφερθεί κανένα όνομα συμμετέχοντος στην κυβέρνηση αποστατών. Εμπλεος τύψεων ο νέος πρωθυπουργός θα στηθεί μπροστά σε έναν καθρέφτη για να ζητήσει «συγχώρηση από τη «μαμά του». «Δεν ήθελα να το κάνω αυτό. Μου τηλεφώνησε η Βασίλισσα, μαμά, και μου είπε ότι κινδύνευε ο θρόνος!»


Μουσική και πατριωτικά εμβατήρια

Η θλιβερή περίοδος 1946 – 1949, περίοδος Εμφυλίου και χαφιεδικού – αστυνομικού κράτους,, επενδύεται μουσικά με εμβατήρια αλλά και ρομαντικά τραγούδια εποχής που λειτουργούν κυρίως ως σατιρικά διαλείμματα, διαπομπεύοντας μια εποχή αντικομουνιστικού παραληρήματος. Δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος συνθέτης από τον Λουκιανό Κηλαηδόνη για μια τέτοια δουλειά. Ενα εμβατήριο που αρχίζουν μια διμοιρία στρατιωτών με ρυθμικό βάδην και ποδοβολητό, («ένα κι ένα δυο – κραπ!») το συνεχίζουν οι κυνηγοί με οπερετικό τέμπο και αναφέρεται στο Λεωνίδα και τους τριακόσιους που τρέπουν εις φυγή τους πανικόβλητους Ρώσους από τα… χαρακώματα. Αλλά μέσα σε αυτόν τον πατριωτικό ενθουσιασμό ξαφνικά όλοι σιγούν και καρφώνουν το βλέμμα τους στη λίμνη από όπου έρχεται το γλυκό, ήρεμο τραγούδι «της αγάπης αίματα» που ακούγεται από κάποια καραβάκια και βαρκούλες με κόκκινα λάβαρα τα οποία βλέπουν έμφοβοι οι εθνικόφρονες αστοί να πλέουν ήσυχα χωρίς όμως να τους πειράξουν.

Αλλά φθάνει η πρωτοχρονιά του 1977 και όλοι τραγουδούν νοσταλγικά τραγούδια με λυπητερούς στίχους: «Μισεύω και τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα» ή το καθ’ημάς «Auld lang syne» «Απόψε κλαίνε τα βιολιά το όνειρό μας που πεθαίνει», «ως βαλς του αποχαιρετισμού/των κεριών». Όλοι φαίνονται κεφάτοι για τον ερχομό της νέας χρονιάς, αλλά ο φακός ζουμάρει για λίγο σε μια μεσόκοπη γυναίκα που κάθεται σε ένα τραπέζι μόνη της, σκυθρωπή, σκεπτική και φανερά λυπημένη.«Οι κυνηγοί αποτελούν οιονεί συνέχεια του «Θιάσου». Ιστορία γεμάτη θλιβερά περιστατικά που αρχίζουν όταν ένας αντάρτης εκτελείται και ο ταβερνιάρης – νταβατζής –κυνηγός αρχίζει να τραγουδάει με την εκδιδόμενη σύζυγό του το σουξέ: «Είσαι για μένα κι είμαι για σένα, μωρό μου!».Η εκτέλεση του αντάρτη νοηματοδοτεί την περίοδο πλήρους υποτέλειας της Ελλάδας στους Αμερικανούς με βάση τις πελατειακές τους σχέσεις αλλά και μία περίοδο που ένας νταβατζής και μία πόρνη μπορούν να προσδοκάν καλύτερες ημέρες και μεγάλα κέρδη λόγω των ευνοϊκών για αυτούς συνθηκών. Ομως ο αντάρτης που εκτελείται κάτω από το βλέμμα τους κι εκείνος που βγαίνει από το χιόνι με το αίμα του νωπό μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο. Το 1949 θα φτάσει ως το 1977 ενσωματώνοντας περιόδους τρομοκρατίας, χαφιεδισμού, κακής οικονομίας που στέλνει τους νέους στην ξενιτιά, ενώ οι Αμερικανοί μιλούν για το «Ελληνικό θαύμα» ανάπτυξης, που ουσιαστικά στηρίζεται στον τουρισμό και τα εμβάσματα των ελλήνων εργατών στη Γερμανία, Βέλγιο και αλλού.


Καλλιτεχνική και ιστορική αποτίμηση των «Κυνηγών»

Στους «Κυνηγούς» ο Αγγελόπουλος πραγματεύεται την σύγχρονη ελληνική Ιστορία, αρχίζοντας από την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού υπό μορφή «flashbacks», άλλοτε φαντασιώσεων και άλλοτε συνειδητών ονείρων, φθάνοντας στο 1977, εποχή που τυπικά αρχίζει η ταινία. Περιγράφει την περίοδο που ονομάστηκε «Λευκή Τρομοκρατία» με τους διωγμούς της Αριστεράς, την τρομοκρατία, τις εξορίες, τις φυλακές και τα έκτακτα στρατοδικεία. Το 1946 καταδικάστηκαν σε θάνατο 116, το 1947, 688 και το 1948, 1547 λόγω των δρακόντειων νομοθετημάτων του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης Χρήστου Λαδά και το νόμο του 509/47.Το ΚΚΕ αποφασίζει την εκτέλεση του υπουργού που γίνεται έξω από την εκκλησία του Αη Γεώργη του Καρύκη το Μέγα Σάββατο, 18 Απριλίου. Ομως ο Αγγελόπουλος δεν είχε πρόθεση να ασχοληθεί και με τα εγκλήματα της άλλης πλευράς (στον Αη Γιώργη δολοφόνησαν κάποιον υπουργό χωρίς να μειωθεί ο γοργός ρυθμός των εκτελέσεων, το αντίθετο μάλιστα). Δεν είναι ο Θουκυδίδης του ελληνικού σινεμά κάτι που ουδόλως μειώνει τις μεγάλες αρετές της ταινίας του. Στόχος του είναι να καταγγείλει τον ανήθικο ρόλο της αστικής τάξης και την καταδίκη της μέσω τιμωρητικών ονείρων και φαντασιώσεων, πράγμα που κατά βάθος επιθυμούν αλλά και φοβούνται και οι ίδιοι. Δίνει την εικόνα της μίας πλευράς αλλά το κάνει με συνέπεια, χωρίς ιστορικές ανακρίβειες, χωρίς την παραμικρή υπερβολή υπενθυμίζοντας στην δική του γενιά τι περάσανε «Οι αστοί κρύβουν την Ιστορία γιατί τη φοβούνται». Αυτός όχι.

Το 1946, είναι η αρχή των δεινών στην χώρα μας και τώρα είμαστε στο 2012, εν μέσω άλλων χειρότερων δεινών. Τις πταίει; Ισως η συντριπτική πλειονότητα από εμάς και όχι μόνον οι κλέφτες, τα λαμόγια κτλ., κτλ. Αλλά ευτυχώς γιατί φοράμε στολή παραλλαγής σαν τον βιομήχανο στην ταινία «οι Κυνηγοί» για να πορευόμαστε αξιοπρεπώς, σαν να μην συνέβη τίποτα, ενώ έχουν συμβεί πολλά.


Ο κ. Θάνος Κακουριώτης είναι ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk