• Αναζήτηση
  • Οι καλύτερες και οι χειρότερες παραστάσεις της χρονιάς

    Αν κάτι ξέρουμε ότι σίγουρα δεν μας αρέσει, αυτό είναι τα χλιαρά θεάματα. Αυτές οι παραστάσεις από τις οποίες βγαίνεις και κουνάς το κεφάλι στην παρέα σφίγγοντας τα χείλη. Γι’ αυτό και αποφασίσαμε να ασχοληθούμε με τα άκρα. Με αυτά που χειροκροτήσαμε με πάθος και με εκείνα που δεν μας άρεσαν καθόλου. Οι παραστάσεις που μας ήρθαν αυθόρμητα στο μυαλό είναι πολύ ετερόκλητες, αυτές όμως που μας άρεσαν έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αναφέρονται στην Ελλάδα και στην Ιστορία της. Χωρίς να το επιδιώξουμε, ξεχωρίσαμε έργα που διέπονται από μια «ελληνικότητα» συγκροτημένη, νηφάλια και περήφανη για τον εαυτό της. Και ας μαλώσαμε για τη «Νίκη» της Λούλας Αναγνωστάκη που ανέβηκε στο Εθνικό, όπως άλλωστε έκανε και το κοινό όταν αποχωρούσε από την αίθουσα.

    Τα χειρότερα

    Η μεγάλη απογοήτευση της σεζόν ήταν ο πολυαναμενόμενος «Μακμπέθ» του Θωμά Μοσχόπουλου. Πολυαναμενόμενος και επειδή αρκετοί είχαν ενθουσιαστεί με τη «Δωδέκατη νύχτα» και περίμεναν πώς και πώς τη δική του ανάγνωση σε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του Σαίξπηρ, αλλά και διότι επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη παραγωγή ελληνικού θιάσου στην κεντρική σκηνή της Στέγης Γραμμάτων & Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση. Δυστυχώς, Βατερλώ. Και αν στο πρώτο μέρος της ξεχνιόσουν κάπως με το εντυπωσιακό σκηνικό και τα φορέματα της Μάσχα, στο δεύτερο ήταν πλέον φανερό πως, ειδικά σε ό,τι αφορούσε την καθοδήγηση των ηθοποιών, ο Μοσχόπουλος έδωσε το σύνθημα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», εξού και έμοιαζαν όλοι να παίζουν σε διαφορετική παράσταση. Σαν να τα παράτησε στη μέση της προετοιμασίας, σαν να χάθηκε στις τεχνικές λεπτομέρειες, αφήνοντας το νόημα του έργου να εξατμίζεται. Ο Μακμπέθ δολοπλοκεί και φονεύει, η λαίδη κινεί από το παρασκήνιο τα νήματα, αλλά ο θεατής δεν δίνει δεκάρα. «Οχι άλλο ύπνο» έγραφαν οι αφίσες που είχαν γεμίσει την Αθήνα. Ούτε απειλή ούτε υπόσχεση ήταν.

    Εννοείται ότι το ελληνικό έργο δεν εγγυάται φυσικά το καλό αποτέλεσμα. Ο Γιάννης Κακλέας ανέβασε την εμβληματική «Αυλή των θαυμάτων» του Ιάκωβου Καμπανέλλη στο Εθνικό Θέατρο με μια κάποια σύγχυση. Τη μία νόμιζες ότι ήθελε να κρατήσει την παράσταση σε μια άχρονη πραγματικότητα που θα μπορούσε να αναφέρεται ταυτόχρονα στο τώρα και στην Αθήνα πριν από 50 χρόνια (!), την άλλη άστοχες βιντεοπροβολές από τα πέριξ της Αγίου Κωνσταντίνου (που καμία σχέση δεν είχαν με ό,τι εκτυλισσόταν επί σκηνής) και αμήχανες παρεμβάσεις στο τέλος με συγκρούσεις με ΜΑΤ τόνιζαν τη σύνδεση με το σήμερα, που, αν έλειπε, θα ήμασταν όλοι πιο ευτυχισμένοι. Οταν το κείμενο μιλάει από μόνο του, δεν χρειάζονται τερτίπια, όποιος ήθελε να κάνει παραλληλισμούς θα τους έκανε και όποιος επιθυμούσε θα βυθιζόταν στη νοσταλγία. Ο Κακλέας κατάφερε να κάνει τους κυνικούς να καγχάσουν και τους ρομαντικούς να φύγουν από το θέατρο μπερδεμένοι. Οι ηθοποιοί, ωστόσο, ήταν καλοί.

    Ο Γιώργος Κιμούλης, πάντως, ήταν… «Απλά βαρετός» στον μονόλογό του «Απλά περίπλοκος» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Και επειδή ήταν ο πρώτος του μονόλογος, είπε να του δώσει να καταλάβει. Και μετάφραση του κειμένου του Τόμας Μπέρνχαρντ, και σκηνοθεσία, και ερμηνεία. «Μe, myself and I» δηλαδή, χωρίς ωστόσο την αντίστοιχη παιχνιδιάρικη διάθεση των De La Soul. Ο μονόλογος ενός μοναχικού ηλικιωμένου ηθοποιού, ο οποίος προβληματίζεται επάνω στο γήρας, στον εγωισμό, στο θέατρο, σαφέστατα αναφέρεται σε προσωπικούς προβληματισμούς του Κιμούλη. Θα μπορούσε, όμως, να αφορά περισσότερους αν το κείμενο έφθανε στα αφτιά τους. Κάτι η κακή ακουστική, κάτι η ναρκισσιστική σιγουριά του Κιμούλη που του υπαγόρευσε ότι μπορεί να μουρμουρίζει αν θέλει, αντί να μιλάει, κατέστησαν την παράσταση μια απλή επίδειξη φόρμας και ματαιοδοξίας του πρωταγωνιστή της.

    Τα καλύτερα

    Για μια άλλη παραγωγή του Εθνικού, τον «Κόκκινο βράχο» σε σκηνοθεσία Ρούλας Πατεράκη, υπήρξε πάντως ομοφωνία και τρέχαμε στο ΥouΤube για να βρούμε τα τραγούδια που ακούγονται στην παράσταση· «Ρεζεντά», «Είναι η αγάπη χίμαιρα», «Πέρσι τέτοιον καιρό». Αρωμα εποχής των αρχών του 20ού αιώνα – για τη σκηνική προσαρμογή του έργου αντλήθηκε υλικό από την ομώνυμη νουβέλα του Ξενόπουλου, αλλά και από το θεατρικό «Φωτεινή Σάντρη» και την αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα». Με φόντο μια ερωτική ιστορία, τότε που ακόμη τα ξαδέλφια παντρεύονταν μεταξύ τους και τον ζακυνθινό μπαμπά τον αποκαλούσαν «παπάκη», παρουσιάζεται ο κοινωνικός και ο πολιτικός χάρτης της εποχής όπου ζούσαν και στοχάζονταν οι Παλαμάς, Ροΐδης, Χρηστομάνος. Ακούγεται ρετρό, αλλά δεν είναι.

    Η αναβίωση της εποχής δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση της αισθητικής της περιόδου και των ηθών της, αλλά εισχωρεί ακόμη βαθύτερα. Εχει πολύ γούστο που κάποιοι θεατές σκανδαλίστηκαν επειδή έκριναν ότι έβλεπαν «σοφτ πορνό» όταν τα δύο παιδιά της οικογένειας, αγόρι και κορίτσι, στην εφηβεία τους έκαναν ντους σε γειτονικές ντουσιέρες. Ούτε καν πρόσεξαν ότι ο εν λόγω εξάδελφος δεν κρυφοκοίταζε απαραίτητα μόνο το κορίτσι, το οποίο ούτως ή άλλως ήταν εντελώς αγοροκόριτσο. Το πολύ διακριτικό, παράπλευρο σχόλιο της Πατεράκη επάνω στη «σιωπηλή» ομοφυλοφιλία (ή την απώθησή της), λόγω των κοινωνικών συμβάσεων της εποχής, πέρασε ελαφρώς απαρατήρητο.

    Οι «Παραλογές ή μικρές καθημερινές τραγωδίες», σε δραματική επεξεργασία και σκηνοθεσία του Γιάννη Καλαβριανού, ήταν ακόμη μια εξαιρετική περίπτωση. Αρχικά παρουσιάστηκε σε μη θεατρικούς χώρους, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών του 2010, σε θέατρα, περιόδευσε ανά την Ελλάδα και την Κύπρο και εφέτος ανέβηκε στο θέατρο Πορεία. Μια σπονδυλωτή παράσταση με τέσσερις παραλογές, δηλαδή αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια που συγγενεύουν με τα ακριτικά και συνυπάρχουν με στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη.

    Δύο πολύ διαφορετικές εκφάνσεις της πολιτισμικής παράδοσης, η λαϊκή δημοτική και η νεότερη ποιητική, παντρεύονται από προξενιό, το οποίο στην αρχή μοιάζει… παράλογο, αλλά τελικά διαψεύδουν κάθε καχύποπτη πρόβλεψη με την αρμονία της συνύπαρξής τους. Η μία έχει εκφράσει χωρίς περιστροφές τη ζοφερή αγριότητα της ενδοοικογενειακής βίας (οι τίτλοι «Η μάνα η φόνισσα», «Της σκοτωμένης» μιλούν από μόνοι τους). Η άλλη προσεγγίζει στα ακροδάχτυλα τη φαυλότητα της ανθρώπινης φύσης και εκφράζει ακούσια το ανείπωτο των παραλογών: Δεν υπάρχει «γιατί» στις βάρβαρες ανθρώπινες πράξεις. «Η ζωή είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε». Ο Καλαβριανός διαθέτει το πιο δυνατό όπλο για όποιον καταπιάνεται με σοβαρά θέματα: έχει μια πηγαία αίσθηση του χιούμορ. Από το «Εγώ είμαι το θείο βρέφος» έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί στα έργα του τη σοβαρότητα που τους αναλογεί, αλλά χωρίς σοβαροφάνεια και μελοδραματισμούς.

    Μπορεί ο Στάθης Λιβαθινός τα μην τα είχε καταφέρει πολύ καλά με τον φωνακλάδικο, τύπου ροκ «Βασιλιά Ληρ» πριν από δύο-τρία χρόνια, ωστόσο, με τον «Ερωτόκριτο» στο Ακροπόλ έδωσε ρέστα. Τι κι αν το χειμαρρώδες ποίημα του Βιτσέντζου Κορνάρου δεν γράφτηκε για να απευθύνεται στα αφτιά των Ελλήνων του 21ου αιώνα; Με μια βελούδινη αυλαία και τους ηθοποιούς μπροστά να αλλάζουν ρόλους και να αφηγούνται επί 45 λεπτά πώς γεννήθηκε αυτός ο μεγάλος έρωτας, εγένετο θεατρική μαγεία. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Η εισαγωγή σε έναν κόσμο όλο παιχνίδι, με το καρουσέλ να κάνει – σαν τον χρόνο – τους κύκλους του, και ένα ζευγάρι πρωταγωνιστικό, τον Γιώργο Χριστοδούλου και τη Νεφέλη Κουρή, να μην το χορταίνεις – όλο ομορφιά και ορμή. Υπάρχουν και αυτοί που γκρίνιαξαν ότι τα μισά δεν τα καταλάβαιναν, αλλά ακόμη και έτσι μπορείς να παραφράσεις: «Σαν είν’ η γλώσσα μπιστική, παλιώνει, μηδέ λιώνει, ανθεί και δένει στην καρδιά και ξανακαινουργιώνει».

    Και η επιστροφή του «Ηλίθιου»

    Ενας εξάωρος Ντοστογέφσκι επιστρέφει στο σανίδι. «Εχω ανοιχτούς λογαριασμούς με τον “Ηλίθιο”» δηλώνει ο Στάθης Λιβαθινός. «Εχω ανοιχτούς λογαριασμούς με τον Ντοστογέφσκι. Είναι τρομερός ο μαγνητισμός που ασκεί αυτός ο συγγραφέας, αλλά και η αγάπη των ηθοποιών για το υλικό. Είναι μια πρόκληση να επιστρέφεις, δεν μιλάμε για απλή επανάληψη. Μοιάζει με επιστροφή, αλλά στην ουσία πρόκειται για αναδημιουργία». Γι’ αυτό και ο σκηνοθέτης υπομένει ξανά το «μαρτύριο» μιας μαραθώνιας πρόβας. Και τι πρόβας! Πρόκειται για την εξάωρη εκδοχή της παράστασης «Ο ηλίθιος», που ανεβάζει ξανά, πέντε χρόνια έπειτα από εκείνη με την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Μια παράσταση για χάρη της οποίας είχαν τότε καταστρωθεί λίστες αναμονής και που ουδέποτε έπαψε να συζητιέται. Σήμερα δε, ακόμη περισσότερο.

    Οι περισσότεροι ηθοποιοί της εκδοχής του 2012, που φιλοξενείται στο θέατρο Ακροπόλ, ανήκαν και στον θίασο του (απαιτητικού) «Ερωτόκριτου», της προηγούμενης παράστασης σε σκηνοθεσία Λιβαθινού, εξού και δηλώνουν κουρασμένοι. Αλλά στις επάλξεις. Πρόβα και πάλι πρόβα λοιπόν. Στις λιγοστές στιγμές χαλάρωσης, η Μαρία Ναυπλιώτου δέχεται κομπλιμέντα για την καινούργια κουπ της. Ο καφές είναι έτοιμος και αχνίζει στο φουαγέ, οι βοηθοί του σκηνοθέτη τρέχουν πανικόβλητες, οι θεατρίνοι και οι θεατρίνες αποσύρονται σιγά σιγά στα καμαρίνια. Ο Δημήτρης Ημελλος μένει για λίγο μόνος για να ξεφυλλίσει με την ησυχία του την εφημερίδα του και την ώρα που ακούγονται κάτι μπλουζ ρυθμοί από την αίθουσα μας λέει ότι «η επιστροφή σε μια παράσταση ύστερα από τόσον καιρό είναι λίγο περίεργη». Στον θίασο υπάρχουν και νέες αφίξεις, όπως η Φωτεινή Τιμοθέου και η Κόρα Καρβούνη, οι οποίες ένιωσαν δέος όταν ήρθαν αντιμέτωπες με το έργο, ωστόσο δεν φοβήθηκαν τον μύθο της προγενέστερης παράστασης. Για καλό και για κακό, όμως, «έκρυψαν» και ένα στρωματάκι στο καμαρίνι τους για τις δύσκολες ώρες της αναμονής. l

    * «O ηλίθιος» του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, ανεβαίνει ως τις 20 Μαΐου στο θέατρο Ακροπόλ.

    Δείτε επίσης
    BHMAgazino
    One Channel
    Ο νέος ενημερωτικός τηλεοπτικός σταθμός της Ελλάδας
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk