Ξεσπά πόλεμος για τις τράπεζες

Φουντώνει η μάχη για τον έλεγχο των ελληνικών τραπεζών. Η επικείμενη επανακεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι όροι και το ύψος της οποίας τώρα διαμορφώνονται, έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον εγχώριων και ξένων κεφαλαίων.

Φουντώνει η μάχη για τον έλεγχο των ελληνικών τραπεζών. Η επικείμενη επανακεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, οι όροι και το ύψος της οποίας τώρα διαμορφώνονται, έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον εγχώριων και ξένων κεφαλαίων. Διεθνείς επενδυτικές τράπεζες έχουν εκδηλώσει «λελογισμένο ενδιαφέρον για τις υγιέστερες ελληνικές τράπεζες», όπως αναφέρουν πηγές που είναι σε θέση να γνωρίσουν, ενώ εντύπωση έχει προκαλέσει η παρουσία εκπροσώπων ουκρανικών κεφαλαίων, οι οποίοι με την καθοδήγηση ελλήνων συμβούλων έχουν εκφράσει το ενδιαφέρον τους για μικρότερου μεγέθους τράπεζα. Ολη αυτή η κινητικότητα συμπληρώθηκε την περασμένη εβδομάδα και από δημοσίευμα στην ιστοσελίδα του Reuters, το οποίο ανασύροντας παλαιές καταγγελίες για τον πρόεδρο της Τράπεζας Πειραιώς κ. Μιχ. Σάλλα, οι οποίες έχουν αποδειχθεί αβάσιμες, στην ουσία έθετε θέμα διαφάνειας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και ανεπάρκειας των εποπτικών ελέγχων.
Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες πληροφορίες, είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν και άλλα σχετικά δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο, καθώς το ζήτημα της επανακεφαλαιοποίησης ύψους 40-50 δισ. ευρώ, που στην ουσία θα γίνει με κεφάλαια τα οποία θα βάλει η τρόικα, αφορά έναν κλάδο με σημαντική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Ο νόμος για τον έλεγχο

Σε κάθε περίπτωση, η μάχη για τον έλεγχο των τραπεζών ξεκινά από τον νόμο για την επανακεφαλαιοποίηση του συστήματος, ο οποίος προβλέπει ότι αν παλαιοί και νέοι μέτοχοι συμμετέχουν στην αύξηση κεφαλαίου με ποσοστό τουλάχιστον 10%, ο έλεγχος παραμένει στους ιδιώτες. Σε διαφορετική περίπτωση περνά στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το οποίο θα βάλει τα κεφάλαια. Αυτά θα είναι χρήματα που θα δανειστεί το Δημόσιο από την τρόικα. Σε περίπτωση που το σχέδιο πετύχει, το Δημόσιο θα πάρει πίσω τα χρήματά του και θα ξεπληρώσει τους δανειστές του. Μάλιστα, θα πραγματοποιήσει και κέρδος από την πώληση των τραπεζικών μετοχών ύστερα από τέσσερα-πέντε χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι οι χρηματιστηριακές αξίες των τραπεζών θα έχουν ανέβει. Σε αντίθετη περίπτωση, ο έλληνας φορολογούμενος θα φορτωθεί το βάρος και οι τράπεζες θα καταλήξουν ως προβληματικές στον δημόσιο τομέα.
Σύμφωνα με τραπεζικούς κύκλους, η επιτυχία ή όχι του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από δύο παράγοντες. Οπως εξηγεί κορυφαίος τραπεζίτης, «ο πρώτος έχει να κάνει με τη δομή της επανακεφαλαιοποίησης και ο δεύτερος και βασικότερος με το ύψος των κεφαλαίων που θα χρειαστούν».
Σε ό,τι αφορά τη δομή της επανακεφαλαιοποίησης, κυρίαρχο ζήτημα είναι τα δικαιώματα αγοράς πρόσθετων μετοχών στο μέλλον με προνομιακούς όρους, τα οποία θα δοθούν στους μετόχους που θα συμμετέχουν στην αύξηση κεφαλαίου. Δηλαδή κάποιος που αγοράζει σήμερα μια μετοχή θα έχει το δικαίωμα (warrant) σε τέσσερα-πέντε χρόνια να αγοράσει δύο, τρεις, τέσσερις ή περισσότερες μετοχές στη σημερινή τιμή, προσαυξημένη κατά ένα ποσοστό κάθε χρόνο. Ανάλογα με τον αριθμό των δικαιωμάτων διαμορφώνεται και το ύψος του ποσοστού που θα ελέγχουν οι μέτοχοι που θα συμμετάσχουν στην αύξηση. Αν λοιπόν πάρουν το 10% και κάθε μετοχή συνοδεύεται από τέσσερα ή πέντε δικαιώματα, θα ελέγχουν την τράπεζα.
Οταν έλθει η ώρα να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, θα πρέπει να αγοράσουν τις μετοχές στην τιμή στην οποία θα γίνει η αύξηση σήμερα συν μια ετήσια απόδοση. Το ύψος της απόδοσης αναμένεται να διαμορφωθεί λίγο πάνω από το κόστος δανεισμού του Δημοσίου (περί το 4% λένε οι τραπεζίτες, κοντά στο 5% η κυβέρνηση). Πάντως όλοι οι όροι με τους οποίους θα πραγματοποιηθεί η επανακεφαλαιοποίηση του συστήματος αναμένεται να οριστικοποιηθούν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου την προσεχή εβδομάδα, αν και ο πρωθυπουργός κ. Λουκάς Παπαδήμος την περασμένη εβδομάδα έθεσε ως καταληκτική ημερομηνία την 20ή Απριλίου.

Κεφαλαιακές απαιτήσεις

Οσον αφορά τα κεφάλαια που θα χρειαστούν, οι τραπεζίτες ζητούν να μην είναι υπερβολικές οι απαιτήσεις των εποπτικών αρχών και ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με δυνητικές ζημιές από επισφαλή δάνεια έναντι των οποίων οι τράπεζες θα πρέπει να πάρουν προβλέψεις. Οι τραπεζίτες λένε ότι δεν πρέπει να επαναληφθεί το παράδειγμα της Ιρλανδίας, όπου αποδείχθηκαν υπερβολικές οι προβλέψεις για τις επισφάλειες που είχε κάνει και εκεί η BlackRock.
Για την κυβέρνηση πάντως η ζυγαριά φαίνεται να γέρνει προς τις υψηλές κεφαλαιακές απαιτήσεις. Οπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές, «για να προσελκύσουμε ποιοτικά επενδυτικά κεφάλαια, θα πρέπει ο τελικός λογαριασμός για τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών να είναι όσο δυνατόν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Οι επενδυτές θα πρέπει να είναι σίγουροι για τη διαφάνεια των λογαριασμών, καθώς δεν θέλουν να μπλέξουν με συνεχείς αυξήσεις κεφαλαίου». Η αναζήτηση σημείου ισορροπίας ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν είναι εύκολη άσκηση.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk