Eρωτήματα για την επόμενη μέρα

Η διαπίστωση αποτελεί έμμονο κοινό τόπο στον τρέχοντα δημόσιο λόγο. Πρώτη φορά ύστερα από 38 χρόνια αλλά και δύο εβδομάδες πια πριν την κάλπη διαχέεται, σαν ένα είδος αυτονόητου κανόνα, η αίσθηση του πολιτικά απρόβλεπτου. Μια αίσθηση που «στηρίζεται» σε διαφαινόμενες δημοσκοπικές τάσεις ριζικής αμφισβήτησης των συσχετισμών ισχύος γύρω από τους οποίους συγκροτήθηκαν τα κέντρα βάρους και μαζί μ’ αυτά οι συστημικά ζωτικές αδράνειες της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.

Eρωτήματα για την επόμενη μέρα | tovima.gr
Η διαπίστωση αποτελεί έμμονο κοινό τόπο στον τρέχοντα δημόσιο λόγο. Πρώτη φορά ύστερα από 38 χρόνια αλλά και δύο εβδομάδες πια πριν την κάλπη διαχέεται, σαν ένα είδος αυτονόητου κανόνα, η αίσθηση του πολιτικά απρόβλεπτου. Μια αίσθηση που «στηρίζεται» σε διαφαινόμενες δημοσκοπικές τάσεις ριζικής αμφισβήτησης των συσχετισμών ισχύος γύρω από τους οποίους συγκροτήθηκαν τα κέντρα βάρους και μαζί μ’ αυτά οι συστημικά ζωτικές αδράνειες της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας.
Από πρώτη προσέγγιση, αυτός ο λόγος για το πολιτικά απρόβλεπτο των τωρινών εκλογών μοιάζει να επαναλαμβάνει, με χρονική υστέρηση, το απρόβλεπτο της κρίσης από τον λόγο της οικονομικής σκέψης. Είναι σαν η πολιτική να αποτελεί το παρακολούθημα της οικονομίας, τη στιγμή ακριβώς που, εκλογών γαρ, καλείται να διεκδικήσει τα πρωτεία στην κοινωνία. Είναι σαν η αφήγηση για την πολιτική να κάνει προσομοίωση με τα αιφνιδιαστικά σενάρια των «αόρατων οίκων», αλλά καταλαμβανόμενη εξαπίνης. Μια ετερονομία της πολιτικής και του λόγου γι’ αυτήν, ένα «ποιος ξέρει πού θα βγάλει η κάλπη», το οποίο έπεται του «ποιος ξέρει πού θα βγάλει οικονομικά η κρίση».
Θα ερχόταν η στιγμή να μεταγραφούν οι συνέπειες της κρίσης στον εκλογικό κύκλο. Και να αναληφθούν σε επίπεδο ανάλυσής τους. Αν όμως η κρίση λειτουργεί διαλυτικά για το πολιτικό, ακριβώς επειδή είναι κρίση ολική και έτσι του αμφισβητεί τη συνθετική δύναμη για την κοινωνία, τότε η προσέγγιση των περιπετειών του οφείλει να αναστοχασθεί το μέλλον του μετά την κάλπη. Γιατί μπορεί ένα ποσοστό της ψήφου της 6ης Μαΐου να στοιχηθεί και ερμηνευθεί με σχετικά σταθερούς όρους τεθλασμένης (ούτως ή άλλως) ταξικότητας, όμως στο μεγαλύτερο μέρος της θα πρόκειται για μια ψήφο που μοιάζει με βλέμμα σε σωλήνα καλειδοσκοπίου. Και από εδώ ακριβώς ο πολιτικός λόγος αντλεί δύναμη για να διεκδικήσει την αυθυπαρξία του.
Η αυτονομία και η δύναμη της πολιτικής σ’ αυτές τις κάλπες έγκεινται στα ερωτήματα που εγείρονται για την 7η Μαΐου. Και αυτά με τη σειρά τους έχουν αναφορά στις καταγραφές ψήφου της 6ης Μαΐου. Με τα ευρήματα που μας αφήνουν οι παρασαλευμένες από την κρίση μετρήσεις της κοινής γνώμης, τα ερωτήματα για την ευχέρεια ύπαρξης της πολιτικής και των εγγενών διαζευγμάτων της μπορούν να συμπυκνωθούν στις σκέψεις ενός πολίτη που λέει:
– Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν αθροίζουν περισσότερο από το 40%. Το σύστημα δείχνει να καταρρέει. Τι έρχεται μετά;
– Η αντιμνημονιακή ψήφος προβάλλει ως νέα και εγκάρσια διαιρετική τομή στο μεταίχμιο εθνικού – υπερεθνικού, με αντισυστημικό πρόσημο. Εχει προοπτικές παγίωσης;
– Βλέπω ανθρώπους να μην έχουν πού να πάνε. Μπορεί να είναι ορφανή η πολιτική;
Αυτά τα ερωτήματα είναι καίρια ζητούμενα μετά την κάλπη της 6ης Μαΐου. Σαν μια συνείδηση στραμμένη στην ώρα της κάλπης, αλλά με το βλέμμα στις συνέπειες της έκβασής της. Γιατί στην κρίση μπερδεύονται οι χρόνοι του τώρα, του πριν και του μετά. Ο,τι κρίνεται σ’ αυτό το άχρονο του πολίτη σε κρίση είναι αν θα υπάρξει ανασυγκρότηση του καθημαγμένου πολιτικού συστήματος, με όρους ανασύστασης της δημοκρατίας και έλλογης διεκδίκησης μεριδίου της υλικής της υπόστασης, της κυριαρχίας – πρωτίστως δημοσιονομικής.
Μπροστά στο σημερινό «σκηνικό» ποια είναι η εικόνα του κοινού στις μετρήσεις; Του κοινού που για δεκαετίες έδειχνε προβλέψιμο, με ευχέρεια ερμηνείας και λογικής αναγωγής του σε πρότυπα συμπεριφοράς, αναγνώσιμο στις ταυτότητές του. Τώρα μοιάζει ένα κοινό πρόθυμο για το ά-τοπο. Οπως το έμαθε να είναι το πουθενά της κρίσης. (Θα έπρεπε να έχουν μάθει απ’ αυτό και όσοι επιχειρούν να κάνουν δημοσκοπικούς λογαριασμούς πάνω στο τίποτα.)
Τα ερωτήματα λοιπόν τίθενται από εδώ και πέρα. Πόσο θα αντέξουν τα θυμικά κίνητρα ψήφου – οι αναβαθμοί της επιθετικής οργής και της παθητικής απογοήτευσης; Σε τι επίπεδα θα καταγραφεί η στάση της αποχής, του λευκού, του άκυρου; Σε ποιον βαθμό θα επιβεβαιωθεί η «ιδεολογικά» συγγενής μετατόπιση από ΠαΣοΚ προς ΔΗΜΑΡ; Ως πού θα εκφραστεί η δεξιά ορυμαγδών ψήφος στον κ. Καμμένο; Τι σημαίνει η σβάστικα στη Βουλή; Πόσο θα πείσει ο ριζοσπαστικός ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί να είναι μια κάποια «λύση έξω απ’ το πρόβλημα»; Πόσο περισσότεροι από ποτέ θα αποφασίσουν στο «παραβάν»; Ποιοι μπορούν να αθροιστούν, πώς και σε τι για ένα στοιχειώδες κυβερνητικό σχήμα;
Ολα αυτά προβάλλουν σε μια Βουλή βραχύβιας διάρκειας. Μια εκλογή με φόντο μια δεύτερη. Γιατί κανένας πολιτικός αστερισμός δεν μπορεί να βεβαιώσει τη συνέχειά του σε ό,τι ιστορεί ως ανάπηρο πολιτικό σύστημα, εμποτισμένο στην οικονομική κρίση και την κοινωνική εξάρθρωση.

Ο κ. Τάκης Καφετζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk