Παρωδία με τσαγανό

Αχ, αυτή η Ρόζα. Κόρη καλής οικογενείας, με πατέρα καθηγητή Θεολογίας, έπεσε στα δίχτυα της πορνείας. Ομορφη και δροσερή, στα δεκάξι έκανε το μέγα σφάλμα: ερωτεύτηκε έναν αχρείο πλεϊμπόι, τον Ζοζό. Που την εκβίασε, τη βίασε, την πάσαρε στους φίλους του, την έστειλε σε όλες τις κακόφημες γκαρσονιέρες της πόλης. Κι αυτή πήρε, άθελά της, τον κατήφορο. Εκανε το σπίτι της πορνείο, έβαλε τη μάνα της στο κόλπο, πήρε δύο βοηθούς κι υποτάχθηκε στη μοίρα της.

Αχ, αυτή η Ρόζα. Κόρη καλής οικογενείας, με πατέρα καθηγητή Θεολογίας, έπεσε στα δίχτυα της πορνείας. Ομορφη και δροσερή, στα δεκάξι έκανε το μέγα σφάλμα: ερωτεύτηκε έναν αχρείο πλεϊμπόι, τον Ζοζό. Που την εκβίασε, τη βίασε, την πάσαρε στους φίλους του, την έστειλε σε όλες τις κακόφημες γκαρσονιέρες της πόλης. Κι αυτή πήρε, άθελά της, τον κατήφορο. Εκανε το σπίτι της πορνείο, έβαλε τη μάνα της στο κόλπο, πήρε δύο βοηθούς κι υποτάχθηκε στη μοίρα της.
Είκοσι τεσσάρων χρόνων είναι ήδη η πιο ξακουστή «κοκότα» των Αθηνών. Κατεστραμμένη, περιθωριοποιημένη, δεν έχει πια τίποτα να περιμένει, μέχρι που ο έρωτας θα της χτυπήσει ξανά την πόρτα. Ο νεαρός Αργύρης, τίμιος υπάλληλος τραπέζης, θέλει να την κάνει γυναίκα του. Να της δώσει και πάλι πρόσωπο στην κοινωνία. Δύσπιστη στην αρχή, η Ρόζα αποφασίζει να κάνει το άλμα, να πιστέψει εκ νέου στο θαύμα του έρωτα. Και να φάει φυσικά για δεύτερη φορά τα μούτρα της. Ο καλός Αργύρης θα υποκύψει στην πίεση της οικογένειάς του και ο τραπεζίτης θείος θα τον εκβιάσει με απόλυση. Η Νύμφη θα παραμείνει ανύμφευτη…
«Η κοροϊδία που έχουμε φάει στη μάπα από τον έρωτα δεν έχει εποχή… Δεν αλλάζει ο άνθρωπος: οι ίδιοι μαλάκες τότε, το ’30, οι ίδιοι σήμερα». Κάπως έτσι το θέτει – στην καθομιλουμένη – η ίδια η Λένα Κιτσοπούλου σε μια σόλο «παράβαση»: καθισμένη πολύ κοντά στο κοινό και σιγοτραγουδώντας, απαριθμεί τις δυσκολίες που συνάντησε διασκευάζοντας το έργο του Ξενόπουλου στο σήμερα. «Γιατί τότε, άμα σε φιλούσανε, σήμαινε πως θα σε παντρευτούνε – τέτοιες μαλακίες πίστευαν τότε» εξηγεί με το γνωστό στυλ.
Το ερώτημα είναι καίριο: τι κάνει ο σκηνοθέτης αντιμέτωπος με ένα έργο που μιλάει για τη γυναικεία τιμή, όταν αυτό το θέμα δεν απασχολεί πλέον κανέναν; Πώς χειρίζεται όλα τα παλιομοδίτικα κλισέ, τους τυποποιημένους χαρακτήρες, την πόρνη με τη ρομαντική καρδιά που αυτοκτονεί προδομένη από την κοινωνική συνωμοσία; Από μόνη της η ιδέα μια τέτοιας ηρωίδας φαντάζει πλέον τόσο μπανάλ και παρωχημένη, ώστε συνιστά πραγματική πρόκληση να την αξιοποιήσει κάποιος, να της δώσει σύγχρονη υπόσταση.
Η Κιτσοπούλου καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό να εμφυσήσει νέα πνοή σε αυτό το κείμενο-«ναρκοπέδιο». Στέκεται απέναντί του με τόλμη, με τσαγανό, με διάθεση ανατρεπτική, με γλώσσα και πνεύμα σημερινά. Κι αυτή τη ζωντάνια την πετυχαίνει όχι επειδή βάζει τους ήρωες να κρατάνε ψηφιακές κάμερες, να κάνουν ναρκωτικά ή να τραγουδάνε λαϊκά: είναι η γενικότερη αντιδήθεν αίσθηση που εκπέμπει το εγχείρημα, μια εμμονή για προσωπική έκφραση και εκτόνωση, μια απέραντη προθυμία για έκθεση, ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί με δικούς μας όρους, γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα.
Σαφώς, υπάρχουν ευκολίες ή αστοχίες: η μεταμόρφωση της Ρόζας σε Εϊμι Γουάινχαουζ π.χ. μπορεί να μην ενοχλεί, σίγουρα πάντως δεν γοητεύει ως επιλογή. Το ζεύγος «νύφης» – «γαμπρού» ως σύμβολα με μουτσούνες, μια παραφωνία από άλλο έργο. Και τα αστειάκια του τύπου Πίτσα – Pizza Hut επίσης δεν χαρίζουν. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχει μια τρέλα – που δυστυχώς χάνεται στο δεύτερο μέρος -, μια ροπή προς τον σουρεαλισμό και την έκπληξη που λειτουργεί ευχάριστα: ο χαζοχαρούμενος άγγελος με το σλιπάκι, οι καρδιές που πετιούνται στο πάτωμα, ο χορός του Τοτού, ο Μπιθικώτσης κ.ο.κ.
Η αλήθεια είναι πως το κωμικό στοιχείο κυριαρχεί τελικά εις βάρος των υπολοίπων και ως αποτέλεσμα το κοινό γελάει ασταμάτητα. Η σκηνοθέτρια δεν έπαιξε όσο θα μπορούσε με τις αντιθέσεις: έμεινε πιο πολύ στην παρωδία ως μέσο εξορκισμού του μελό και αμέλησε το δραματικό/κοινωνικό στοιχείο. Ασχολήθηκε κυρίως με το θέμα της ερωτικής απόρριψης και όχι με το πλαίσιο που γεννά την απόρριψη αυτή, μια εξαιρετικά κρίσιμη παράμετρος του έργου που παραμένει επίκαιρη έπειτα από τόσα χρόνια. Πέρα από την πλάκα, ο θρίαμβος της κοινωνικής υποκρισίας και το «άδειασμα» της Ρόζας θα έπρεπε να πονούν περισσότερο και να μην ξεπερνιούνται επιπόλαια με τα τσαλίμια του αδελφού ή τις χαριτωμενιές της μάνας, σκηνές που παραπέμπουν σε ελληνικό σίριαλ.
Με άλλα λόγια, η Κιτσοπούλου θα μπορούσε να μας κάνει να μουδιάζουμε πού και πού, να μας τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια, να μας ενοχλεί, να μη μας αφήνει να περνάμε τόσο καλά. Το γέλιο που συνοδεύεται ξαφνικά από ένα χαστούκι, αυτό θα ήταν πραγματική «μαγκιά» (για να μείνουμε στο πνεύμα). Υπάρχει μία και μοναδική στιγμή που συμβαίνει αυτό και λειτουργεί εξαιρετικά: προς την αρχή της παράστασης, όταν η Νέλλη, τριαντάρα θεατρίνα που έχει επισκεφθεί τον Ζοζό στην γκαρσονιέρα του, ανακαλύπτει πως ταυτόχρονα υπάρχει μια άλλη γυναίκα στο σαλόνι. Και τότε, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε: η Νέλλη – Κιτσοπούλου – ξεσπαθώνει και, βρίζοντας με τα χειρότερα τον Ζοζό, αρχίζει να φωνάζει: «Ψέμα! Ψέεεμα! Ψέεεμα». Είναι σαν να ξεχειλίζει από θυμό, όχι για την ερωτική προδοσία, αλλά για τη σάπια κατάσταση γύρω μας. Και φευγαλέα νιώθουμε πραγματικά να ανατριχιάζουμε με αυτό το ξέσπασμα γνήσιας οργής που εκτοξεύεται κατά πάνω μας. Μιας οργής που δυστυχώς εξατμίζεται όσο περνάει η ώρα…
Πολύ καλοί, τέλος, όλοι οι ηθοποιοί, ειδικά η Μαρία Πρωτόπαππα ως Ρόζα και ο Γιάννος Περλέγκας ως κάθαρμα Ζοζός, στηρίζουν απόλυτα με την ενέργειά τους το εγχείρημα και δίνουν την εντύπωση ότι αυτό που συμβαίνει επί σκηνής όχι μόνο τους «φτιάχνει», αλλά και τους αφορά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk