To Twitter αντιδρά στο νέο άλμπουμ του Jack White

Ο Jack White είναι ένας από τους πλέον πολυπράγμονες μουσικούς της εποχής μας, ένα ανήσυχο μουσικό πνεύμα που δεν εφησυχάζει ποτέ και ζει για να γράφει μουσική. Οι δουλειές που κυκλοφόρησε με τους White Stripes, τη μπάντα του με την Meg White, ήταν από αυτές που σημάδεψαν τα zeroes, τα άλμπουμ που κυκλοφόρησε με τους Dead Weather και τους Raconteurs πήραν εξαιρετικές κριτικές ενώ οι συνεργασίες του με τον Danger Mouse, τον Danielle Luppi και την Κaren Elson συζητήθηκαν. Σε αυτό το σημείο της καριέρας του, ο White αποφασίζει να κυκλοφορήσει ένα δίσκο ο οποίος είναι αποκλειστικά φτιαγμένος από αυτόν. Το “Blunderbuss” που κυκλοφόρησε την προηγούμενη εβδομάδα σε όλο τον κόσμο, είναι ήδη στο νούμερο 1 των Αγγλικών τσαρτς, για πρώτη φορά στην καριέρα του ο White είδε άλμπουμ του να φτάνει στο νούμερο 1 του αμερικάνικου Billboard, οι φανς του δηλώνουν απόλυτα ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα και περιμένουν τις καλοκαιρινές του συναυλίες. Το Blunderbuss είναι μια δουλειά που έγινε αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο. Αυτός έγραψε τα τραγούδια, αυτός τα ηχογράφησε, αυτός έκανε εξ ολοκλήρου την παραγωγή. Στην Ελλάδα έχει πολλούς φανς και άσπονδους εχθρούς που δε μπορούν να του συγχωρήσουν το πρώτο του live στην Αθήνα. Ηταν 13 Ιουλίου του 2005 στα Ολυμπιακά Ακίνητα του Beach Volley και μόλις μισή ώρα μετά το πρώτο κομμάτι ο White φοβήθηκε μήπως ο δυνατός αέρας που φυσούσε έκανε τα φώτα να καταρρεύσουν στη σκηνή και έφυγε κακήν κακώς. Εμείς ζητήσαμε τη γνώμη τριών ανθρώπων που άκουσαν το “Βlunderbuss” να μας πουν πως τους φάνηκε και αν πρέπει να το αγοράσουμε.

O «καλός» Κωνσταντίνος Δημόπουλος (@kdimop) πίνει νερό στο όνομα του Jack White

Από τα τέλη των 90’s μέχρι και σήμερα ο Jack White o 3ος έχει δει το όνομα του να χρησιμοποιείται επί ματαίω και μη σε ένα σκασμό άρθρα, σχόλια και λοιπές «αναλύσεις». Οι χαρακτηρισμοί που το συνοδεύουν δε, έχουν ένα τεράστιο εύρος, αφού ξεκινούν από την «παραληρηματική ιδιοφυΐα» και -ευτυχώς σπάνια- καταλήγουν σε απερίφραστες αρλούμπες περί «υπερεκτιμημένου ταλέντου» που καλό θα ήταν να ξεχάσουν και όσοι τις υπέγραψαν. Η αλήθεια άλλωστε φυσικά και δεν βρίσκεται κάπου στη μέση. Ο Jack White είναι μια παραληρηματική ιδιοφυΐα.

Το πρόβλημα που είχαν ανέκαθεν μαζί του οι μουσικό-γραφιάδες παγκοσμίως (και πολύ περισσότερο στην «καθαγιασμένη» καλλιτεχνικά χώρα μας) είναι ότι φαίνεται να μην προσπάθησε ποτέ του να πάει τη μουσική ένα βήμα παραπέρα, ότι έδειχνε μονίμως προσκολλημένος στο παρελθόν. Ευτυχώς έχουν απόλυτο δίκαιο. O White δεν πειραματίστηκε ποτέ με τις φόρμες. Μεγάλωσε με blues και rock’n’roll και παλιομοδίτικη country σε μια γειτονιά του Detroit. Λάτρεψε τον Son House, τον Blind Willie McTell, τη Wanda Jackson και τη Loretta Lynn κι εδώ και δεκαπέντε χρόνια που έχει πάρει στα σοβαρά το ταλέντο του, δεν παύει να μας το υπενθυμίζει.

Αμετανόητος θιασώτης του αναλογικού ήχου, ο White σιχαίνεται κάθε τι ψηφιακό. Για αυτό ακριβώς το λόγο, όταν άκουσες για πρώτη φόρα την Airline κιθάρα του φιλτραρισμένη μέσα από ένα Whammy IV να κοπανάει τα ηχεία σου σαν βαρύ μπάσο στο Seven Nation Army, κατάλαβες ότι τα 00’s αρχίζουν και τελειώνουν σε ένα και μόνο τραγούδι. Για αυτό και τις προάλλες θα ευχόσουν να υπήρχε ένας μαγικός τρόπος ώστε κάποιο από τα γαλάζια -γεμάτα ήλιο- μπαλόνια με το flexi 7ιντσο του single, Freedom at 21, που ξαμόλησαν οι υπεύθυνοι της Third Man Records στον ουρανό της γενέτειρας του, να έβρισκε το δρόμο για το σπίτι σου. Από τους White Stripes στους Raconteurs και τους Dead Weather, ο White ήταν πάντα… τα πάντα σε όποιο project και αν έβαζε την υπογραφή του (ας αφήσουμε προς το παρών στην άκρη τα προ-Stripes χρόνια της αναζήτησης, διαβάζεις μια ελεγεία, όχι μάθημα ιστορίας). Συνεπώς είναι άτοπο να υπολογίσεις το “Blunderbuss” που μόλις κυκλοφόρησε, ως απλά την πρώτη του σόλο δουλειά. Πρόκειται άλλωστε για τον επόμενο δίσκο της ίδιας παραληρηματικής ιδιοφυΐας. The same boy you’ve always known. Απόλαυσέ τον!

Η «κακιά» Ηλέκτρα Σαραντή (@hlektronio) θα προτιμούσε να το «Blunderbuss» να ήταν πιο μικρό σε διάρκεια

Μissing pieces. Συγχαρητήρια κύριε White, μόλις κερδίσατε την προσοχή μου. Για να την χάσετε αμέσως μετά. Συνεχίστε παρόλα αυτά. Στο 4 είναι το hitάκι οπότε θα ξαναγυρίσω. Το οποίο ομολογουμένως αγάπησα πολύ. Και τα δύο επόμενα μου άρεσαν. Ε και μετά αρχίσαμε σιγά σιγά να χανόμαστε για να βρεθούμε ίσως για μια τελευταία φορά εκεί προς το κλείσιμο του δίσκου. Sorry cowboy. Συνολικά 13 κομμάτια από τα οποία άκουσα ανώδυνα τα 6 και θυμάμαι ή επιλέγω να θυμάμαι τα 4. Άντε 5.

Εντάξει δεν ήταν (πολύ) κακό. Στην τελική δεν ξέρω αν και τι περίμενα να ακούσω από τον Jack White. Και σίγουρα άκουσα και κομμάτια σαν αυτά που περίμενα να έχει μέσα ο δίσκος ακούγοντας το Love Interruption πριν κυκλοφορήσει. Σίγουρα δεν φανταζόμουν ότι θα έπαιρνε ένα 7,8 από το (αγαπημένο-μισητό) Pitchfork. Συγγνώμη Jack. Δεν μ’ έκανες να το αγαπήσω όσο αυτοί. Μάλλον φταίμε κι οι δυο. Είχαμε βάλει τον πήχη ψηλά. Είναι που έχω να γράψω κι αυτό το κείμενο και το ακούω στο repeat.

Πράγμα που με κάνει να διαπιστώνω πως ο δίσκος είναι αυτό που θα ακούσεις την πρώτη φορά. Δεν πρόκειται να ανακαλύψεις κάτι παραπάνω με τη δεύτερη. Αν έπεφτε στα χέρια μας την εποχή που είχαμε πολύ λιγότερη «πληροφορία» ίσως να είχε μια καλύτερη τύχη. Αν ήμουν ο παραγωγός του θα είχαμε σίγουρα έναν μικρότερης διάρκειας δίσκο. Αλλά αυτός είναι ο καλλιτέχνης και ο παραγωγός του εαυτού του οπότε ό,τι θέλει κάνει, του βάζει φωτιά και το καίει άμα γουστάρει. Κι εμείς.

O «μετριοπαθής» Κωνσταντίνος Μπούγας (@kbougas) δε θα το βάλει στην 20άδα του για την #blogovision

Μεγάλος φαν του Jack White και των συγκροτημάτων του δεν ήμουνα ποτέ. Η πορεία του, όμως, είναι τέτοια που ακόμα και κάποιος που ακούει μουσική μόνο στα μπαρ ή στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του έχει ακούσει τουλάχιστον ένα κομμάτι στο οποίο έχει βάλει το χέρι του. Το solo ντεμπούτο του, το «Blunderbass», το περίμεναν όλοι με ανυπομονησία, ακόμη κι εγώ. Ολοι θέλαμε να δούμε πώς θα τον επηρεάσει η διάλυση των White Stripes και ο χωρισμός με τη γυναίκα του. Και τα δύο γεγονότα συνέβησαν κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του άλμπουμ. Σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ γίνεται εμφανές ότι το δεύτερο τον επηρέασε πολύ. Ενα από τα χαρίσματα του Jack White, είναι να δημιουργεί κομμάτια που μου δίνουν μια αίσθηση οικειότητας, που μου θυμίζουν όλα κάτι που έχω ακούσει ξανά στο παρελθόν χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω τι. Αυτό επαναλαμβάνεται και στο «Blunderbuss». Δεν νομίζω να προκαλεί αίσθηση σε κανέναν ότι πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η κιθάρα.

Μελωδίες που κινούνται από το μπλουζ μέχρι το ροκαμπίλι και από το rock’n’roll μέχρι τη folk. Το άλμπουμ σου αποκαλύπτεται σταδιακά με κάθε νέα ακρόαση. Στις πρώτες μου φάνηκε αδιάφορο, σιγά-σιγά άρχισα να ανακαλύπτω τις αρετές του. Στα πρώτα τέσσερα κομμάτια βρίσκονται και τα τρία singles του άλμπουμ, τα οποία δεν με ενθουσίασαν. Η στιγμή που μπαίνουν οι πρώτες νότες από το ομώνυμο κομμάτι είναι αυτή που ανοίγει και την τριάδα των αγαπημένων μου κομματιών. Η κορύφωση έρχεται με την απόκοσμη μελωδία που βγαίνει απ’το πιάνο του «Weep Themselves to Sleep», στο οποίο το εκπληκτικό σόλο της κιθάρας σε επαναφέρει στη πραγματικότητα. Από τα υπόλοιπα, ξεχωρίζω το «Hip (Eponymous) Poor Boy» και το «Take Me With You When You Go» με τα χορωδιακά φωνητικά.

Συνολικά, πρόκειται για ένα αρκετά καλό άλμπουμ, το οποίο, όμως, δύσκολα θα γίνει αγαπημένο μου, αλλά, έχει 4-5 πολύ καλά κομμάτια από τα οποία ένα έχει ήδη κλείσει θέση για τα καλύτερα της φετινής χρονιάς.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk