Eνας εξαιρετικός αιρετικός

Το κουδούνι γράφει ένα ρώσικο όνοµα που µε λίγη φαντασία θα µπορούσε να είναι το δικό του. Ο δρόµος είναι ένας από τους κεντρικούς της Αθήνας, απ’ αυτούς µε τα περασµένα µεγαλεία, και ο αριθµός αξιοπρόσεκτος: «Μένω στο 166, δεν ξεχνιέται» λέει µε αυτή τη φωνή που µοιάζει σαν να βήχει µιλώντας ή να µιλάει βήχοντας. Τα CDs είναι στον διάδροµο, στο γραφείο, στο πάτωµα, στον καναπέ, στην κουζίνα, παντού, γιατί «αποφάσισα να τα κατατάξω αλφαβητικά», εξηγεί σαν χαρακτήρας βγαλµένος από το «High Fidelity». Βήχει λίγο, µιλάει πολύ, φοράει µία στολή παραλλαγής και µία κονκάρδα µε τον Γκούφι.

Εχει ενδιαφέρον να µιλάς µε τον ∆ηµήτρη Πουλικάκο. Κυρίως γιατί όταν ήταν µικρός αγαπούσε τους λίγο περίεργους θείους του και αρνήθηκε την αστική αθηναϊκή καταγωγή του. Γιατί όταν ήταν 14 και το έπαιζε αντράκι, άκουσε για πρώτη φορά rock ’n’ roll «και µου ήρθε µια βαριοπούλα στο κεφάλι». Γιατί το 1967, λίγο µετά τη χούντα, πέρασε ένα καλοκαίρι ως µοναδικός Ελληνας που έµενε στα Μάταλα. Γιατί δεν ντρέπεται να πει πως έχει κάνει φυλακή και να µιλήσει για τις σηµερινές φυλακές που «αυτές θα έπρεπε να µας κάνουν να ντρεπόµαστε». Γιατί το 1963 έβγαλε µε τον Πάνο Κουτρουµπούση, τον Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Νάνο Βαλαωρίτη και τον Κώστα Ταχτσή το περιοδικό «Πάλι». Για όλα αυτά και για άλλα πολλά, έχει ενδιαφέρον.

Οταν είσαι 69 χρόνων και έχεις ζήσει όσα έχει ζήσει ο ίδιος, δεν βαριέσαι κάποια στιγµή από την καταστροφολογία, τις κακές ειδήσεις, τον φόβο; «∆εν έχω βαρεθεί ποτέ. Ούτε καν στη φυλακή. Εχω πολλά κίνητρα. Το διάβασµα, τη µουσική, τους φίλους – δεν έχω παραπάνω από δύο-τρεις πραγµατικούς φίλους – είναι αρκετοί. Κίνητρο είναι να ανοίξω και την τηλεόραση. Εκνευρίζοµαι τόσο πολύ που µου δίνει δύναµη να συνεχίσω για µέρες. Ο εκνευρισµός έρχεται πρώτα από το βασικό µας πρόβληµα, την έλλειψη παιδείας. Τη βλέπεις σε αυτούς που µας µιλάνε, όπως µας µιλάνε, τη βλέπεις σε αυτά που γράφουν, στον τρόπο µε τον οποίο τα γράφουν. Οπως έλεγε ο Λένιν, αν θέλεις να καταστρέψεις έναν λαό, εξαφάνισε τη γλώσσα του. Αυτό µας συµβαίνει. Και όχι, αυτό δεν είναι ένα πρόβληµα πολυτέλειας. Μου το έλεγε και ο πατέρας µου: Λαός χωρίς αισθητική δεν έχει ιστορία, δεν έχει και µέλλον».

Η τηλεόραση εξακολουθεί να παίζει, η οθόνη φτύνει προβληµατισµό, αγωνία και αγανάκτηση. ∆εν τον ενοχλεί. «Μετά έρχεται ο εκνευρισµός για την κατάσταση των πραγµάτων, για την παγκόσµια γενοκτονία που ζούµε, την απειλή της φτώχειας, το πείραµα που γίνεται και εδώ – όχι όµως µόνο εδώ – για το πόσο θα αντέξουµε. Ε, δεν θα αντέξουµε και πολύ». Το ερώτηµα όµως δεν είναι πόσο θα αντέξουµε, αλλά τι ακριβώς θα κάνουµε για να αντέξουµε. Αυτή δεν είναι η ιστορία; «∆εν ζούµε ιστορικές στιγµές. Ζούµε αν- ιστορικές στιγµές. Οχι ακριβώς ιστορικές, σίγουρα όχι και αδιάφορες. Ο καθένας λέει ό,τι θέλει. Το “Εξάρχειο” είναι η απόλυτη µόδα, αντίδραση και αγανάκτηση. Εκεί θα βρεις και υγεία και σωστή αντίδραση, εκεί µέσα όµως θα βρεις και τους µελλοντικούς χαφιέδες και υπηρέτες του συστήµατος. Και µέσα σε όλα θριαµβεύει το µεγαλύτερο πρόβληµα της Ελλάδας, η σοβαροφάνειά µας. Τη βλέπεις παντού γύρω σου, εξαθλιώνεται οικονοµικά ο κόσµος και ανεβαίνει ο τζόγος. Ερχεται η συντήρηση στην κοινωνία και θριαµβεύει η τσόντα. Μια µπερδεµένη, καταπιεσµένη κατάσταση».

Κάθε άνθρωπος έχει ένα ανάγνωσµα, κάποιες λέξεις που τον διαµόρφωσαν, κάτι που τον πήγε προς µια κατεύθυνση. Για τον ∆ηµήτρη Πουλικάκο αυτό ήταν ένα βιβλίο που του έδωσε ο γιατρός πατέρας του, όταν ήταν 12 χρόνων, το βιβλίο του Ευάγγελου Λεµπέση «Η τεράστια κοινωνική σηµασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω». Τότε «κατάλαβα πολλά. Και, το κυριότερο, κατάλαβα ότι δεν πρέπει να φοβάσαι τους καραγκιόζηδες της ζωής. Ο Καραγκιόζης ρίχνει και καµιά σφαλιάρα. Τους χατζηαβάτηδες πρέπει να φοβάσαι, όλους αυτούς που λένε “χάλια φαίνεσαι, αφεντικό, χτύπα µε για να ανέβεις”. Και φοβάµαι πως στη Βουλή θα έρθουν πολλοί χατζηαβάτηδες».

Οι παλαιοί συνηθίζουν να λένε πως παλιά τα πράγµατα ήταν πιο απλά. Ε λοιπόν, παλιά τα πράγµατα δεν ήταν πιο απλά. Το αντίθετο. «Ηταν περίεργη η κατάσταση. Παλιά, ακόµη και µακριά µαλλιά να είχες, όσοι είχαµε, µπορεί να περνούσαµε από µια οικοδοµή και να µας έκραζαν όλοι: “Πώς είσαι έτσι, γυναίκα είσαι ρε;”. ∆εν µπήκα ποτέ σε κανένα κόµµα (θα έπεφτα και σε κώµα) και δεν το µετάνιωσα. Είδα πολλούς υπηρέτες του συστήµατος να το παίζουν αντιστασιακοί. Και τώρα βλέπω ξανά διάφορους γερµανοτσολιάδες να βγαίνουν πάλι στην αντίσταση. Κουραστικό. Το ότι όλοι εµείς δεν µπήκαµε ποτέ σε κόµµα, δεν υπηρετήσαµε µια οργανωµένη κατάσταση, από τη µία δείχνει υγεία, από την άλλη είναι και λίγο θλιβερό».

Ο ∆ηµήτρης Πουλικάκος, σαν κοµµάτι της παλιάς αστικής Αθήνας, µένει προς τα Πατήσια. Κάθε Σάββατο από το µπαλκόνι του βλέπει τη Χρυσή Αυγή να κάνει παρέλαση µίσους. «Το φοβερό είναι πως παλαιότεροι µετανάστες, όπως Αλβανοί, είναι µέλη της. Είναι περίεργα πράγµατα αυτά και ευθύνη υπάρχει σε όλους, ακόµη και στην Αριστερά που συνθηµατολογεί µε έναν παρωχηµένο, κούφιο τρόπο. Αυτή τη στιγµή νοµίζω πως θριαµβεύει το είδος των ανθρώπων που απεχθάνοµαι: “Μετρίως µέτριος και πάντα µετρηµένος”. Ανθρωποι που βλέπουν τα στραβά γύρω τους και απλά αρνούνται να τα δουν. Αυτούς που λένε: “Μην εξωθούµε τα πράγµατα στα άκρα”. Μα τι να εξωθήσουµε, δεν έχουν εξωθηθεί ήδη; ∆εν είµαι κατά της άκριτης επανάστασης, αλλά ακόµη και οι αρχαίοι Ελληνες, που τόσο τους χρησιµοποιούµε ερήµην τους, αν δεν τους άρεσε µια παράσταση, πέταγαν στο θέατρο το κολατσιό τους. Υγιής αντίδραση. Είναι επικίνδυνο να ταυτίζουµε το γιαούρτι µε τη βία. Στην ουσία µε το γιαούρτι προειδοποιείς κάποιον. Ασε που κάνει επιδερµίδα, υποστηρίζει και την ελληνική παραγωγή…».

Μήπως όµως ο κίνδυνος είναι ο όχλος; «Ναι, υπάρχει και αυτό. Συνήθως η οχλοκρατία είναι καθοδηγούµενη. Και έρχεται σε σύγκρουση µε την ελίτ – εγώ τη λέω και “αλήτ”– που θέλει όλα να τα βλέπουµε µε τη σικ – εγώ θα το έγραφα “sick” – πλευρά της ζωής».

Η διήγηση της ζωής του είναι ένα καλογραµµένο βιβλίο. Αντίδραση, ροκ, µακριά µαλλιά, Μάταλα, ναρκωτικά, δύο φορές φυλακή – τη µία για «µικροποσότητες», την άλλη επειδή «µε κατηγόρησαν πως ήµουν ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της πρώην γυναίκας µου που πέθανε από ανακοπή στην Ολλανδία, ενώ εγώ ήµουν στην Ελλάδα». Τηλεόραση ως «Αυθαίρετος», µια αξιοσηµείωτη πορεία στον κινηµατογράφο από τους «Τεµπέληδες της εύφορης κοιλάδας» µέχρι «Το µετέωρο βήµα του πελαργού» το «Βίος και Πολιτεία», το «Happy Day», διαφήµιση ως διευθυντής ∆ηµιουργικού για δύο χρόνια – «εξαιρετικά λεφτά, αλλά δεν άντεξα παραπάνω» – , γάµοι, φίλοι, χωρισµοί, ραδιόφωνο ως «Θείος Νώντας» µουσική από το «Μεταφοραί – Εκδροµαί ο Μήτσος» και το «Live στου Ζωγράφου» µέχρι και σήµερα στις µουσικές εµφανίσεις του. Ολα αυτά δεν κρύβουν έναν τεράστιο κίνδυνο καταβύθισης στη νοσταλγία; «Εχω αναµνήσεις, θυµάµαι πράγµατα, είµαι νοσταλγικός κάποιες στιγµές, αλλά θεωρώ πως η καλύτερη περίοδος της ζωής µου είναι αυτή που ζω κάθε φορά. ∆εν θα ήθελα να ήµουν 25 χρόνων – εντάξει, θα ήµουν πιο δυνατός, αλλά το έζησα αυτό, πάει. Οπως αυτός που έχει το 51% των µετοχών µιας εταιρείας είναι ο πρόεδρος, έτσι και το 51% της ζωής σου πρέπει να είναι το µέλλον και το παρόν, όχι οι αναµνήσεις. Εγώ τέτοιο πρόβληµα δεν έχω. Είµαι 69, πόσο είναι ο µέσος όρος ζωής; 73, 75; Εγώ είµαι ΟΚ µε αυτό, κανένα πρόβληµα. Εζησα. Και πέντε λεπτά προτού πεθάνω, πάλι θα ζω». Μια ζωή σίγουρα αιρετική. Ισως και εξαιρετική.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk