O Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο δεν είναι ξερόλας

Οταν ο Μπιλ Κλίντον δήλωσε ότι έχει στο κομοδίνο του το βιβλίο «Με τέσσερα χέρια», ο ίδιος ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο B΄ ή ΠΙΤ, όπως του αρέσει να τον αποκαλούν από τα τρία αρχικά του, δήλωσε ότι «ο Κλίντον είναι ο πιο ακραίος αμερικανός πρόεδρος που μπορώ να ανεχτώ ως αναγνώστη μου. Αν μάθω ότι με διαβάζει και ο Μπους, θα αλλάξω επάγγελμα». Οταν μαθεύτηκε από ανθρώπους του Βατικανού ότι και ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ διάβαζε το ίδιο βιβλίο, ο Τάιμπο το άφησε ασχολίαστο. Δεν το συνηθίζει.

Ο Μεξικανός Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο B΄ θεωρείται ο θεμελιωτής της νέας λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Εκτός από συγγραφέας, είναι και καθηγητής πανεπιστημίου, ιστορικός και δημοσιογράφος. «Oλα αυτά τα θεωρώ χαρακτηριστικά του ενός ανθρώπου που τελικά είμαι, αλλά δεν έχω πρόβλημα. Αποδέχομαι όποιον τίτλο θέλει να μου δώσει ο καθένας». Είναι και ένας πολύ σημαντικός πολιτικός ακτιβιστής. Eχει χαρακτηριστεί από κάποιους και ως ο νούμερο ένα εχθρός της μεξικανικής κυβέρνησης και “οργανωτής του χάους”. Ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα να πει πως «εντάξει, και αυτόν τον χαρακτηρισμό τον αποδέχομαι».

Γεννήθηκε στην Ισπανία το 1949, από οικογένεια σοσιαλιστών και αναρχικών που πολέμησαν τον φασισμό του Φράνκο και μετανάστευσαν το 1958 στο Μεξικό. Πολλοί τον έχουν στο μυαλό τους με τον χαρακτηρισμό «ο ιδρυτής του μεξικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος». Στα μυθιστορήματα που έγραψε με ήρωα τον ντετέκτιβ Εκτορ Μπελασκοαράν Σάιν συνδύασε με τέχνη την αστυνομική έρευνα με μια ακριβή ιστορική ανάπλαση, και απ’ αυτά έχει κερδίσει μέχρι σήμερα τρία βραβεία Χάμετ της Διεθνούς Ενωσης Συγγραφέων Αστυνομικών Μυθιστορημάτων. Ταυτόχρονα, είναι ο συγγραφέας της βιογραφίας του Τσε «Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε» και του «Ανήσυχοι νεκροί» το οποίο έγραψε μαζί με τον υποδιοικητή Μάρκος.

Του τηλεφωνήσαμε στο σπίτι του, στην Πόλη του Μεξικού. Γνωρίζαμε ότι είναι πολύ άνετος και επικοινωνιακός, αλλά μας αιφνιδίασε ακόμη περισσότερο. Ακούσαμε έναν πολύ άμεσο άνθρωπο με μια πανέξυπνη βραχνή φωνή, ο οποίος ήρθε στο τηλέφωνο μασουλώντας ακόμη «τάκος με κάτι φίλους», όπως μας είπε. «Οργανώνουμε τις αυριανές συναντήσεις με τον κόσμο στις γειτονιές της πόλης του Μεξικού και τρώμε τάκος. Περιμένετε, να τους πω να συνεχίσουν μόνοι τους». Χωρίς να απομακρυνθεί από το ακουστικό, φώναξε στα ισπανικά μια μεγάλη πρόταση που μάλλον σήμαινε «μιλάω με Ελλάδα με έναν δημοσιογράφο. Μη φάτε όλα τα τάκος». Και η κουβέντα ξεκίνησε.

Μας είπατε ότι ετοιμάζεστε για τις αυριανές συναντήσεις στις γειτονιές της Πόλης του Μεξικού. Είστε συγγραφέας, καθηγητής, δημοσιογράφος. Ποιο από όλα αυτά σάς είναι πιο χρήσιμο σε αυτή την τόσο δύσκολη και παράξενη εποχή; «Οσα επαγγέλματα ή ασχολίες και να έχεις, στην πραγματικότητα είσαι ένα πράγμα. Είσαι μόνο ένα πράγμα. Ξυπνάω κάθε πρωί και λέω στον εαυτό μου: “Σήμερα στη ζωή μου έχω να προτείνω κάποια πράγματα, έχω να κάνω κάποια πράγματα”. Αυτά, λοιπόν, αναπόφευκτα έχουν να κάνουν με τη συγγραφική μου ιδιότητα, αλλά και με το γεγονός ότι είμαι καθηγητής. Εχω, όμως, και μια υποχρέωση απέναντι στην κοινωνία της οποίας είμαι μέλος. Ενα μέρος αυτής της κοινωνίας είναι και τα προβλήματά της και αυτό δεν μπορώ να το παραβλέψω, διότι είναι πολύ σοβαρά. Θα συναντηθώ με τους συμπολίτες μου, θα φτιάξω πλακάτ και θα κατέβω στους δρόμους όταν χρειαστεί. Ολα αυτά είναι απλώς διαφορετικές πλευρές του ίδιου ανθρώπου».

Τα αστυνομικά σας μυθιστορήματα περιέχουν πολλά ακριβή και σημαντικά ιστορικά στοιχεία. Πώς σας προέκυψε η επιθυμία σας να περάσετε ένα κομμάτι της Ιστορίας μέσα από την αστυνομική λογοτεχνία; «Ηθελα να διαλύσω αυτή τη βεβαιότητα που υπήρχε ότι η Ιστορία είναι “επιστήμη”, ενώ το μυθιστόρημα “φαντασία”. Το παιχνίδι είναι να προσπαθείς να ανατρέψεις αυτή τη βεβαιότητα των ιστορικών για την Ιστορία και των συγγραφέων για τα μυθιστορήματα».

Δεν σας αρέσουν γενικά οι βεβαιότητες; «Καθόλου. Ακόμη και η Ιστορία δεν θα έπρεπε να είναι ένα σίγουρο και ασφαλές πεδίο. Γιατί τότε τίθεται το ερώτημα: “Η Ιστορία είναι σίγουρη για ποιον; Για αυτόν που τη γράφει ή για αυτόν που τη διαβάζει;”. Δεν είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, μπορεί να είναι δύο αντίθετα».

Επομένως, ούτε και εσείς γράφετε για τα θέματά σας όντας βέβαιος εκ των προτέρων. «Ετσι είναι. Γράφω βιβλία για να μάθω. Συνήθως γράφω για πράγματα για τα οποία δεν γνωρίζω πολλά, αλλά θέλω να μάθω».

Αυτό το χαρακτηριστικό πρέπει να σας βοήθησε πολύ ως συγγραφέα στο βιβλίο σας «Ερνέστο Γκεβάρα, γνωστός και ως Τσε», το οποίο θεωρείται από πολλούς και το πιο πλήρες που έχει γραφτεί ποτέ για τον Γκεβάρα. «Να σας το θέσω ως εξής: Οταν άρχισα να δουλεύω αυτή τη βιογραφία, έθεσα στον εαυτό μου μερικά ζητήματα. Το βασικό ήταν ότι δεν ήθελα να “καθαρίσω” το όνομα κάποιου ή να ξεχάσω γεγονότα που δεν θα μου άρεσαν προσωπικά, αφήνοντάς τα έξω από το βιβλίο. Ηθελα απλώς να πω την όλη ιστορία του Τσε και να είμαι δίκαιος με τον ίδιο τον Τσε, με τον αναγνώστη και τελικά με τον εαυτό μου. Ο Τσε Γκεβάρα μού άρεσε πάρα πολύ και ήταν μία από τις “εικόνες” της νεότητάς μου, αλλά ήθελα να γράψω την αληθινή βιογραφία. Η αλήθεια είναι καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη επιλογή».

Και όταν τελειώσατε το βιβλίο; «Οταν τελείωσα τη βιογραφία του Τσε, ήταν για μένα πολύ πιο ξεκάθαρος ο χαρακτήρας του. Ηταν εντελώς κατανοητή η αλληλουχία των αποφάσεων και των πράξεών του. Πολύ σημαντικό αυτό για μένα».

Η πιο συχνή εσκεμμένη σύγχυση που έχει επιβληθεί τα τελευταία χρόνια είναι αυτή για τον διαχωρισμό του επαναστάτη από τον τρομοκράτη. Μπορείτε να μας πείτε τη βασική διαφορά μεταξύ των δύο; «Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ενας κοινωνικός επαναστάτης, όπως ο Γκεβάρα, έχει πολύ γερές ρίζες μέσα στην κοινωνία, είναι μια έκφραση της κοινωνίας. Ενας τρομοκράτης είναι ένας τύπος ο οποίος πιστεύει ότι ο Θεός οδηγεί τις πράξεις του και από αυτό το πιστεύω οδηγείται σε αυτές, ξεκομμένος από την υπόλοιπη κοινωνία. Η διαφορά, λοιπόν, είναι πραγματικά ξεκάθαρη. Επίσης, θέλω να προσθέσω ότι αν ένας συγγραφέας από τις ΗΠΑ κοιτάξει την Ιστορία της ίδιας του της χώρας, δεν θα δει πουθενά τον χαρακτηρισμό “τρομοκράτες”. Εχουν τους επαναστάτες του πρώτου αγώνα της ανεξαρτησίας, οι οποίοι ήταν οι “εκτός νόμου”. Ετσι τους αποκαλούσαν. Μερικές φορές οι άνθρωποι ξεχνούν να κάνουν αυτές τις συγκρίσεις και δεν θυμούνται ότι σε κάποιες στιγμές της Ιστορίας όλων των κοινωνιών ο πόλεμος για την ελευθερία ήταν το κεντρικό τους θέμα. Ετσι, λοιπόν, έχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά όταν κρίνουν τη δική τους κοινωνία και όταν κρίνουν τις άλλες».

Αρα, κρίνουν διαφορετικά και τους δικούς τους επαναστάτες από αυτούς των άλλων χωρών; «Υπάρχουν αυτού του είδους οι συζητήσεις και μέσα στο αμερικανικό κοινό και τίθεται το ερώτημα: “Ποιος είναι τελικά τρομοκράτης; Και εκείνος που κατοικεί στον Λευκό Οίκο στην Ουάσιγκτον τι είναι;”. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό».

Γράψατε ένα λογοτεχνικό βιβλίο μαζί με τον υποδιοικητή Μάρκος. Ηταν μια πολύ παράξενη επιλογή από μέρους σας. «Ναι, δουλέψαμε μαζί σε ένα μυθιστόρημα. Αποφασίσαμε να δουλέψουμε μαζί όχι γράφοντας μια κάποιου τύπου διακήρυξη, αλλά να κάνουμε λογοτεχνία με τον ίδιο τον υποδιοικητή Μάρκος. Και, όπως αποδείχθηκε τελικά, ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα».

Αυτοί οι μεγάλοι επαναστάτες του 20ού αιώνα έχουν κάποια κοινά μεταξύ τους; «Μεταξύ του Τσε και του Μάρκος, για παράδειγμα, δεν υπάρχει τίποτε κοινό πέρα από το ότι αποφάσισαν πως θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο και έδρασαν με έναν συγκεκριμένο τρόπο: Σαν ένα ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω και με μια συγκεκριμένη αλληλουχία δράσης. Και εδώ εντοπίζεται άλλο ένα, πολύ ενδιαφέρον, κοινό στοιχείο τους, το ότι υπήρξε απόλυτη συμφωνία μεταξύ αυτών που έλεγαν και αυτών που έπρατταν».

Αυτό που λέτε μοιάζει να περιγράφει το βασικό πρόβλημα της Αριστεράς γενικότερα. «Η Αριστερά σε ολόκληρο τον κόσμο έχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα να λύσει τα επόμενα χρόνια. Πρέπει να μετατρέψει τα όνειρα σε ιδέες. Ως τώρα δεν είχε αυτή τη δυνατότητα».

Εννοείτε ότι τα όνειρα για το μέλλον κρύβουν μια δειλία όταν αφορούν την πολιτική; «Στην πολιτική τα όνειρα είναι ένας συντηρητικός τρόπος να τοποθετείς τις ιδέες δίπλα δίπλα».

Ναι, αλλά τα όνειρα είναι στην ουσία ένας δρόμος προς την ελπίδα. Πώς θα γίνει χωρίς ελπίδα; «Η ελπίδα είναι μια εκκλησιαστική-καθολική αντίληψη της πραγματικότητας. Εγώ πιστεύω στους ανθρώπους, στις στιγμές τους, εμπιστεύομαι τις πράξεις τους και την επιμονή τους. Δεν εμπιστεύομαι όσους δίνουν ελπίδα και δεν εμπιστεύομαι τους ηγέτες ώστε να τους δίνω λευκές επιταγές. Κρατώ πάντοτε μια κριτική στάση. Κάποιοι ηγέτες μού αρέσουν, κάποιοι όχι, αλλά έχω μια κριτική προσέγγιση απέναντι σε όλους».

Με αφορμή αυτό που λέτε, ο Τσε ήταν από τους ελάχιστους που έλεγαν ό,τι σκέπτονταν και έπρατταν όσα έλεγαν. Μήπως αυτό το τόσο σπάνιο χαρακτηριστικό του είναι που τον κάνει να επιστρέφει διαρκώς στις καρδιές των ανθρώπων; «Αυτό μοιάζει εναρκτήρια τοποθέτηση για ένα συνέδριο 20 ωρών. Οι διαφορετικές επιλογές στις διαφορετικές ηπείρους είναι ολοφάνερη κατάσταση. Για παράδειγμα, η πολιτική του φιλελευθερισμού στη Λατινική Αμερική έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι δεν λειτουργεί. Αντίθετα, στην Ευρώπη μέχρι στιγμής έχει κυριαρχήσει αυτή η πολιτική. Κάθε φορά που έρχομαι στην Ευρώπη ανακαλύπτω ότι δεν έχω καταφέρει ακόμη να καταλάβω την πολυπλοκότητα των ευρωπαϊκών χωρών. Για να καταλάβω, θα έπρεπε να μείνω στην Ευρώπη, να μιλήσω με τους ανθρώπους στους δρόμους. Και δεν υπάρχει χρόνος για αυτό. Αυτόν τον καιρό εμπλέκομαι πολύ ενεργά στην πολιτική του Μεξικού, στην κατεύθυνση του να αλλάξουμε την τωρινή μεξικανική κυβέρνηση».

Τώρα μας θυμίσατε και τον Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα. Εκείνος έκανε σχεδόν όλα αυτά που περιγράφετε και άγγιξε τον λαό του, όμως ασκείται μια πολύ έντονη κριτική απέναντί του τα τελευταία χρόνια. «Εγώ αυτό που ξέρω είναι ότι είδα να εφαρμόζεται το πρόγραμμα ιατρικής περίθαλψης στα “ραντσίτος” γύρω από το Καράκας. Είδα την κυβέρνηση να μοιράζει δωρεάν ένα εκατομμύριο αντίτυπα των “Αθλίων” του Βίκτωρος Ουγκώ. Είδα να γίνεται υπέροχη δουλειά με τους ναρκομανείς στις πιο εξαθλιωμένες γειτονιές του Καράκας. Ολα αυτά μου άρεσαν πάρα πολύ. Δεν μένω όμως στη Βενεζουέλα και δεν μπορώ να έχω μια σφαιρική εικόνα των προβλημάτων εκεί και είμαι πλέον αρκετά μεγάλος για να δίνω λευκές επιταγές σε ανθρώπους. Γι’ αυτό κρατάω πάντα κριτική στάση απέναντι στις καταστάσεις και είμαι πάντα μαζί με τα κινήματα. Το κίνημα, ως στάση ζωής, είναι το μόνο πράγμα το οποίο έχει πάντα δίκιο».

Από όλα αυτά που μας έχετε πει ως τώρα δεν καταλαβαίνουμε αν είστε υπέρ ή κατά της παγκοσμιοποίησης. «Υπάρχουν δύο είδη παγκοσμιοποίησης. Η κουβέντα που κάνουμε αυτή τη στιγμή, εσείς και εγώ, από τις δύο άκρες του κόσμου, είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης. Το άλλο είναι ότι όλοι μέσω της διαφήμισης πρέπει να φοράμε Νike. Εσείς ποια μορφή παγκοσμιοποίησης προτιμάτε; Την εμπορική, τη διαφημιστική παγκοσμιοποίηση ή αυτήν που αφορά την επαφή μεταξύ ανθρώπων που μοιράζονται τον ίδιο πλανήτη; Εμένα μου αρέσει αυτή η παγκοσμιοποίηση της επαφής και αυτό είναι το όραμά μου».

Στον Ομπάμα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, ήταν κακό που επενδύσαμε όνειρα και ελπίδες για έναν διαφορετικό πρόεδρο των ΗΠΑ; «Ο Ομπάμα είναι ένας πρόεδρος με τη συνηθισμένη βορειοαμερικανική έννοια. Εκεί, ένας άνθρωπος αναλαμβάνει την εξουσία και λίγα λεπτά μετά κάνουν γκάλοπ για να δουν τι πρέπει να πει και τι πρέπει να κάνει. Εκεί δουλεύουν με τα γκάλοπ και όχι με τους ανθρώπους».

Θεωρείτε ότι η αμερικανική κοινωνία εφησύχασε μετά την ιστορική επιτυχία της να εκλέξει τον Ομπάμα ως πρόεδρο; «Ενα μόνιμο λάθος που συμβαίνει στις κοινωνίες είναι πως όταν επιτύχουν κάτι, αυτό σημαίνει το τέλος, αντί να σκεφτούν ότι θα έπρεπε να είναι η άμεση αρχή για κάτι άλλο. Από την άλλη, ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος για μένα ώστε να έχω γνώμη για όλους. Μερικές φορές, δεν είμαι σε θέση να καταλάβω ακόμη και πράγματα που συμβαίνουν στο Μεξικό. Ξέρετε, ενίοτε οι άνθρωποι προσποιούνται ότι είναι έξυπνοι και ότι καταλαβαίνουν τα πάντα. Αυτούς στο Μεξικό τους λέμε “todologos”».

Ακούγεται ελληνική αυτή η λέξη. «Αλήθεια; Δεν υπάρχει αγγλική λέξη για να την αποδώσω. Το “Τodologos” περιγράφει κάποιον που θεωρεί ότι ξέρει τα πάντα και ταυτόχρονα και όλοι γύρω του πιστεύουν το ίδιο. Αυτό είναι ψέμα φυσικά. Εγώ, όσο περισσότερες αμφιβολίες έχω για τα πράγματα τόσο πιο έξυπνος νιώθω».

Πώς εξηγείτε ότι η Αριστερά, παρ’ ότι το ευνοούν οι συνθήκες, μοιάζει να μην μπορεί να αγγίξει πλέον πολύ κόσμο; Σίγουρα για αυτό δεν ευθύνονται οι πολίτες… «Το πρόβλημα με τα κόμματα που δεν αγγίζουν τις καρδιές των πολιτών υπάρχει ακριβώς επειδή δεν πλησιάζουν πραγματικά τις καρδιές των ανθρώπων. Γι’ αυτό τα κόμματα τα οποία καταφέρνουν να αγγίξουν τελικά τους περισσότερους πολίτες δεν είναι τα αριστερά, αλλά τα συντηρητικά με αριστερό προσωπείο, αφού αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ ελκυστικός. Πρέπει να πιάσεις τον παλμό της κοινωνίας και για να γίνει αυτό πρέπει να συνδιαλέγεσαι μαζί της κάθε μέρα. Να μιλάς πολύ. Δεν μπορείς να προτείνεις αλλαγή σε μια κοινωνία η οποία δεν θέλει να αλλάξει, διότι αυτό σε οδηγεί σε έναν σταλινικό τρόπο χτισίματος της δύναμής σου, ο οποίος είναι εναντίον του λαού και όχι μαζί του».

Αρα, πιστεύετε ότι η ευθύνη είναι των ίδιων των αριστερών σχημάτων; «Φυσικά. Μιλούσα στους ισπανούς σοσιαλιστές και τους έλεγα το εξής πολύ απλό. Προσπαθείτε διαρκώς να προσελκύσετε το περιβόητο “Κέντρο”. Μα το “Κέντρο” πολιτικά είναι το τίποτα. Ενας πολιτικός χώρος, όπως η Αριστερά, πρέπει να προτείνει έναν δρόμο για την πορεία ενός λαού κι εσείς, αντ’ αυτού, κοιτάτε πώς θα τραβήξετε τους κεντρώους για να αποκτήσετε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτός είναι ο πιο ασφαλής δρόμος προς το “τίποτα”, προς το “πουθενά”. Το κέντρο πολιτικά είναι τίποτα, είναι η απουσία πολιτικής σκέψης. Και η απάντηση των ανθρώπων της Αριστεράς είναι “πρέπει να κερδίσουμε τις εκλογές και χρειαζόμαστε αυτόν τον πολιτικό χώρο”. Εγώ τους είπα, λοιπόν, ότι το ζητούμενο δεν είναι να κερδίσεις τις εκλογές, το βασικό είναι να εκφράσεις την κοινωνία στην οποία ζεις. Αν βάλεις σε προτεραιότητα την εκλογική νίκη σε σχέση με τα κοινωνικά ζητούμενα, τότε απλώς χτίζεις ένα ψέμα».

Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για τα πράγματα. «Η διαφορά μεταξύ ενός αισιόδοξου και ενός απαισιόδοξου είναι ότι ο αισιόδοξος υποφέρει μόνο στο τέλος. Για αυτόν τον λόγο η αισιοδοξία είναι μια καλή προσέγγιση της πραγματικότητας. Δεν με ενδιαφέρει ποιος θα αποδειχθεί σωστός στο τέλος. Μάχομαι για αυτά στα οποία πιστεύω και δεν με ενδιαφέρει τι θα συμβεί στο τέλος. Στη ζωή μου έχω συνυπάρξει με τους καλύτερους ανθρώπους, στις καλύτερες μάχες, και θα βρίσκομαι πάντα εκεί. Η μάχη στη ζωή είναι το ταξίδι και αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Οι άνθρωποι που αποφάσισαν να αλλάξουν την κοινωνία τους έχουν αρχίσει ένα ταξίδι το οποίο ποτέ δεν τελειώνει».

Δεν έχει σημασία για εσάς ο τελικός στόχος; «Στη διαδρομή θα χάσουμε πολλές μάχες και κάποιες άλλες θα τις κερδίσουμε. Αλλά στο τέλος το θέμα είναι να έχεις υπάρξει μαχητής».

Δεν ξέρω αν συμφωνείτε, αλλά φαίνεται ότι μέχρι σήμερα οι καλύτερες δυνατές κοινωνίες, με μεγάλη διάρκεια, που έχουν φτιάξει οι άνθρωποι είναι κοινωνίες όπως της Σουηδίας και της Δανίας. «Πιθανότατα έχετε δίκιο. Πάντως εγώ κάθε φορά που περνάω από τη Σουηδία ανακαλύπτω ότι δεν γνωρίζω τίποτα για αυτή. Γι’ αυτό και αγοράζω πολλές σοκολάτες και φεύγω».

Εσείς έχετε διαρκή επαφή με την Ευρώπη για πολιτικά ζητήματα. Πιστεύετε ότι η παρουσία μόνο ανεπαρκών πολιτικών ηγετών είναι η κύρια αιτία της κρίσης; «Πρέπει να υπολογίζετε την Ιστορία σε μεγάλες περιόδους και όχι σε σύντομες. Θα εμφανιστούν μεγάλοι ηγέτες, μην ανησυχείτε. Οταν η κοινωνία τούς χρειαστεί, θα εμφανιστούν».

Υπάρχει κάποιος συγγραφέας που θα θέλατε να του σφίξετε το χέρι; «Θα ήθελα πάρα πολύ να σφίξω το χέρι αρκετών, αλλά ο πρώτος που μου έρχεται στο μυαλό είναι ένας Αμερικανός, ο Χάουαρντ Φαστ. Αυτός ο άνθρωπος ήταν το “κλειδί” στα αναγνώσματά μου όταν ήμουν 20 χρόνων. Και υπάρχει μια περίεργη ιστορία μεταξύ μας. Το 2003 τον αναζήτησα για να βρεθούμε, μιλήσαμε τηλεφωνικά στο σπίτι του στο Κονέκτικατ και κλείσαμε ραντεβού να συναντηθούμε. Οταν ξαναπήρα τηλέφωνο λίγες ημέρες αργότερα για να επιβεβαιώσουμε το ραντεβού μας, είχε πεθάνει. Λυπήθηκα πάρα πολύ. Βέβαια, είχαμε μια μεγάλη συνομιλία από το τηλέφωνο, αλλά δεν κατάφερα να τον συναντήσω και να του σφίξω το χέρι. Δεν έφτασα στην ώρα μου».

Οταν μιλάμε για δικαιοσύνη δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τους ανθρώπους όπως πραγματικά είναι και άρα, βάσει αυτού, τους νόμους όπως ρεαλιστικά μπορούν να γίνουν; «Μάλλον έχετε δίκιο, αλλά δικαιοσύνη σε μια κοινωνία υπάρχει όταν η μειονότητα έχει το δικαίωμα να εκφράζεται και να δρα. Ενας σωστός νόμος είναι αυτός που λέει: “Πρέπει να κάνεις αυτό κι αυτό, αλλά υπάρχουν και οι εξής εξαιρέσεις”. Αυτό το “αλλά” είναι το σημαντικό».

Εδώ στην Ευρώπη – και όχι μόνο – έχει περάσει το πρότυπο στους νέους ανθρώπους ότι σπουδάζουμε για να βρούμε μια καλή δουλειά με τελικό στόχο ένα ωραίο σπίτι και καλά λεφτά. Ισχύει το ίδιο και στη Λατινική Αμερική; «Δώστε στους νέους χρόνο. Θα ανακαλύψουν στο τέλος ότι η ουσία της ζωής τους δεν περιλαμβάνει πράγματα όπως ένα καλό σπίτι και μια καλή καριέρα. Θα το ανακαλύψουν, απλώς δώστε τους χρόνο. Δώστε χρόνο σε όλους τους ανθρώπους. Ας ξανασκεφτούμε ότι είμαστε μία κοινωνία και ας ξανασυναντήσουμε την πλειονότητα των ανθρώπων και αυτή την αίσθηση που αποπνέει».

Ποιοι είναι περισσότερο αθώοι; Οι χαρακτήρες στην αστυνομική λογοτεχνία ή στην πολιτική; «Κανείς από τους δύο δεν είναι αθώος. Πρόκειται για δύο καταστάσεις στις οποίες η λύση των προβλημάτων εναπόκειται στους έξυπνους ανθρώπους».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk