Ποτάμια αίματος από τον ακήρυχτο εμφύλιο

«Εμείς οι μεξικανοί γονείς δεν επιθυμούμε οι γιοι και οι κόρες μας να βρουν μια καλή δουλειά, να γίνουν πλούσιοι ή διάσημοι. Ευχόμαστε απλώς να επιστρέψουν ζωντανοί στο σπίτι. Αν όχι, ευχόμαστε μόνο να βρούμε το πτώμα τους. Αν όχι, ευχόμαστε τουλάχιστον ο θάνατός τους να ήταν γρήγορος, με μια σφαίρα στο κεφάλι. Κι αν όχι, ευχόμαστε τουλάχιστον να βρούμε ένα “κομμάτι” τους, κάτι που να μας επιτρέψει να κάνουμε ένα τεστ DNA για να αποδείξουμε ότι κάποτε υπήρξαν».

«Εμείς οι μεξικανοί γονείς δεν επιθυμούμε οι γιοι και οι κόρες μας να βρουν μια καλή δουλειά, να γίνουν πλούσιοι ή διάσημοι. Ευχόμαστε απλώς να επιστρέψουν ζωντανοί στο σπίτι. Αν όχι, ευχόμαστε μόνο να βρούμε το πτώμα τους. Αν όχι, ευχόμαστε τουλάχιστον ο θάνατός τους να ήταν γρήγορος, με μια σφαίρα στο κεφάλι. Κι αν όχι, ευχόμαστε τουλάχιστον να βρούμε ένα “κομμάτι” τους, κάτι που να μας επιτρέψει να κάνουμε ένα τεστ DNA για να αποδείξουμε ότι κάποτε υπήρξαν».

Εκτός των μεξικανικών συνόρων οι εν λόγω φράσεις ακούγονται δραματικές, σχεδόν υπερβολικές. Οσοι ωστόσο ζουν τη μεξικανική καθημερινότητα τα τελευταία έξι χρόνια γνωρίζουν ότι τα παραπάνω λόγια της κυρίας Βαλεντίνα Περάλτα, μέλους του μεξικανικού «Κινήματος για την Ειρήνη», ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα – σε μια πραγματικότητα σκληρή και απάνθρωπη που έχει μετατρέψει ολόκληρη τη χώρα σε πεδίο μάχης.

Εξι χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που ο πρόεδρος της χώρας κ. Φελίπε Καλντερόν κήρυξε τον διαβόητο «πόλεμο κατά των ναρκωτικών», με την πολιτική και οικονομική υποστήριξη των ΗΠΑ. Μέσα σε αυτή την εξαετία το εν λόγω εγχείρημα έχει εξελιχθεί σε έναν ιδιότυπο εμφύλιο πόλεμο με 60.000 νεκρούς, 20.000 αγνοουμένους και 100.000 εσωτερικούς πρόσφυγες. Στις περισσότερες χώρες του κόσμου η φράση «πόλεμος κατά των ναρκωτικών» θα ερμηνευόταν μεταφορικά ως μια νέα κυβερνητική πολιτική, μια σειρά μέτρων ή δράσεων. Στο Μεξικό η λέξη «πόλεμος» είναι κυριολεκτική.

Στρατός φόβος και τρόμος

Εξαγγέλλοντας ότι θα εξαρθρώσει διά παντός τα καρτέλ των ναρκωτικών, το 2006 ο κ. Καλντερόν αποφάσισε να αναθέσει αυτό το έργο στις ένοπλες δυνάμεις, αναβαθμίζοντας τον στρατό σε «υπερ-αστυνομία» που εισβάλλει σε κατοικίες, συλλαμβάνει και πυροβολεί χωρίς ένταλμα και μετατρέποντας τις μεξικανικές πόλεις σε πεδία μάχης ανάμεσα σε στρατιωτικούς, παραστρατιωτικούς, εμπόρους ναρκωτικών και κοινούς εγκληματίες.
Προς ενίσχυση του έργου του, με βάση την «Πρωτοβουλία Μέριδα», μια διακρατική συμφωνία που υπεγράφη το 2007 ανάμεσα στις κυβερνήσεις των ΗΠΑ, του Μεξικού και άλλων χωρών της Κεντρικής Αμερικής, ο Καλντερόν έλαβε από τις ΗΠΑ στρατιωτικό εξοπλισμό και τεχνογνωσία αξίας 1,6 δισ. δολαρίων.
Ωστόσο τα αποτελέσματα του πολέμου απέχουν σημαντικά από τα αναμενόμενα. Αντί να περιοριστούν, η βία και η αιματοχυσία αυξήθηκαν κατακόρυφα σε ολόκληρη τη χώρα. Στα πρώτα τρία χρόνια του πολέμου, ως τον Μάρτιο του 2009, τα θύματα υπολογίζονταν σε 9.000. Σήμερα οι νεκροί υπολογίζονται στους 60.000 κατά την επικρατέστερη άποψη – 47.500 σύμφωνα με την κυβέρνηση, 67.000 σύμφωνα με ορισμένες ΜΚΟ -, δηλαδή ποσοστιαία αύξηση κατά 450%!
Δολοφονίες για όλους
Απαγωγές, δολοφονίες και εκβιασμοί πλήττουν πλέον όλες τις κοινωνικές και οικονομικές τάξεις. Αδέσποτες σφαίρες από τις οδομαχίες σε χωριά, λαϊκές αγορές και πανεπιστήμια έχουν σκοτώσει χιλιάδες απλούς πολίτες, ανάμεσά τους μαθητές και φοιτητές. Αποτρόπαια πρωτοσέλιδα εφημερίδων «στολίζονται» με αποκεφαλισμούς, δημόσιους απαγχονισμούς και άλλες ευφάνταστες μεθόδους δολοφονίας. Ταυτόχρονα οι καταγγελίες για καταπατήσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυξήθηκαν κατά 300% ως το 2010, σύμφωνα με τη μεξικανική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Η βία έχει οδηγήσει σε ένα πρωτοφανές κύμα εσωτερικών προσφύγων, οι οποίοι φεύγουν μέσα στη νύχτα από τις πόλεις και τα χωριά τους, με ό,τι προλάβουν να περισώσουν, υπό απειλές απαγωγής και δολοφονίας. «Ολα ξεκίνησαν όταν αντιλήφθηκα ότι ο 17χρονος γιος μου είχε πέσει θύμα «λεβαντάρ» (σ.σ.: πρακτική που θυμίζει σύγχρονους γενίτσαρους, όπου μέλη των καρτέλ χρησιμοποιούν βία και απειλές για να εξαναγκάσουν νέους Μεξικανούς να γίνουν ναρκέμποροι ή «στρατιώτες» του οργανωμένου εγκλήματος). Είπα στη γυναίκα μου «πάρε τα παιδιά και ό,τι προλάβεις, φεύγουμε». Ειδάλλως μια μέρα θα μου τον έφερναν νεκρό» λέει στο «Βήμα » ο κ. Χόρχε Πέρες, πατέρας τριών παιδιών, τεσσάρων, δέκα και δεκαεπτά ετών αντίστοιχα.
Στην πόλη τους, στο Εστάδο δε Μέχικο, οι Πέρες άφησαν το σπίτι τους και όλη τους την περιουσία, καθώς και το εμπορικό κατάστημα που διατηρούσαν. Τους συναντήσαμε στην επαρχία Μορέλος, όπου μένουν τους τελευταίους μήνες υπό συνθήκες απόλυτης φτώχειας. «Τουλάχιστον είμαστε ζωντανοί» καταλήγει με νόημα ο κ. Πέρες.
Ο φόνος που έγινε κίνημα
Βρισκόμαστε στην πόλη Κουερναβάκα, 90 χιλιόμετρα από τη μεξικανική πρωτεύουσα. Η κεντρική πλατεία είναι γεμάτη ανθρώπους κάθε ηλικίας, σε μια παράξενη συγκέντρωση που συνδυάζει στοιχεία πολιτικής διαδήλωσης και νεκρώσιμης ακολουθίας και «γιορτάζει» την επέτειο ενός θανάτου και μιας γέννησης. Σε αυτήν ακριβώς την πόλη, πριν από έναν χρόνο, επτά νέοι δολοφονήθηκαν άγρια από μέλη των καρτέλ. Ενας από αυτούς ήταν ο 24χρονος Χουάν Φρανσίσκο Σισίλια, γιος του διάσημου μεξικανού συγγραφέα και ποιητή Χαβιέρ Σισίλια (στη φωτογραφία δεξιά). Ο τραγικός θάνατος του γιου του μετέτρεψε τον ποιητή σε σύμβολο της εθνικής τραγωδίας και οδήγησε στη γέννηση του μαζικότερου κινήματος ενάντια στον «εμφύλιο» στην ιστορία της χώρας.
Το έναυσμα για τη δημιουργία του «Κινήματος για την Ειρήνη» έδωσε η απόφαση του κ. Σισίλια να πραγματοποιήσει ένα σιωπηλό οδοιπορικό από την Κουερναβάκα ως την Πόλη του Μεξικού, σε ένδειξη διαμαρτυρίας κατά του πολέμου.
Ο ποιητής ξεκίνησε με άλλους 200 ανθρώπους – οι περισσότεροι γονείς θυμάτων του πολέμου – στις 5 Μαΐου από την Κουερναβάκα και έφθασε στο Σόκαλο, την κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας, με περισσότερους από… 100.000 διαδηλωτές να τον ακολουθούν σιωπηλοί, κρατώντας πανό με το σήμα κατατεθέν του Κινήματος, το σλόγκαν «Estamos hasta la madre», το οποίο στα ελληνικά αποδίδεται ως «Εχουμε φτάσει ως εδώ!»

«Ημουν αποφασισμένος να φτάσω, ακόμα και αν έφτανα μόνος μου. Οταν είδα εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να με στηρίζουν, κατάλαβα πόσο μεγάλη είναι η πληγή για τη χώρα μου. Πρόκειται για χιλιάδες νεκρούς, στους οποίους πρέπει να δώσουμε όνομα. Η κρατική ρητορική είναι: «Τα θύματα ήταν εγκληματίες, άρα τους άξιζε να πεθάνουν». Εμείς όμως λέμε: «Τα θύματα είναι άνθρωποι. Και αν χιλιάδες άνθρωποι σκοτώνονται καθημερινά, τότε κάτι κάνουμε λάθος»» λέει ο ίδιος έναν χρόνο αργότερα. Για την καθοριστική συμβολή του στη δημιουργία του Κινήματος, μάλιστα, ο κ. Σισίλια κέρδισε μια θέση ανάμεσα στα «Πρόσωπα της Χρονιάς» στο επετειακό τεύχος του αμερικανικού περιοδικού «Time» το 2011.

Λύθηκε επιτέλους η σιωπή

«Το Κίνημα έκανε εμφανές το γεγονός ότι ο θάνατος και η βία έχουν αγγίξει κάθε γωνιά της μεξικανικής κοινωνίας. Κυρίως έλυσε επιτέλους τη σιωπή για το γεγονός ότι δεν πρόκειται για έναν πόλεμο ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς», όπως προσπαθούν να τον προβάλουν η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ» εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα » η κυρία Αναΐδ Κάμπος, ερευνήτρια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας στο Εθνικό Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού. «Αντίθετα, το πρόβλημα είναι διαρθωτικό. Ο στρατός, η αστυνομία, οι πολιτικοί, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις και τα καρτέλ των ναρκωτικών διαπλέκονται με τέτοιον τρόπο ώστε κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα ποιος βρίσκεται πίσω από κάθε εγκληματική ενέργεια. Την ευθύνη όμως για την ασφάλεια των πολιτών σε μια δημοκρατία οφείλει να την έχει το κράτος. Συνεπώς φωνάζοντας «Στοπ στον πόλεμο!» οι εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές ζητούσαν από την κυβέρνηση την αποστρατοποίηση της χώρας και την εγκαθίδρυση ουσιαστικής δικαιοσύνης» προσθέτει η ίδια.
Η εφαρμογή της δικαιοσύνης, ωστόσο, προϋποθέτει την τιμωρία των ενόχων. Και αυτή η τιμωρία, ακριβώς εξαιτίας της διαφθοράς που διαπερνά κάθε παρακλάδι της δημόσιας διοίκησης, δύσκολα έρχεται. «Οταν απήγαγαν τον γιο μου πριν από δύο χρόνια, το πρώτο που έκανα ήταν να πάω στην αστυνομία. Με κοιτούσαν απαθείς όμως. Μου ζητούσαν στοιχεία, αποδείξεις, έγγραφα. Μου ζητούσαν – ούτε λίγο ούτε πολύ – να βρω εγώ τους ενόχους! Ηταν φανερό ότι δεν είχαν σκοπό να ερευνήσουν το θέμα. Δύο μήνες αργότερα, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο» λέει στο «Βήμα» η κυρία Κάρμεν Ρέγες Οτσόα από το Νούεβο Λεόν. Η ίδια είναι μία από τις δεκάδες χιλιάδες μητέρες που αναζητούν τα εξαφανισμένα παιδιά τους χτυπώντας πόρτες που ποτέ δεν ανοίγουν.

O μεξικανικός πόλεμος σε αριθμούς

6 χρόνια πολέμου

60.000 νεκροί

20.000 αγνοούμενοι

100.000 εκτοπισμένοι πρόσφυγες

15-35 (ετών) η ηλικία της συντριπτικής πλειονότητας των θυμάτων

70 δολοφονημένοι δημοσιογράφοι

Από το πένθος στο «Κίνημα για την Ειρήνη»
Ψάχνοντας στους «ναρκοτάφους»
Οι ηλικίες των θυμάτων του πολέμου κυμαίνονται ανάμεσα στα 15 και στα 35 χρόνια. Συνεπώς ο βασικός όγκος που γέννησε το «Κίνημα για την Ειρήνη» είναι γονείς που μετέτρεψαν το πένθος σε πολιτική δράση. «Πέρασαν από αστυνομία, εισαγγελίες και δημόσιες υπηρεσίες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στη συνέχεια άρχισαν να ψάχνουν με ιδιωτικούς ντετέκτιβ, ήλθαν ακόμη και σε επαφή με μέλη του οργανωμένου εγκλήματος. Οι μητέρες κατέληξαν να ψάχνουν μόνες τα παιδιά τους στους «ναρκοτάφους» (σ.σ.: ομαδικοί τάφοι όπου εγκαταλείπονται δεκάδες πτώματα του πολέμου)» λέει στο «Βήμα» η κυρία Βαλεντίνα Περάλτα.

Η ίδια προσφέρει αφιλοκερδώς υποστήριξη σε όλους τους γονείς που προσέρχονται στο «Κίνημα για την Ειρήνη». Τους συνοδεύει στις επισκέψεις στην αστυνομία, στην εισαγγελία και σε όλες τις κρατικές αρχές – δράση για την οποία έχει λάβει δεκάδες απειλές για τη ζωή της. «Εισερχόμενοι στο Κίνημα αυτοί οι χαροκαμένοι γονείς παύουν να είναι θύματα ή ικέτες και μετατρέπονται σε πολίτες με δικαιώματα» προσθέτει η κυρία Περάλτα. «Σταματήσαμε να κλαίμε στα σκαλιά της Γενικής Εισαγγελίας. Πλέον υποβάλλουμε αιτήματα. Απαιτούμε ο κυβερνήτης του Νουέβο Λεόν να μας δεχθεί σε ακρόαση. Εχουμε δικαίωμα στην ασφάλεια, έχουμε δικαίωμα στη δικαιοσύνη. Φοβόμαστε αλλά δεν θα κάνουμε πίσω» υπογραμμίζει η κυρία Αμάδα Πουέντες Γκονζάλες από το Μοντερέι, η οποία αναζητεί τον γιο της από τον Φεβρουάριο του 2009.
Κατά τη διάρκεια του 2011 το Κίνημα απέκτησε τέτοιον όγκο που ήταν αδύνατον να αγνοηθεί από την κυβέρνηση. Ετσι το περασμένο καλοκαίρι ο πρόεδρος της χώρας κ. Καλντερόν δέχθηκε επιτροπές γονέων σε συνεδριάσεις που έλαβαν εκτεταμένη προβολή από τα ΜΜΕ. Την αρχική αισιοδοξία για αλλαγή πλεύσης διαδέχθηκε η απογοήτευση, όταν οι μήνες περνούσαν χωρίς καμία εξέλιξη για τα χιλιάδες θύματα. Και τότε άρχισαν οι δολοφονίες γονέων που έψαχναν τα παιδιά τους και είχαν λύσει τον κώδικα της σιωπής με την ακτιβιστική δράση τους.
Εθνικό «σοκ» αποτέλεσε η υπόθεση του 56χρονου Νεπομουσένο Μορένο, ο οποίος κατόρθωσε να «εξιχνιάσει» την απαγωγή του γιου του από αστυνομικούς και έφτασε ως το σημείο να παραδώσει όλα τα έγγραφα που αποδείκνυαν τι είχε συμβεί στον ίδιο τον πρόεδρο Καλντερόν σε ζωντανή μετάδοση μπροστά στις κάμερες! Η δολοφονία του λίγους μήνες αργότερα αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για το Κίνημα και έσπειρε για μία ακόμη φορά τον φόβο.
«Θυμάμαι ένα βράδυ είχαμε ενώσει τα χέρια με τον Νεπομουσένο και είπαμε: «Για τα παιδιά μας, ως και τον θάνατο». Λίγες εβδομάδες αργότερα τον δολοφόνησαν» λέει στο «Βήμα» ο κ. Μελτσόρ Φλόρες (στη φωτογραφία αριστερά), ένας από τους διασημότερους πατεράδες-σύμβολα του «Κινήματος για την Ειρήνη». Ο γιος του, ο καλλιτέχνης Μελτσόρ Φλόρες Ερνάντες, γνωστός με το ψευδώνυμο «Γαλαξιακός Καουμπόι», απήχθη στο Μοντερέι από την αστυνομία το 2009. Παρ’ ότι ο αριθμός της περιπόλου είναι γνωστός στις αρχές, η υπόθεση παραμένει άλυτη. «Ξέρω ότι κινδυνεύω. Δεν θα σταματήσω όμως να αναζητώ τον γιο μου. Το Κίνημα μου έχει δώσει φωνή για να απαιτώ ειρήνη και δικαιοσύνη από την κυβέρνηση. Δεν σκοπεύω να σιωπήσω ξανά» καταλήγει ο κ. Φλόρες.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk