To debate για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας

Η είσοδος μεγάλων οικονομιών της Ευρώπης, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Βρετανία και η Ολλανδία, σε περίοδο ύφεσης φουντώνει τη συζήτηση για την ανάγκη ενίσχυσης της αναπτυξιακής διαδικασίας προκειμένου να στηριχθούν οι οικονομίες των χωρών που έχουν πληγεί από τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης και να αποφευχθεί η ύφεση στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ γενικότερα.

Η είσοδος μεγάλων οικονομιών της Ευρώπης, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Βρετανία και η Ολλανδία, σε περίοδο ύφεσης φουντώνει τη συζήτηση για την ανάγκη ενίσχυσης της αναπτυξιακής διαδικασίας προκειμένου να στηριχθούν οι οικονομίες των χωρών που έχουν πληγεί από τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης και να αποφευχθεί η ύφεση στη ζώνη του ευρώ και στην ΕΕ γενικότερα.
Η πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται σήμερα στην Ευρώπη και εκπορεύεται από το Βερολίνο υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες με τα υψηλά ελλείμματα και χρέη δεν μπορούν να δανειστούν από τις αγορές με λογικά επιτόκια με αποτέλεσμα να ανεβαίνει το κόστος δανεισμού και να πλήττεται η ανάπτυξή τους. Το φάρμακο, σύμφωνα με την άποψη αυτή, είναι αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία με στόχο οι χώρες να ελέγξουν τις δαπάνες τους και να περιορίσουν τα ελλείμματά τους ώστε να ανακτήσουν την αξιοπιστία τους στις αγορές και να μπορέσουν να μειώσουν το κόστος δανεισμού και να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη.
Οι υπέρμαχοι της άποψης αυτής αναφέρουν ως παραδείγματα αντίστοιχα προγράμματα που εφάρμοσε το ΔΝΤ σε αναδυόμενες οικονομίες και την επιτυχημένη οικονομική προσαρμογή της Γερμανίας μετά την απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας.

Σύμπτωμα και όχι αιτία
Από την άλλη, όσοι αντιτίθενται στην πολιτική αυτή υποστηρίζουν ότι, εκτός από την Ελλάδα, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν ταιριάζουν στο παραπάνω μοντέλο. Η Ισπανία και η Ιρλανδία, αναφέρουν, εξακολουθούν να έχουν χαμηλό χρέος ως προς το ΑΕΠ, το οποίο προτού ξεκινήσει η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ήταν χαμηλότερο ακόμη και από αυτό της Γερμανίας. Ακόμη και η Ιταλία που είχε υψηλό χρέος είχε χαμηλό έλλειμμα.
Ετσι κατά πολλούς τα υψηλά ελλείμματα και χρέη δεν είναι η αιτία της κρίσης της ευρωζώνης, αλλά το σύμπτωμα που προκάλεσε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 με την κατάρρευση της Lehman Brothers, η οποία έπληξε το τραπεζικό σύστημα των χωρών αυτών με αποτέλεσμα οι τράπεζες να σταματήσουν να δίνουν δάνεια, τα οποία τροφοδοτούσαν την ανάπτυξη.
Ως εκ τούτου υποστηρίζουν ότι η γερμανική συνταγή λιτότητας προσπαθεί να θεραπεύσει το σύμπτωμα και όχι την αιτία του προβλήματος. Και όπως στην ιατρική, η στρατηγική αυτή δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στον ασθενή. Στην περίπτωση της Ευρώπης αυτό σημαίνει περαιτέρω ύφεση, η οποία μειώνει τα φορολογικά έσοδα και δεν διευκολύνει τον στόχο περιορισμού των ελλειμμάτων και τη μείωση της ανεργίας.
Θεωρούν μάλιστα ότι τα μέτρα λιτότητας είναι αναποτελεσματικά και όσον αφορά τη βελτίωση της αξιοπιστίας στην αγορά, διότι μειώνουν τα εισοδήματα από τα οποία γεμίζουν τα δημόσια ταμεία μέσω των φόρων και ως εκ τούτου περιορίζουν τη δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών.

Αλυσιδωτές επιπτώσεις
Ολες αυτές οι επιπτώσεις μεγεθύνονται στην ευρωζώνη, καθώς η λιτότητα σε μία χώρα περιορίζει τη ζήτηση για εξαγωγές σε κάποια άλλη. Διότι η αύξηση της αποταμίευσης και των εξαγωγών σε κάποιες χώρες αντισταθμίζεται από ισοδύναμες αυξήσεις κατανάλωσης και εισαγωγών σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Αλλωστε, η τεράστια επιτυχία της Γερμανίας τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκε χάρη στον υπερδανεισμό και την αύξηση των εισαγωγών στην περιφέρεια της ευρωζώνης. Είναι πλέον σαφές ότι η περιφέρεια δεν μπορεί να επιτύχει τη βιωσιμότητα των χρεών της αν η Γερμανία δεν ακολουθήσει πολιτικές που θα μειώσουν τα πλεονάσματά της.
Ως εκ τούτου θεωρούν ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί μια πολιτική αύξησης των δαπανών, όχι κατ’ ανάγκη των δημοσίων δαπανών, διότι αναγνωρίζουν την ανάγκη δημοσιονομικού νοικοκυρέματος, αλλά π.χ. μέσω της έκδοσης ειδικών ομολόγων, όπως τα ομόλογα ανάπτυξης που πολλοί θεωρούν ως πρόδρομο των ευρωομολόγων.
Αν και υπό φυσιολογικές συνθήκες η αύξηση των δαπανών είναι καλή ιδέα για την επανεκκίνηση των ευρωπαϊκών οικονομιών που βρίσκονται σε ύφεση, ωστόσο οι υπέρμαχοι της λιτότητας εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο η πολιτική αυτή είναι αποτελεσματική στην Ευρώπη. Υποστηρίζουν λοιπόν ότι αν η κατασκευή μεγαλύτερων δρόμων και τρένων ήταν ο τρόπος για διαρκή ευμάρεια, η Ελλάδα και η Ισπανία θα άκμαζαν. Υπενθυμίζουν ότι τα τελευταία 30 χρόνια υπήρξε τεράστια έκρηξη σε δαπάνες υποδομών με χρηματοδότηση από την ΕΕ στις χώρες του Νότου, οι οποίες όμως δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Παράλληλα, οι υπερασπιστές της λιτότητας σημειώνουν ότι μια αύξηση των δαπανών θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τις χώρες της ευρωζώνης που έχουν βαθμό αξιολόγησης «ΑΑΑ». Αυτό όμως μπορεί να πλήξει την πιστοληπτική τους αξιολόγηση, αυξάνοντας το κόστος δανεισμού τους και συμπαρασύροντάς τους στην ύφεση. Ως εκ τούτου επιμένουν στην προσπάθεια μείωσης των ελλειμμάτων και ισοσκελισμένων προϋπολογισμών στην ευρωζώνη, η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται και από μια πολιτική μεταρρυθμίσεων που θα ενθαρρύνει τη δημιουργία θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και θα διευκολύνει τις επενδύσεις.
Διχάζουν τους οικονομολόγους τα μέτρα για έξοδο από την ύφεση
* Οι υπέρμαχοι της αύξησης των δαπανών
Ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν υποστηρίζει ότι η επιβολή λιτότητας σε οικονομίες που βρίσκονται σε ύφεση είναι βλαπτική. Οπως υπολογίζει, για κάθε 1 ευρώ μείωσης των κρατικών δαπανών το χρέος μειώνεται μόλις κατά 40 λεπτά βραχυπρόθεσμα, ενώ χάνεται 1,25 ευρώ από την παραγωγή.
Ο πρώην υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ Λόρενς Σόμερς χρησιμοποιώντας στοιχεία του ΔΝΤ υπολογίζει ότι μείωση κατά 1% των δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ περιορίζει την οικονομική ανάπτυξη ως και 1,5%.
* Οι υπέρμαχοι της λιτότητας
Ο νομπελίστας οικονομολόγος Εντμουντ Φελπς χαρακτηρίζει την ανάλυση του Πολ Κρούγκμαν «κάπως στενόμυαλη και ρηχή», θεωρώντας πως η χαλάρωση της λιτότητας στην Ευρώπη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη πιο αδύναμες οικονομίες, καθώς οι επενδυτές θα επιβάλουν υψηλότερα κόστη δανεισμού. «Δεν νομίζω ότι δίνει αρκετή σημασία στο γεγονός ότι όποιες και αν είναι οι αιτίες των ελλειμμάτων οι χώρες πρέπει να τα αντιμετωπίσουν» αναφέρει.
Από την πλευρά του, ο Κένεθ Ρόγκοφ συμμερίζεται την άποψη ότι ίσως θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να επιτραπεί μια ταχύτερη ανάπτυξη του πληθωρισμού και εκτιμά πως ο Πολ Κρούγκμαν υποτιμά τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει μακροπρόθεσμα το χρέος στην οικονομία. Σε έκθεσή του ο καθηγητής του Harvard βρίσκει πως χώρες με χρέη που υπερβαίνουν το 90% του μεγέθους της οικονομίας τους ιστορικά αντιμετωπίζουν υποτονική ανάπτυξη για περισσότερες από δύο δεκαετίες, ακόμη και αν τα επιτόκιά τους παραμείνουν χαμηλά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk