Χάσμα αντίληψης

Τρίτη του Πάσχα 2012, σε ένα τραπέζι με θέα τη Φαβιέρου: Μέρες τώρα με βασανίζει η ίδια σκέψη. Είμαστε πιο τυχεροί εμείς που γνωρίσαμε μια Αθήνα διαφορετική, πιο ανθρώπινη, με μικρή εγκληματικότητα, με γειτονιές και κουσούρια «επαρχίας»; Ή είναι πιο τυχερά τα παιδιά που σήμερα μεγαλώνουν στην πόλη;Μόλις προχθές, ο Γιώργος, δεκαεπτά Μαΐων και υιός φίλης αγαπημένης, διάβασε το ημερολόγιό μου και αναφώνησε από έκπληκτος έως φρικαρισμένος «μα τι λες τώρα, πού τα βλέπετε όλα αυτά, είστε τρελές;». Όχι, ο Γιώργης δεν ζει σε άλλη Αθήνα. Στην ίδια ζούμε και όπως κι εγώ κυκλοφορεί με τους φίλους του με τρένο και μετρό, ακόμη πιο συχνά με τα πόδια για να μη σωθεί το χαρτζιλίκι.

Τρίτη του Πάσχα 2012, σε ένα τραπέζι με θέα τη Φαβιέρου.

Μέρες τώρα με βασανίζει η ίδια σκέψη. Είμαστε πιο τυχεροί εμείς που γνωρίσαμε μια Αθήνα διαφορετική, πιο ανθρώπινη, με μικρή εγκληματικότητα, με γειτονιές και κουσούρια «επαρχίας»; Ή είναι πιο τυχερά τα παιδιά που σήμερα μεγαλώνουν στην πόλη;

Μόλις προχθές, ο Γιώργος, δεκαεπτά Μαΐων και υιός φίλης αγαπημένης, διάβασε το ημερολόγιό μου και αναφώνησε από έκπληκτος έως φρικαρισμένος «μα τι λες τώρα, πού τα βλέπετε όλα αυτά, είστε τρελές;».

Όχι, ο Γιώργης δεν ζει σε άλλη Αθήνα. Στην ίδια ζούμε και όπως κι εγώ κυκλοφορεί με τους φίλους του με τρένο και μετρό, ακόμη πιο συχνά με τα πόδια για να μη σωθεί το χαρτζιλίκι.

Από απαγορευμένες ζώνες δεν καταλαβαίνουν, πηγαίνουν παντού, πρωί και βράδυ, χωρίς κανέναν φόβο. Με μια διαφορά, τεράστια και ζωτική.

Ο Γιώργης και οι φίλοι του όταν ξεκινούν το πρωί από το σπίτι δεν είναι καθόλου σίγουροι ότι όταν επιστρέψουν θα έχουν στην τσέπη το κινητό ή το πορτοφόλι τους, ό,τι κι αν έχει μέσα. Αλλά δεν τους νοιάζει.

Δεν πτοούνται από τα ζωντανά πτώματα στα πεζοδρόμια, απλά τα παρακάμπτουν ή τα πηδούν. Δικό τους πρόβλημα.

Όταν ένας δρόμος έχει γίνει ουρητήριο, κάνουν κάποιο σχόλιο περί μπίχλας, κλείνουν τη μύτη και συνεχίζουν. Παρακάτω δεν θα βρωμάει.

Η εγκληματικότητα είναι κομμάτι της κάθε μέρας τους, την έχουν αποδεχθεί, γνωρίζουν πολύ καλά ότι έχουν πολλές πιθανότητες να έρθουν αντιμέτωποι ανά πάσα στιγμή. Είναι θέμα τύχης.

Η Ομόνοια, η Σταδίου, το Σύνταγμα και η Βικτώρια παραμένουν στέκια τους, αλλά δεν έχουν καμία απαίτηση ή προσμονή να τα δουν καθαρά, ασφαλή και ήσυχα.

Έτσι ζουν ο Γιώργος και οι φίλοι του.

Κάποιοι άλλοι της ηλικίας τους πάλι, παίρνουν σημαίες και ρόπαλα, αναλαμβάνουν τη διατήρηση της τάξης και της ασφάλειας μαζί με ή χωρίς τους πατεράδες τους και μιλάνε για έθνος, σωτηρία και άλλα τινά.

Ούτε αυτοί θυμούνται την Αθήνα αλλιώς, την απαιτούν όμως. Με τη βία, κόντρα στη βία που τους επιβάλλεται, μπαίνουν από την εφηβεία στη ζώνη του λυκόφωτος και φλερτάρουν με τα όρια του περιθωρίου.

Εδώ κι εμείς που μπροστά τους μοιάζουμε με μελό νοσταλγούς μιας χαμένης αθωότητας, λες και η ζωή που τους περιγράφουμε δεν απέχει δέκα, δεκαπέντε χρόνια, αλλά τουλάχιστον μισό αιώνα από το σήμερα.

Μόνο που τελικά, ανάμεσα στον χύμα Γιώργη, στον γυαλιστερό καλοχτενισμένο ροπαλοφόρο και σ’ εμένα χωράει η ίδια ακριβώς πραγματικότητα. Μια Αθήνα που δεν μας αξίζει. Μια Αθήνα που έχει πάψει να ζει.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk