Η Ασία στο επίκεντρο της πολιτικής των ΗΠΑ

Τη σταθεροποίηση της ευρύτερης Μέσης Ανατολής επιδιώκει η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ώστε να είναι ελεύθερη στην προώθηση της νέας στρατηγικής της για τον 21ο αιώνα, η οποία μεταφέρει τον κύριο στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Απω Ασία και στον Ειρηνικό ωκεανό.

Τη σταθεροποίηση της ευρύτερης Μέσης Ανατολής επιδιώκει η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ώστε να είναι ελεύθερη στην προώθηση της νέας στρατηγικής της για τον 21ο αιώνα, η οποία μεταφέρει τον κύριο στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Απω Ασία και στον Ειρηνικό ωκεανό.

Η αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από τη «σκληρή γραμμή» του Ισραήλ και μερίδας των Ρεπουμπλικανών που αξιώνει «καταστροφή του πυρηνικού δυναμικού του Ιράν, εδώ και τώρα» συνοδεύεται από την ύφεση της κρίσης με το Πακιστάν, την άρση του εμπάργκο στη Μιανμάρ και την υπογραφή της νέας δεκαετούς συνθήκης με το Αφγανιστάν.

Εννοείται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της επιθυμίας που εκδηλώνει η Ουάσιγκτον και της πραγματικότητας την οποία δημιουργούν οι ισλαμικές θρησκευτικές και πολιτικές ηγεσίες της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και πολλοί αμφιβάλλουν για την επιτυχία της «νέας περιπέτειας» («Jerusalem Post») του Λευκού Οίκου.
Η πρώτη, χρονικά, ένδειξη της ρευστότητας που σημειώνεται στην περιοχή εκδηλώθηκε με τις δηλώσεις σειράς πρώην στρατιωτικών και πολιτικών αξιωματούχων του Ισραήλ οι οποίοι αμφισβήτησαν τη σοβαρότητα των ισχυρισμών της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Βενιαμίν Νετανιάχου για πυρηνικές βόμβες του Ιράν.
Τον «χορό» άνοιξε ο άλλοτε αρχηγός του ισραηλινού στρατού αντιστράτηγος Μπένι Γκαντς. Στις αρχές Απριλίου χαρακτήρισε «εξωπραγματικές» τις κυβερνητικές θέσεις για το «πυρηνικό Ιράν», δήλωσε ότι η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία της Τεχεράνης είναι «σοβαρή, λογική, μετρημένη στα λόγια».
Ακολούθησε ο Γιουβάλ Ντίσκιν, πρώην αρχηγός των ισραηλινών Υπηρεσιών Εσωτερικής Ασφαλείας, ο οποίος δήλωσε ότι θα ήταν «τρέλα με καταστροφικές συνέπειες για το Ισραήλ» αν η κυβέρνηση έστω και με τη συγκατάθεση και βοήθεια της Αμερικής αποφάσιζε να βομβαρδίσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Τις απόψεις του κ. Ντίσκιν υποστήριξε ο Μέιρ Ντογκάν, ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών Μυστικών Υπηρεσιών (Mossad). Μάλιστα πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου «παραπληροφορεί τον λαό σχετικά με την αποτελεσματικότητα ενός στρατιωτικού πλήγματος» στο Ιράν.
Την περασμένη Κυριακή ήταν η σειρά τού άλλοτε πρωθυπουργού του Ισραήλ Εούντ Ολμέρτ. «Είναι γελοίο να μιλούμε για ισραηλινή στρατιωτική πρωτοβουλία εναντίον του Ιράν. Οι συνέπειες για το Ισραήλ θα είναι αφάνταστα σοβαρές» προειδοποίησε.
Οπως ήταν επόμενο, ο καταιγισμός των αμφισβητήσεων της κυβερνητικής θεωρίας περί «πυρηνικού Ιράν» ενοχλεί την κυβέρνηση Νετανιάχου. Οι απαντήσεις που έσπευσαν να δώσουν οι υπουργοί Εξωτερικών και Αμυνας κκ. Λίμπερμαν και Μπαράκ – ένθερμοι οπαδοί της θεωρίας περί «πυρηνικού Ιράν» – έπεσαν στο κενό και δεν φαίνεται να καθησύχασαν τον πρωθυπουργό του Ισραήλ. Σε αυτό συμβάλλουν δύο νέα στοιχεία. Πρόσφατη δημοσκόπηση στις ΗΠΑ έδειξε – για πρώτη φορά – ότι το 63,3% των εβραϊκής καταγωγής Αμερικανών υποστηρίζει «διπλωματική και όχι στρατιωτική λύση» στο ζήτημα του Ιράν. Και ότι οι 7 στους 10 Αμερικανοεβραίους που ψήφισαν Μπαράκ Ομπάμα το 2008 θα τον ξαναψηφίσουν τον Νοέμβριο εκτιμώντας (και) την πολιτική του έναντι του Ισραήλ.
Τον ισραηλινό πρωθυπουργό ενόχλησε και μια (άτυπη) δημοσκόπηση στο Ισραήλ. Τουλάχιστον τρεις αρθρογράφοι της «Haar’az» θεωρούν δεδομένο ότι μόνο οι δύο στους πέντε Ισραηλινούς συμφωνούν για «προληπτική δράση» εναντίον του Ιράν και ότι η κυβέρνηση και ο «σκληρός πυρήνας» της απομονώνονται όλο και περισσότερο μέσα στη χώρα. Αυτό το αντιλαμβάνεται ο κ. Νετανιάχου και ανακοίνωσε ότι πάει σε πρόωρες εκλογές, στις 4 Σεπτεμβρίου.
Συνεργασίες
Οι χώρες-«κλειδιά»

Υστερα από προσπάθειες πέντε και πλέον μηνών, στις οποίες πρωτοστάτησαν οι υπουργοί Εξωτερικών και Αμυνας, Χίλαρι Κλίντον και Λίον Πανέτα, αντιστοίχως, φαίνεται ότι έχουν αποκατασταθεί οι «συμμαχικές» (!) σχέσεις της Ουάσιγκτον με το Πακιστάν που είχαν διαταραχθεί με την επιδρομή για την εκτέλεση του Οσάμα μπιν Λάντεν. Το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι αναμένεται κοινή δήλωση για «πλήρη αποκατάσταση» της συνεργασίας των δύο χωρών. Χωρίς πολύ θόρυβο το Κογκρέσο, ξεχνώντας ό,τι διαλαλούσε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, ενέκρινε τη συνέχιση της παροχής στρατιωτικής βοήθειας στο Πακιστάν.
Αποκατάσταση σχέσεων πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ και με τη Μιανμάρ (Βιρμανία). Οπως έγραψε η γαλλική «Le Figaro» (18/4) το Πεντάγωνο θεωρούσε πάντοτε τη Μιανμάρ «κλειδί» της αντιτρομοκρατικής στρατηγικής – μιας πολιτικής που το Πεκίνο έχει χαρακτηρίσει «δούρειο ίππο της στρατηγικής για διαιώνιση της αμερικανικής παρουσίας στην Κεντρική Ασία».
Τον ίδιο στόχο εξυπηρετεί και το «σύμφωνο στρατηγικής(!) συνεργασίας» που υπέγραψε την περασμένη Τρίτη ο πρόεδρος Ομπάμα με τον ομόλογό του Χαμίντ Καρζάι του Αφγανιστάν. Το κύριο σώμα των αμερικανικών δυνάμεων θα αποχωρήσει ως το τέλος του 2014, αλλά θα παραμείνουν μονάδες «για εκγύμναση των Αφγανών (…) και συνέχιση της στρατιωτικής και ανθρωπιστικής βοήθειας» ανακοίνωσε ο Ομπάμα. Δεν ανέφερε ως πότε θα παραμείνει ο αμερικανικός στρατός και τι είδους ακριβώς θα είναι η βοήθεια. Το γεγονός ότι οι Ταλιμπάν «χαιρέτισαν» τη συμφωνία με εισβολή στην οχυρωμένη γειτονιά της Καμπούλ και 12 νεκρούς δεν περνά απαρατήρητο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk