Κόμματα και συνδικάτα

Αν κάτι το διαφορετικό θα πρέπει να αναζητηθεί ως πολιτικό σύστημα, αυτό δεν μπορεί να συντελεσθεί χωρίς να προεκτεθούν κάποιες από τις παθογένειες που το υποβαστάζουν και από τις οποίες το υπάρχον πρέπει να απαλλαγεί. Ως πολιτικό σύστημα ορίζουμε έναν σχετικά σταθεροποιημένο μηχανισμό απαντήσεων στις απαιτήσεις μιας κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση

Κόμματα και συνδικάτα | tovima.gr
Αν κάτι το διαφορετικό θα πρέπει να αναζητηθεί ως πολιτικό σύστημα, αυτό δεν μπορεί να συντελεσθεί χωρίς να προεκτεθούν κάποιες από τις παθογένειες που το υποβαστάζουν και από τις οποίες το υπάρχον πρέπει να απαλλαγεί.
Ως πολιτικό σύστημα ορίζουμε έναν σχετικά σταθεροποιημένο μηχανισμό απαντήσεων στις απαιτήσεις μιας κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο αυτές όσο και εκείνοι που θα τις δώσουν έχουν προκύψει μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες. Αν αυτό το τελευταίο δεν συμβαίνει, τότε δεν θα πρόκειται για πολιτικό οργανισμό, αλλά για ένα καθεστώς αυταρχικών επιβολών. Η δεύτερη περίπτωση φαντάζομαι πως δεν μας αφορά.
Δύο από τα περισσότερα αλλά ιδιαίτερα αλληλεξαρτώμενα στοιχεία, από τα οποία ειδικότερα συγκροτείται ένα πολιτικό σύστημα, με όρους Πολιτικής Επιστήμης είναι:
Α. Οι Φορείς Πολιτικής Εκπροσώπησης, τα πολιτικά κόμματα τα οποία έχουν ως ιδανική αποστολή, όχι την άρθρωση συμφερόντων, αλλά τον δημιουργικό συγκερασμό τους (Λειτουργία Εναρμονισμού Διεκδικήσεων) και
Β. Οι Φορείς Κοινωνικής Εκπροσώπησης, οι οποίοι διεκδικούν την ικανοποίηση απαιτήσεων στη βάση κατηγοριακών αιτημάτων (Λειτουργία Αρθρωσης Συμφερόντων).
Τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, από τη στιγμή που η χώρα εντάχθηκε στην ΕΕ, έχουν πάψει – πολύ περισσότερο από πριν – να δίνουν τη μεταξύ τους μάχη με αμιγώς ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια. Μάχονται, ουσιαστικά, μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα και ελάχιστα πάνω σε αυτό. Σήμερα, τα ελληνικά πολιτικά κόμματα μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους ώστε να μπορούν – με μια ιστορικά συνεπή εξαίρεση – να χαρακτηρισθούν ως συγκλιτικά. Και υπό ορισμένη έννοια και ως Συγκλητικά! Αυτά που τους ενώνουν – εξ ου και οι πολυσυλλεκτικές τακτικές που αναπτύχθηκαν μετά το 1977 – είναι πολύ περισσότερα από αυτά που τα χωρίζουν. Από τη στιγμή δηλαδή που το μεγαλύτερο ποσοστό των κρίσιμων αποφάσεων λαμβάνεται σε ενωσιακό επίπεδο, οι μόνες διαφοροποιήσεις για την υπηρέτηση των εθνικών επιλογών διεκδικούνται στο επίπεδο της επιδεξιότητας των κυβερνήσεων και των χαρισματικών αρετών των αρχηγών.

Η στροφή όμως προς την προσωπική επιδεξιότητα, δηλαδή προς εφευρετικούς χειρισμούς, ώστε να ανακτάται ένα μέρος της κυριαρχίας που συμβατικά παραχωρήθηκε, ενισχύει λογικά ακόμα περισσότερο τον ηγετικοκεντρικό μεσσιανικό χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, αφού πολλά εξαρτώνται από το σύνδρομο επιτευγματικής απόδοσης (achievement motivation). Η εμπίστευση όμως σε αυτή τη διάσταση παρασύρει και την ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή γενικότερα στο να αδιαφορεί για τις διαδικασίες.

Ομως μετά τις μνημονιακές συμβάσεις και με τον συνεπόμενο κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων – που δεν είναι χωρίς κοινωνικό/οικονομικό υπόβαθρο – φαίνεται – για πόσο άραγε; – το σύστημα να επανέρχεται σε μια μερική επανιδεολογικοποίησή του. Επανακάμπτουμε έτσι όχι σε ένα σύστημα αποσυγκλιτικών κομμάτων, αλλά σε επιμέρους αποσυγκλιτικές τακτικές όπου το κάθε κόμμα διεκδικεί να προσλαμβάνεται από τους ψηφοφόρους ως κάτι το διαφορετικό από τα άλλα σε ένα επίπεδο κυρίως ρητορικής και όχι προγραμματικής διαφοροποίησης. Κάτι που δεν είναι επαρκές για να διαρραγεί το άκαμπτο πλαίσιο εξωτερικής επικυριαρχίας και πειθαρχίας, το οποίο έχει στη χώρα επιβληθεί. Κάτι που αποτελεί παράβαση, όσο αναγκαία και αν κρίνεται, όχι μόνο των συνθηκών, αλλά, και κυρίως, των υπερκείμενων αρχών ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.
Απέναντι σε αυτή τη νέα κατάσταση πραγμάτων τα μέχρι σήμερα κυβερνητικά κόμματα καταγράφουν υψηλό βαθμό συγκλιτικότητας. Τα άλλα, μη προβάλλοντας ιδιαίτερα ηγετικές αρετές, δείχνουν περισσότερο αποσυγκλιτικά ως προς τα πρώτα, έστω και αν η κοινή γνώμη δεν φαίνεται να αδιαφορεί για τα προσωπικά χαρακτηριστικά αυτών που ηγούνται σταθερώς ή εκτάκτως αυτών των κομμάτων. Δείχνει να θεωρεί, από τα μέχρι τώρα συνεχώς αναδιαμορφούμενα δημοσκοπικά ευρήματα, ότι κάποια νέα πρόσωπα μπορεί να επιδράσουν στις λύσεις και σε κάθε περίπτωση να εκφράσουν τη διάχυτη τιμωρητική διαμαρτυρία απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Στην υπόθεση όμως που αυτό θα επαληθευθεί, τότε θα πρέπει να διερωτηθούμε σε ποια έκταση μπορεί να βρεθούμε μπροστά σε ένα σύστημα όπου τα μέχρι τώρα μη κυβερνητικά κόμματα – αν δεν συμπράξουν σε εξουσιαστικές συνεργασίες – θα υποκατασταθούν στη λειτουργία των συνδικάτων, των φορέων κοινωνικής εκπροσώπησης, οι οποίοι επιδιώκουν την ικανοποίηση κλαδικών ή και υπερκλαδικών συμφερόντων. Ορισμένα συνδικάτα εκδηλώνονται κατά καιρούς με ιδιαίτερη επιθετικότητα προς το πολιτικό σύστημα. Ο τρόπος με τον οποίο ασκείται είτε το δικαίωμα της απεργίας είτε η με άλλους τρόπους δημόσια διεκδίκηση αιτημάτων, είναι τέτοιας σφοδρότητας ώστε να πλήττεται η συνολική παραγωγή και λειτουργία της χώρας και όχι μόνο η οικονομική. Ακόμη και το δικαίωμα του πολίτη στην πληροφόρηση απειλείται όταν τα δημόσια μέσα μαζικής επικοινωνίας κλειδώνονται ή ο πολιτισμός εμποδίζεται να προβληθεί, όταν η πρόσβαση στους χώρους αποκλείεται.
Ενώπιον όλων αυτών των ανοικτών τάσεων, μεταβατικών περιστάσεων, υποκαταστάσεων και αδιευκρίνιστων προοπτικών, ο κόσμος καλείται στις 6 Μαΐου να τοποθετηθεί. Θα αρκέσει αυτό ώστε τα πολιτικά κόμματα να εκπληρώσουν την ευθύνη τους για το πώς ο τόπος θα πρέπει να κυβερνηθεί;

Ο κ. Ιωάννης Δ. Μεταξάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
aidmetax@gmail.com

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk