Hµερολόγια επανάστασης

Tο κινητό του τηλέφωνο δεν σταµατά να χτυπά. Το σηκώνει και µιλάει γρήγορα. Το µόνο που καταφέρνουµε να ξεχωρίσουµε από τον χείµαρρο αραβικών φράσεων είναι η λέξη «σούκραν». Στα ελληνικά σηµαίνει «ευχαριστώ». Ο Κανάκης Μανδαλιός, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Βεγγάζης, από τη γέννησή του έµαθε να είναι µοιρασµένος ανάµεσα σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη και την Αφρική, ανάµεσα σε δύο χώρες, την Ελλάδα και τη Λιβύη. Γεννηµένος στην Αίγυπτο από έλληνες γονείς, µεγάλωσε στη Βεγγάζη. Μοναδικό διάλειµµα στη µαµά Ελλάδα τα χρόνια στο Πολυτεχνείο, στη Σχολή Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών, και ύστερα πάλι πίσω στη Βεγγάζη, για να στήσει µια ελληνική κατασκευαστική εταιρεία: Πάνω από 30 χρόνια δουλειάς σε ένα πεδίο µάλλον αφιλόξενο – κόντρα στην ατελείωτη γραφειοκρατία – µια οικογένεια τριών παιδιών, η δηµιουργία του Ευρωπαϊκού Σχολείου Βεγγάζης και µια ενεργή ελληνική κοινότητα που ζει έντονα τις γιορτές, τις εθνικές επετείους, το Πάσχα «ελληνοξεχνώντας», όπως θα έλεγε ο Μανώλης Ρασούλης.

Τα τελευταία χρόνια ήταν, όµως, αναµφισβήτητα ακόµη πιο δύσκολα. Οταν το 2010 ο Καντάφι µετά την υπόσχεση µεταρρυθµίσεων συσπειρώθηκε ξανά πίσω από το κλειστό κράτος του, ο Κανάκης Μανδαλιός σκέφτηκε πολλές φορές ότι ίσως χαράµισε τη ζωή του εκεί. Υστερα ήρθε η εξέγερση και εκείνος διάλεξε να σταθεί δίπλα στους επαναστάτες, επιλέγοντας να µην εγκαταλείψει τη χώρα που θεωρεί δεύτερη πατρίδα του. ∆ιοργάνωσε τη µεγάλη ευρωπαϊκή διαδήλωση στη Βεγγάζη κραδαίνοντας πανό µε στίχους από τον «Θούριο» του Ρήγα Φεραίου και προσπάθησε µε οποιονδήποτε τρόπο να βοηθήσει. Ετσι, έναν χρόνο µετά την εξέγερση στη Βεγγάζη µπορεί και χαµογελάει. Τι και αν ο ίδιος καταστράφηκε οικονοµικά, καθώς οι εγκαταστάσεις των εταιρειών του είτε βοµβαρδίστηκαν είτε λεηλατήθηκαν. Είναι έτοιµος να αρχίσει από το µηδέν ξανά στη χώρα που αγάπησε. Το ίδιο για εκείνον θα έπρεπε να κάνει και η Ελλάδα, δίνοντας ξανά πνοή στους αρχαίους δεσµούς που τη συνδέουν µε τη Λιβύη. «Η Κρήτη ανήκε διοικητικά στη Βεγγάζη ως το 1912, το σύστηµα υγείας που δηµιουργήθηκε στη Λιβύη το έστησαν έλληνες γιατροί, ο ∆οξιάδης έκανε τη χάραξη των δρόµων. Ας µην αφήσουµε την ευκαιρία ανεκµετάλλευτη» θα πει χαρακτηριστικά, για να συνεχίσει µε την ανατοµία µιας επανάστασης.

Πώς ξέσπασε η εξέγερση

«Βρισκόµουν στην Τρίπολη όταν άρχισαν τα γεγονότα. Ετσι, το µεσηµέρι της 15ης Φεβρουαρίου ένας λίβυος φίλος µου µου τηλεφώνησε και µου είπε ότι οι αρχές συνέλαβαν έναν νεαρό δικηγόρο, εκπρόσωπο των θυµάτων της φυλακής του Αµπού Σαλίµ και ότι ένα πλήθος περίπου 2.000 ατόµων είχε συγκεντρωθεί έξω από την αστυνοµική διεύθυνση ζητώντας την απελευθέρωσή του. Μου φάνηκε ανησυχητικό, γιατί τη συγκεκριµένη χρονική συγκυρία ο Καντάφι, τουλάχιστον από τα διαγγέλµατά του, που παρακολουθούσαµε στην τηλεόραση, φαινόταν να µη θέλει να εξοργίσει τα πλήθη. Βέβαια τίποτα ίσως να µην είχε αλλάξει αν µια άλλη οµάδα περίπου 100 νεαρών, που µάλλον έκαναν χαβαλέ, δεν είχε αναρτήσει έξω από το ∆ικαστικό Μέγαρο ένα µικρό πανό που ζητούσε την κατάλυση του καθεστώτος για πρώτη φορά. Ετσι, µετά την απελευθέρωση του δικηγόρου, γύρω στις 10.30 το βράδυ, οι δύο οµάδες ενώνονται – για πρώτη φορά µια ηλικιωµένη γυναίκα βγάζει και την παλιά σηµαία της Λιβύης – και συγκεντρώνονται στις 12.00 τα µεσάνυχτα έξω από ένα κυβερνητικό κτίριο, προσπαθώντας να το καταλάβουν. Θα ήταν πολύ εύκολο για τις αρχές να τους διαλύσουν χρησιµοποιώντας ήπια µέτρα, αντί για αυτό όµως πυροβόλησαν στο ψαχνό, όπως µου είπαν οι φίλοι µου. ∆ώδεκα άνθρωποι λοιπόν σκοτώνονται, τα πρώτα θύµατα της επανάστασης. Καταλαβαίνω ότι ύστερα από αυτό το βράδυ κάτι έχει αλλάξει στον ρου της Ιστορίας της Λιβύης και πράγµατι την επόµενη ηµέρα, µετά τις κηδείες των θυµάτων, η συγκέντρωση επαναλαµβάνεται µε 9.000 αυτή τη φορά, ενώ ακροβολιστές του καθεστώτος σκοτώνουν άλλους 14 ανθρώπους. Τρέχω στο αεροδρόµιο και ίσα που προλαβαίνω την τελευταία πτήση για Βεγγάζη παρακολουθώντας πλέον τις διαδηλώσεις από κοντά. Βέβαια η πιο καθοριστική ηµέρα είναι η 18η Φεβρουαρίου: Στην πόλη Αλ Μπέιντα, 200 χιλιόµετρα από τη Βεγγάζη, το πλήθος καταλαµβάνει ένα στρατόπεδο, παίρνει τα όπλα και κρεµάει τους καθεστωτικούς από µια γέφυρα. Μάλιστα ο υπουργός ∆ικαιοσύνης Μουσταφά Αµπντέλ Τζαλίλ ήδη έχει περάσει στο πλευρό των επαναστατών και από εκεί και πέρα µπαίνουµε µε κεκτηµένη ταχύτητα στην καρδιά της επανάστασης. Στις 21 Φεβρουαρίου καταλαµβάνεται το µεγάλο στρατόπεδο της Βεγγάζης, ο υπουργός Εσωτερικών Αµπντέλ Φατάχ Γιούνες, µε διάγγελµα στις 3.00 το µεσηµέρι, τάσσεται υπέρ της επανάστασης, οι άντρες οπλίζονται και ξεκινούν να προελαύνουν. Μέσα σε λίγες ηµέρες φθάνουν 150 χιλιόµετρα έξω από τη Σύρτη, τη γενέτειρα του Καντάφι. Αυτό που έχει σηµασία είναι ότι µέσα σε µία εβδοµάδα η µισή Λιβύη καταλαµβάνεται από τους αντικαθεστωτικούς. ∆εν µπορώ να το πιστέψω».

Ο αόρατος δικτάτορας

«Για µένα προσωπικά ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και καθοριστική για τη ροή των γεγονότων είναι η στάση του Αµπντάλα αλ-Σανούσι, του αρχηγού των µυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος. Παρά τις εντολές από τα κεντρικά για µια ήπια αντιµετώπιση των επαναστατών, εκείνος επέλεξε να οδηγήσει τα πράγµατα στα άκρα, φοβούµενος ότι αν επικρατούσε το στρατόπεδο των µεταρρυθµιστών αυτός θα ήταν ο αποδιοποµπαίος τράγος του Καντάφι. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε βίντεο από µια συνάντηση των υψηλόβαθµων αξιωµατούχων στη Βεγγάζη στις 17 Φεβρουαρίου, που παρακολούθησα αργότερα, ενώ όλοι είναι σκυθρωποί και σε εξαιρετική ένταση, εκείνος είναι απόλυτα ήρεµος».

Οι ξένοι φεύγουν

«Στους δρόµους επικρατεί πανηγυρική διάθεση. Θυµάµαι να µαζευόµαστε σε σπίτια και να παρακολουθούµε ειδήσεις, η Βεγγάζη από µια άγνωστη γωνιά του κόσµου γίνεται το επίκεντρο των εξελίξεων. Παράλληλα, µέσω των επαφών µε τους λίβυους φίλους µου, προσπαθούµε να βοηθήσουµε τους ξένους που ήθελαν να φύγουν. Στο λιµάνι της Βεγγάζης επικρατεί πανικός. Με κόπο, ιδρώτα και διαβουλεύσεις µε τα υπουργεία καταφέρνουµε να εξασφαλίσουµε θέσεις στα πλοία που ναύλωσαν οι Κινέζοι για να επαναπατριστεί το προσωπικό τους. Εγώ επέλεξα να µείνω, όχι από ηρωισµό, εκτιµούσα µάλιστα ότι η κατάσταση δεν ήταν επικίνδυνη ακόµη. Ετσι στο πλοίο επιβιβάζονται η κόρη µου και η γυναίκα µου. Ηθελα να δω την επανάσταση του λαού µε τον οποίο έζησα 40 χρόνια, έµεινα για να βοηθήσω µε τις δικές µου δυνάµεις, για να δικαιώσω την επιλογή των Λίβυων που ήταν έτοιµοι να πεθάνουν για την ελευθερία τους. Ετσι ύψωσα τη σηµαία της επανάστασης δίπλα στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή, στο Ευρωπαϊκό Σχολείο της Βεγγάζης, του οποίου είµαι ο εµπνευστής».

Προ των πυλών

«Στις 10 Μαρτίου ξεκινά ο στρατός του Καντάφι για τη Βεγγάζη. Ο “Θούριος” του Ρήγα Φεραίου περιγράφει τα συναισθήµατα του κόσµου: “Καλύτερα σαράντα µέρες ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή”. Στις 19 Μαρτίου ξυπνάω και βλέπω από το µπαλκόνι τα στρατεύµατα. Σκέφτοµαι ότι έκανα λάθος, ότι έπρεπε να είχα φύγει. Ευτυχώς, η αποφασιστική επέµβαση των ∆υτικών, οι οποίοι ίσως για πρώτη φορά έδρασαν τόσο γρήγορα και αποφασιστικά, σηµατοδότησε την αντίστροφη µέτρηση για τον Καντάφι. Χωρίς τη βοήθειά τους η επανάσταση δεν θα είχε καµιά τύχη».

Ο θάνατος του Καντάφι ήρθε ακριβώς την κατάλληλη ώρα, γιατί γνωρίζω ότι ήξεραν από την αρχή πού βρισκόταν. Εγινε πολύς λόγος για σεβασµό των ανθρωπίνων δικαιωµάτων στην περίπτωσή του. ∆εν ξέρω αν µπορείς να ελέγξεις ένα οργισµένο πλήθος που έχει χάσει τους συγγενείς του.

Σήµερα η Λιβύη δίνει εξετάσεις πολιτικής ωριµότητας. Τον Ιούνιο θα έχουµε τις εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης που θα φτιάξει το σύνταγµα και τον εκλογικό νόµο. Θέλω να πιστεύω ότι θα οδηγηθούµε σε ένα σύστηµα δύο κοµµάτων, ενός φιλελεύθερου κοσµικού και ενός µουσουλµανικού, που θα εναλλάσσονται στην κυβέρνηση».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk