Φράνκο – Τσίτσο με ουίσκι και γάλα

Εκτός από άξιος χαρτοπαίκτης (ή μήπως είναι απλώς γουρλής;) ο Αδιάβροχος είναι και καρδιοκλέφτης. Το καταλαβαίνει κανείς από την εμμονή που έχει γι’ αυτόν η Νίκη, το άκρως αντίθετό του, μια απελπιστικά γρουσούζα ρεπόρτερ που ενώ προσπαθεί να συνθέσει το πορτρέτο του για λογαριασμό ενός lifestyle περιοδικού αντιλαμβάνεται ότι τον γνωρίζει από παλιά, από την εποχή που ήταν παιδιά. Και εξακολουθεί να έλκεται από την παρουσία του.

Εκτός από άξιος χαρτοπαίκτης (ή μήπως είναι απλώς γουρλής;) ο Αδιάβροχος είναι και καρδιοκλέφτης. Το καταλαβαίνει κανείς από την εμμονή που έχει γι’ αυτόν η Νίκη, το άκρως αντίθετό του, μια απελπιστικά γρουσούζα ρεπόρτερ που ενώ προσπαθεί να συνθέσει το πορτρέτο του για λογαριασμό ενός lifestyle περιοδικού αντιλαμβάνεται ότι τον γνωρίζει από παλιά, από την εποχή που ήταν παιδιά. Και εξακολουθεί να έλκεται από την παρουσία του.
Οι δύο αυτοί άνθρωποι, που φέρουν τα πρόσωπα του Α. Κούρκουλου και της Εύης Σαουλίδου, μας καλούν να παρακολουθήσουμε την ανάλαφρη ιστορία τους στο «Poker face», την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Χρήστου Δήμα, φόντο της οποίας είναι τα καζίνο, οι τσόχες των τραπεζιών χαρτοπαιξίας και η ανθρώπινη καρδιά.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τις γνώσεις του Δήμα περί χαρτοπαιξίας, πάντως την αρένα της καρδιάς τη γνωρίζει καλά. Ξέρει να «αγγίζει», το ένιωθες όχι μόνο στους «Ακροβάτες του κήπου», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, αλλά και στη «Νήsos», μια από τις πιο επιτυχημένες κωμωδίες στον ελληνικό κινηματογράφο των τελευταίων χρόνων (που δεν είναι απλώς μία ακόμη τηλεοπτικής λογικής κωμωδία).
Το «Poker face» θέλει να γίνει μια ταινία αγαπητή σε όλους και η αλήθεια είναι ότι το σενάριό της, παρά τα μικροπροβλήματα, είχε προοπτικές. Αυτό που της λείπει όμως, παρά τις ευδιάκριτες προθέσεις όλων, είναι το ταίριασμα ανάμεσα στους πρωταγωνιστές. Η ιστορία της αισθηματικής κομεντί στον κινηματογράφο μάς έχει διδάξει ότι σε όλες αυτές τις ταινίες -από τις ελληνικές με Βουγιουκλάκη – Παπαμιχαήλ ως τις πιο ασήμαντες σύγχρονες αμερικανικές, όπως π.χ. η «Πρόταση» με τη Σάντρα Μπούλοκ και τον Ράιαν Ρέινολντς – η χημεία των πρωταγωνιστών είναι το παν. Ο Αδιάβροχος και η Νίκη, δηλαδή ο Κούρκουλος και η Σαουλίδου, θα έπρεπε να είναι το χέρι μέσα στο γάντι.
Δεν είναι. Αν το ζευγάρι αυτό ήταν κοκτέιλ θα είχε τη γεύση… ουίσκι με γάλα. Στον μεν Κούρκουλο διακρίνεις έναν ψυχρό επαγγελματισμό – είμαι εδώ για να κάνω τη δουλειά μου, θα την κάνω καλά και… άντε γεια -, στη δε Σαουλίδου βλέπεις την προσπάθεια μιας καλής ηθοποιού να πείσει σε κάτι που δεν της ταιριάζει. Υπάρχουν σκηνές όπως εκείνη που εμφανίζεται γυμνή στον δρόμο, οι οποίες μου προκάλεσαν τρομερή αμηχανία, σχεδόν τη λυπήθηκα. Η Σαουλίδου δεν έχει τον αέρα και τη δροσιά που απαιτεί η ηρωίδα της και σίγουρα δεν μπορεί να βγάλει χιούμορ.
Οι δευτεραγωνιστές θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει κάπως την κατάσταση, αλλά και εκεί βλέπεις ότι η ταινία χωλαίνει. Αν το κουαρτέτο των Δημήτρη Πιατά, Αντώνη Καφετζόπουλου, Γιάννη Μποσταντζόγλου και Γιώργου Πυρπασόπουλου στόχευε να γίνει κάτι σαν τους «Εντιμότατους φίλους μου» α λα ελληνικά, το αποτέλεσμα τείνει μάλλον προς τις κωμωδίες με τον Φράνκο Φράνκι και τον Τσίτσο Ινγκράτσια – ιδίως οι σκηνές του παρελθόντος που είναι γεμάτες από κακές περούκες και γκροτέσκες μούτες.
Θα πρέπει πάντως να πω ότι ο Μποσταντζόγλου κάπως ξεχωρίζει γιατί, παρ’ ότι με τον ήρωα που υποδύεται περιμένεις να καταφύγει σε μπανάλ υπερβολές, τελικά παίζει πιο συγκρατημένα από ποτέ.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk