O μύθος του καζίνο

«Έχει dress code, που πας με το αθλητικό;», με ρώτησε κοιτώντας με βλέμμα γεμάτο απορία η φίλη μου. Όχι ότι και εκείνη ήξερε πολλά. Και για τις δυο μας ήταν η παρθενική επίσκεψη σε ελληνικό καζίνο. Εβγαλα λοιπόν χωρίς δεύτερη σκέψη το άνετο παπούτσι, το αντικατέστησα με τη δεκάποντη γόβα, ολοκλήρωσα το μπλακ-τζακ look με το κόκκινο κραγιόν και ξεκίνησα για το ναό του χρήματος.

Πάντα πριν πάω κάπου –όπως οι περισσότεροι φαντάζομαι- χωρίς να το επιδιώκω, φέρνω την εικόνα του χώρου στο μυαλό μου και στην προκειμένη περίπτωση οι χολιγουντιανές ταινίες είχαν κάνει μεγάλη ζημιά στις κοινωνικές μου αναπαραστάσεις. Λίγο η συμμορία των έντεκα, των δώδεκα και των δεκατριών, λίγο το Hangover και λίγο το Casino Royale, ανέβασαν τον πήχυ πολύ ψηλά και με έκαναν να ανυπομονώ να μπω στο χλιδάτο παλάτι με τον αέρα του κοριτσιού του Τζέιμς Μποντ. Θα διέσχιζα το κόκκινο χαλί όλο χάρη, αέρας θα φυσούσε στα μαλλιά μου, θα πόνταρα όλες μου τις μάρκες στον τυχερό μου αριθμό και η φράση που θα έκανε τους πάντες να με κοιτάζουν με φθόνο θα ακουγόταν από τα χείλη του κρουπιέρη. Δέκα μαύρο.

«Φτάσαμε», είπε κάποιος από την παρέα για να με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Και στο δικό μου μυαλό, το ταξίδι προς τον πλούτο ξεκινούσε. Πέντε λεπτά αργότερα ήμουν ήδη κατά δέκα ευρώ φτωχότερη, αφού έπρεπε υποχρεωτικά να βγάλω την κάρτα μέλους, κάτι σαν φοιτητική κάρτα με όνομα τηλέφωνο και φωτογραφία, για να με καταχωρήσουν και να μπορέσω να κυνηγήσω την τύχη μου. Ήμουν έτοιμη όμως. Θα τα έπαιρνα όλα πίσω και με το παραπάνω. Η πόρτα της εισόδου άνοιξε και πίσω από το σύννεφο καπνού δεν διέκρινα πουθενά τον Τζορτζ Κλούνεϊ με το σμόκιν του και τη Τζούλια Ρόμπερτς με την τουαλέτα της. Αντίθετα, οι ηλικιωμένες κυρίες που δεν θύμιζαν σε τίποτα τη γιαγιά μου είχαν κάνει κατάληψη στα «φρουτάκια», κάτι τύποι, που έμοιαζαν στην καλύτερη περίπτωση να έχουν σκοτώσει τη μάνα τους, στόλιζαν με τις μάρκες τους τη ρουλέτα και οι πιο νέοι, με τσιγάρο στο ένα χέρι και ποτό στο άλλο, ξεδίπλωναν το ταλέντο τους στο πόκερ. Τίποτα δεν θα με σταματούσε όμως. Έβγαλα λίγο κόκκινο κραγιόν από τα χείλη μου για να προσαρμοστώ στις νέες συνθήκες, αναπόλησα για μια στιγμή τα σταράκια μου και ρίχτηκα στη μάχη.

Πρώτη στάση το μπλακ-τζακ. Αν θυμάμαι καλά αυτό μοιάζει με την εικοσιμία που παίζουμε την Πρωτοχρονιά –εμείς δηλαδή, γιατί οι υπόλοιποι κατάλαβα ότι την τιμούν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Βρήκαμε ένα σχετικά άδειο τραπέζι και στρογγυλοκαθίσαμε. «Τι κάνουμε τώρα;», ρώτησα χαμηλόφωνα. «Παίρνετε μάρκες των δέκα ευρώ και ποντάρετε», ήρθε η απάντηση από τη συμπαθέστατη κυρία που μοίραζε τα φύλλα και έκανε μαθηματικές πράξεις ταχύτερα κι από κομπιουτεράκι. «Πλάκα μου κάνεις; Ξέρεις πόσα είναι δέκα ευρώ, εγώ τα Χριστούγεννα παίζω με στραγάλια και πάλι τσαντίζομαι όταν χάνω», ήμουν έτοιμη να απαντήσω αλλά ως γνήσια τζογαδόρος δεν έδειξα την παραμικρή ενόχληση και έβγαλα το πορτοφόλι μου. Αλλωστε θα κέρδιζα. Βάζουμε λοιπόν από μια μάρκα στο τετράγωνο και με συνοπτικές διαδικασίες τις χάνουμε και οι δύο. «Αλλη μία φορά», ψιθυρίζουμε μεταξύ μας για να καταλήξουμε να χάσουμε είκοσι ευρώ ακόμη. Η φίλη μου δεν πτοήθηκε και συνέχισε, αλλά εγώ κράτησα την υπόλοιπη στρογγυλή μου περιουσία για τη ρουλέτα. Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν μας πήγαινε το χαρτί και αφού η «συμπαίκτρια» μου έχασε λίγες ακόμα μάρκες και το πήρε απόφαση, σηκωθήκαμε και κατευθυνθήκαμε προς το επόμενο τυχερό παιχνίδι. Στο πρώτο τραπέζι που σταματήσαμε, βρέθηκε ευτυχώς κάποιος ευγενικός κύριος, ο οποίος αξιώθηκε να μας πληροφορήσει ότι υπάρχει άλλη ρουλέτα στο διπλανό δωμάτιο με κατώτερο στοίχημα τα δυόμισι ευρώ και όχι τα πέντε, την οποία και τελικά προτιμήσαμε.

«Αφήστε το στο τραπέζι», μου είπε μια αντρική φωνή αναφερόμενη στο εικοσάευρό μου, την ώρα που είχα τεντώσει το χέρι μου για να το δώσω και να μην κάνει τον κόπο ο κρουπιέρης να σκύψει. «Cash ή χρώμα;», έπεσε σαν βόμβα η επόμενη ερώτηση που ήρθε να μου θυμίσει πως είναι να σε σηκώνουν για μάθημα και να μην έχεις ιδέα για τα χημικά στοιχεία και τη σειρά τους στον περιοδικό πίνακα. Κινέζικα. «Χρώμα», είπα διστακτικά και εκείνος μου έδωσε τις ωραιότατες πορτοκαλί μάρκες. Οι υπόλοιποι γύρω μου βέβαια δεν ήταν άσχετοι σαν εμένα. Αυτοί συνεννοούνταν με τα μάτια και μιλούσαν τη γλώσσα του καζίνο. Μέχρι το τέλος της βραδιάς είχα πειστεί ότι το ένα κλείσιμο βλεφαρίδων σήμαινε δύο μάρκες στο εννιά και τα δύο, τέσσερις στο εικοσιένα. Το πιο εντυπωσιακό ήταν όμως ότι όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, χαιρετιόντουσαν στους διαδρόμους και μοιράζονταν τον πόνο ή την επιτυχία τους.

Πλέον όμως είχα ενταχθεί κι εγώ στην παρέα. Τεντώθηκα διστακτικά για να ακουμπήσω μια μάρκα στο δέκα, αλλά ένας κύριος, ο οποίος θα περνούσε και για καθηγητής πανεπιστημίου, με εκτόπισε για να απλώσει τις δικές του στην πράσινη τσόχα και να επιχειρήσει να «πιάσει την καλή». Οσο η μπίλια γυρνούσε, εγώ δεν σταμάτησα να κάνω υπολογισμούς για να βρω το ποσό που είχε καταθέσει ο γκριζομάλλης στα δεξιά μου, που έδειχνε να αψηφά την οικονομική κρίση. Τέσσερις μάρκες στα μονά και τρεις στην τετράδα δίπλα στο εικοσιένα και δύο στο μηδέν και άλλες πέντε στο έντεκα και τέσσερις στα κόκκινα και τρεις στην πρώτη σειρά… «Τριανταένα μαύρο», διέκοψε τους υπολογισμούς μου ο κρουπιέρης, λίγο πριν μαζέψει με μια χορευτική κίνηση τις περισσότερες από τις μάρκες για να τις ρίξει στην τρύπα. Ήθελα κι άλλο. Ηξερα μέσα μου ότι αυτή θα ήταν η τυχερή «μπιλιά» και κάπου εκεί κατάλαβα το πώς πάει το παιχνίδι. Αν εγώ που δεν είχα βγάλει ευρώ από το καζίνο ένιωθα την ανάγκη να ξαναποντάρω, πιστεύοντας ότι η τύχη θα μου χαμογελούσε αυτή τη φορά, τότε οι εθισμένοι συμπαίκτες μου που τα έπαιζαν όλα για όλα, είχαν παγιδευτεί και ήταν αργά να κάνουν πίσω.

Στην ίδια κατηγορία μάλλον ανήκε και η εντυπωσιακή ξανθιά κυρία, η οποία έπαιζε με τον άντρα της στο τραπέζι που είχαμε κάτσει αρχικά και είχε καταφέρει να φτιάξει τρία πυργάκια από τις κερδισμένες μάρκες. «Να βλέπετε την κυρία να μαθαίνετε», μας είπε χαριτολογώντας ένας φίλος από την παρέα. «Πρώτη φορά;», ρώτησε με σπαστά ελληνικά η εντυπωσιακή σαραντάρα και εμείς κουνήσαμε καταφατικά το κεφάλι. «Και θέλετε να μάθετε ε; Μάθετε λοιπόν ότι καλό θα ήταν να είναι και η τελευταία», αποκρίθηκε για να μας κόψει μια και καλή τα φτερά.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk