Κώστας Καρράς, ο ωραίος «δεύτερος»

Τριάντα οκτώ κινηματογραφικοί τίτλοι σε ένα διάστημα 20 ακριβώς χρόνων δεν είναι λίγοι για τον ηθοποιό Κώστα Καρρά (1936- 2012) που έκανε το κινηματογραφικό ντεμπούτο του το 1961 στην κωμωδία «Ποια είναι η Μαργαρίτα;» του Ντίμη Δαδήρα σε σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη και έπαιξε για τελευταία φορά στον κινηματογράφο στα «Καμάκια» (1981) σε σκηνοθεσία Ομηρου Ευστρατιάδη και σενάριο Γιάννη Σκλάβου.

Τριάντα οκτώ κινηματογραφικοί τίτλοι σε ένα διάστημα 20 ακριβώς χρόνων δεν είναι λίγοι για τον ηθοποιό Κώστα Καρρά (1936- 2012) που έκανε το κινηματογραφικό ντεμπούτο του το 1961 στην κωμωδία «Ποια είναι η Μαργαρίτα;» του Ντίμη Δαδήρα σε σενάριο Γιάννη Δαλιανίδη και έπαιξε για τελευταία φορά στον κινηματογράφο στα «Καμάκια» (1981) σε σκηνοθεσία Ομηρου Ευστρατιάδη και σενάριο Γιάννη Σκλάβου.

Και όμως, παρά την ποσοτικά αξιόλογη φιλμογραφία του (στην οποία δεν περιλαμβάνω τις λίγες ευτυχώς βιντεοταινίες με τις οποίες συνέδεσε το όνομά του στην δεκαετία του 1980), ο Κώστας Καρράς δεν είναι το πρόσωπο που μας έρχεται αμέσως στο νου όταν σκεφτόμαστε την λαμπρή _όπως συνηθίζουμε να την ονομάζουμε_ εποχή του ελληνικού κινηματογράφου στην δεκαετία του 1960.

Ακριβώς όπως ο Χρήστος Πολίτης, ο Χρήστος Νέγκας, ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης, ο Νίκος Γαλανός και αρκετοί ακόμα, ο Κώστας Καρράς δεν έγινε ποτέ μεγάλο, πρωταγωνιστικό όνομα του ελληνικού κινηματογράφου. Με τις φαεινές εξαιρέσεις των δακρύβρεχτων, γ’ διαλογής μελοδραμάτων ρουτίνας τύπου «Οι καταφρονεμένοι», «Ένα παιδί χωρίς όνομα» και ο «Εμποράκος» ή κάποιων βαρύγδουπων κοινωνικών δραμάτων όπως η ξεχασμένη αλλά ενδιαφέρουσα «Ανταρσία των δέκα» του Ερρίκου Ανδρέου και η κάθε άλλο παρά ξεχασμένη (και κάθε άλλο παρά ενδιαφέρουσα) «Κόρη του ήλιου» του Ντίνου Δημόπουλου, ο Κώστας Καρράς ήταν συνήθως ο «ωραίος δεύτερος». Όπως και οι τρεις προαναφερθέντες ηθοποιοί.

Στις μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές τον βλέπαμε συχνά στην σκιά του πρωταγωνιστή, είτε αυτός ήταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ στην «Υπολοχαγό Νατάσα» (1970) του Νίκου Φώσκολου, είτε ο Αλέκος Αλεξανδράκης στην «Δεσποινίδα διευθυντή» (1964) και την «Δίκη ενός αθώου» (1969), είτε ο Κώστας Καζάκος στο «Εν ονόματι του νόμου» (1970) επίσης του Φώσκολου, είτε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας στο «Υιέ μου… υιέ μου» (1965), είτε ακόμα και ο ξενόφερτος ηθοποιός της πλάκας Τόμας Φριτς στην θρυλική «Επιχείρηση Απόλλων» (1968) του Γιώργου Σκαλενάκη.

Ακόμα και ο Μενέλαος που ο Καρράς «έβγαλε» στην καλύτερη ίσως κινηματογραφική ερμηνεία του στην «Ιφιγένεια» του Μιχάλη Κακογιάννη _ταινία που εκπροσώπησε την Ελλάδα στα Οσκαρ του 1978_ βρισκόταν μια σκάλα πιο κάτω από τον Αγαμέμνονα του Καζάκου και φυσικά την Κλυταιμνήστρα της Ειρήνης Παππά. Και δεν είναι τυχαίο που κανένας κινηματογραφικός ρόλος του Κώστα Καρρά δεν έμεινε στην ελληνική κινηματογραφική Ιστορία , καθώς επίσης το ότι δεν έπλασε ποτέ έναν αμέσως αναγνωρίσιμο κινηματογραφικό «τύπο», όπως συνέβη με αρκετούς πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής.

Για την ακρίβεια, το μόνο type casting στην περίπτωση του Καρρά ήταν ρόλοι γερμανών αξιωματικών και μπίζνεσμαν σε πολεμικές περιπέτειες ή κοινωνικά δράματα. Ρόλοι όπως του αντιπλοιάρχου Ερικ φον Αουερ στο «Η Μεσόγειος φλέγεται», του Μαξ στην «Υπολοχαγό Νατάσα» και του Αγγελου φον Τσίραχ στους «Αιχμάλωτους τους μίσους». Για αυτούς τους ρόλους συνέβαλλαν κυρίως τα ξενικά «βορειοευρωπαϊκά» χαρακτηριστικά του.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk