Δημόσιο: Χάνονται 150 εκατ. ευρώ ετησίως για τηλεπικοινωνιακές δαπάνες

Το δημόσιο θα μπορούσε να εξοικονομεί κάθε χρόνο έως και 150 εκατ. ευρώ από την επαναδιαπραγμάτευση του κόστους των τηλεπικοινωνιακών του δαπανών. Και, όμως, αντί να κάνει αυτό που έκανε όλη η ελληνική αγορά, όχι μόνο δεν κατάφερε να ρίξει το κόστος των επικοινωνιών του, που ανέρχεται σε 300 εκατ. ευρώ κατ’ έτος, αλλά προωθεί ένα νέο έργο, ύψους 628 εκατ. ευρώ με την ελπίδα ότι θα μειώσει τις δαπάνες του αρχής γενομένης… το 2017

Το δημόσιο θα μπορούσε να εξοικονομεί κάθε χρόνο έως και 150 εκατ. ευρώ από την επαναδιαπραγμάτευση του κόστους των τηλεπικοινωνιακών του δαπανών. Και, όμως, αντί να κάνει αυτό που έκανε όλη η ελληνική αγορά, όχι μόνο δεν κατάφερε να ρίξει το κόστος των επικοινωνιών του, που ανέρχεται σε 300 εκατ. ευρώ κατ’ έτος, αλλά προωθεί ένα νέο έργο, ύψους 628 εκατ. ευρώ με την ελπίδα ότι θα μειώσει τις δαπάνες του αρχής γενομένης… το 2017!

Η ιστορία των τηλεπικοινωνιακών δαπανών του δημοσίου ξεκινά το 2000, όταν μελέτη της τότε ειδικής γραμματείας της Κοινωνίας της Πληροφορίας, υποδείκνυε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να μειωθούν εντυπωσιακά. Η «συνάθροιση της ζήτησης» σε έναν λογαριασμό, θα συγκέντρωνε τους χιλιάδες λογαριασμούς τηλεφωνίας, Internet και κινητών σε ένα ΑΦΜ, καθιστώντας αυτομάτως το κράτος τον μεγαλύτερο πελάτη των τηλεπικοινωνιακών παρόχων.
Χρειάστηκε να περάσει μία δεκαετία και να φτιαχτεί το «Σύζευξις Ι» (το κόστος του οποίου στην πορεία διπλασιάστηκε μέσω επεκτάσεων της σύμβασης) για να συγκροτηθεί μία αρμόδια επιτροπή εκπροσώπων των μεγαλύτερων υπουργείων, προκειμένου να βρεθεί μία λύση στο άγνωστο, μέχρι τότε, κόστος των δαπανών επικοινωνιών.
Μετά από αρκετές δυσκολίες, η επιτροπή κατάφερε να αποκτήσει μία πρώτη εικόνα των τηλεπικοινωνιακών δαπανών, οι οποίες εκτιμήθηκαν στα 300 εκατ. ευρώ κατ’ έτος. Ένα από τα προβλήματα που συνάντησε ήταν η απουσία Μητρώου Κτιρίων που λύθηκε -εμμέσως και κατά προσέγγιση- από την απογραφή των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία έδειξε περίπου 50.000 κτίρια.
Το άλλο πρόβλημα ήταν ότι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) θεωρούσε ότι οι τηλεπικοινωνιακές δαπάνες ήταν μόλις 120 εκατ. ευρώ κατ’ έτος, αφού μόνον αυτές υπήρχαν στους συναφείς κωδικούς του προϋπολογισμού.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες μέχρι το τελικό ποσό να «καθίσει» στα 300 εκατ. ευρώ, αφού ανακαλύφθηκε ότι η πλειονότητα των φορέων του δημοσίου «μαγείρευε» τις δαπάνες για τηλέφωνα και διαδίκτυο με άσχετους κωδικούς πληρωμών.
Μία τρίτη δυσκολία ήταν η αρχική απροθυμία των τηλεπικοινωνιακών παρόχων να κοινοποιήσουν τους λογαριασμούς των ΑΦΜ που ανήκαν στο δημόσιο, κάτι που κατέστη υποχρεωτικό από τον νόμο για την Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση.
Το έργο της εν λόγω επιτροπής ξεκίνησε να ατονεί με τον ανασχηματισμό του θέρους του 2011 και την κατοπινή κυβέρνηση συνεργασίας, όταν και η αρχική σκέψη, δηλαδή η διοχέτευση των 150 εκατ. ευρώ που θα εξοικονομούνταν κάθε χρόνο από τις δαπάνες υπέρ του έργου Fiber to the Home (οπτική ίνα στο σπίτι) εγκαταλείφθηκε. Αξίζει να σημειωθεί ότι και αρκετές εταιρίες προτιμούσαν μία «καθαρή» συμφωνία με το δημόσιο, αφού οι «απληρωσιές» του κράτους περνούν στις επισφάλειες των επιχειρήσεων, επιβαρύνοντας την χρηματοοικονομική τους κατάσταση.
Στην πορεία κατέστη πια φανερό ότι το δημόσιο αδυνατούσε να συμπεριφερθεί ως ο μεγαλύτερος πελάτης των τηλεπικοινωνιακών εταιριών και να ζητήσει μία διαφορετική αντιμετώπιση. Παράλληλα, όμως, είχε πια ωριμάσει μία άλλη ιδέα. Αυτή της δημιουργίας ενός μεγάλου τηλεπικοινωνιακού έργου, του «Σύζευξις ΙΙ», το οποίο προϋπολογίστηκε στα 628 εκατ. ευρώ, «έσπασε» σε 21 μικρότερα έργα και έχει ορίζοντα έναρξης της λειτουργίας του το 2017. Και αυτό με την ελπίδα ότι με το «Σύζευξις ΙΙ» το δημόσιο θα μπορούσε να μειώσει τα έξοδά του με ένα νέο έργο – «μαμούθ», που κοστολογήθηκε, μάλιστα, με τιμές προ κρίσης.
Έτσι, ακόμη και σήμερα, το δημόσιο, αντί να εφαρμόζει την συνάθροιση της ζήτησης και να επιδιώξει προνομιακή μεταχείριση, εξακολουθεί να δαπανά τεράστια ποσά μέσα από χιλιάδες λογαριασμούς, όταν, μάλιστα, ολόκληρη η ελληνική αγορά και χιλιάδες νοικοκυριά έχουν μειώσει τις σχετικές δαπάνες.
«Μόνο η συμβασιοποίησή του «Σύζευξις ΙΙ» απαιτεί δύο με τρία χρόνια. Στη συνέχεια, θα πρέπει να περάσει από διακομματική επιτροπή και μετά από το Ελεγκτικό Συνέδριο, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει κι άλλο με βεβαιότητα» εξηγούν πηγές κοντά στην υπόθεση. «Και όσο συμβαίνουν αυτά, το δημόσιο θα χάνει κάθε χρόνια 150 εκατ. ευρώ και ο μεγαλύτερος πελάτης της χώρας θα εξακολουθεί να αγοράζει υπηρεσίες από την λιανική» τονίζουν.
Σύμφωνα με έγγραφο που αναρτήθηκε στην «Διαύγεια», ο υπουργός Οικονομικών, κ. Φιλ. Σαχινίδης προϋπολόγισε περίπου 458 εκατ. ευρώ από εθνικούς πόρους για το διάστημα 2014-2017 για την δημιουργία του «Σύζευξις ΙΙ», ενώ άλλα σχεδόν 200 εκατ. ευρώ θα δοθούν μέσω του ΕΣΠΑ για αγορά εξοπλισμού. Το «Σύζευξις ΙΙ» αναμένεται να έχει δημοπρατηθεί έως τον Σεπτέμβριο.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk