Γυναίκες μπλε

Είσαι λοιπόν έλληνας σκηνοθέτης και έχεις γυρίσει πέντε ταινίες και νιώθεις ότι ξέρεις καλά το σινεμά και όντως το ξέρεις και σκέφτεσαι την επόμενη ταινία σου. Κάποια στιγμή βρίσκεις την ιδέα. Μια ταινία για τρεις δυστυχισμένες γυναίκες. Υπέροχα. Το πλαίσιό σου, αν μη τι άλλο, πιασάρικο. Δεύτερο βήμα.

Είσαι λοιπόν έλληνας σκηνοθέτης και έχεις γυρίσει πέντε ταινίες και νιώθεις ότι ξέρεις καλά το σινεμά και όντως το ξέρεις και σκέφτεσαι την επόμενη ταινία σου. Κάποια στιγμή βρίσκεις την ιδέα. Μια ταινία για τρεις δυστυχισμένες γυναίκες. Υπέροχα. Το πλαίσιό σου, αν μη τι άλλο, πιασάρικο. Δεύτερο βήμα. Πού θα τοποθετήσεις την ταινία; «Η Αθήνα», λες μέσα σου, «είναι μια πόλη που ξέρω καλά, γι’ αυτό και την Αθήνα που θα παρουσιάσω στην ταινία μου ουδείς και ποτέ δεν θα την έχει ξαναδεί κατ’ αυτόν τον τρόπο». Τέλεια. Τώρα έχεις και τον χώρο.
Ακολουθεί το πώς θα γυρίσεις την ταινία σου. Τι εικόνα θα έχει. Σκέφτεσαι από εδώ, σκέφτεσαι από εκεί, και τελικά βρίσκεις τη λύση: θα είναι μια ταινία βυθισμένη στο μπλε. Ολα μπλε. Τα πρόσωπα, τα ρούχα, τα κτίρια, οι δρόμοι… Μα φυσικά. Το μπλε ταιριάζει με τη μελαγχολία και η μελαγχολία στην ταινία σου θα είναι το Α και το Ω.
Οπότε την έχεις φτιάξει την ταινία στο μυαλό σου, την ξέρεις καλά, είσαι καλός χειριστής των εικόνων, έχεις και έναν καλό διευθυντή φωτογραφίας, το βλέπεις το πράγμα ολοκληρωμένο μπροστά σου, γι’ αυτό και νιώθεις τόσο έτοιμος για να τη γυρίσεις. Μισό λεπτό όμως. «Εχω μια ιστορία να πω;» αναρωτιέσαι. «Αν έχω λέει!» απαντάς. «Οχι μόνο μία ιστορία, αλλά τρεις! Τρεις γυναίκες, τρεις ιστορίες, μια μπλε ταινία!».
Και κάπως έτσι φθάνουμε στην ώρα του χαρτιού και του μολυβιού, στη δύσκολη ώρα του σεναρίου, την ώρα που από την αρχή σε απασχολούσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελες, όσο και αν το έκρυβες. Και τότε, να τα σιγά-σιγά τα προβλήματα, προκύπτουν. Το νιώθεις, κάτι δεν πάει καλά. Τις ιστορίες όντως τις είχες ή μήπως έτσι νόμιζες;
Πώς θα διαχειριστείς τις ηρωίδες; Θα πρέπει να ενώσεις τις ιστορίες μεταξύ τους; Αν ναι, πού ακριβώς; ΟΚ, βρίσκεις τον σύνδεσμο ανάμεσα στην ιστορία της πόρνης και σ’ εκείνη της κόρης ενός πελάτη της πρώτης. Πώς γεμίζεις την τρίτη ιστορία της κοπέλας που παντρεύτηκε για να εκδικηθεί τον πατέρα της; Ωχ! Αυτή η ιστορία είτε υπάρχει είτε όχι, το ίδιο και το αυτό. Καλά, θα δούμε στην πορεία.
Ποια πορεία; Γιατί υπάρχει και το άλλο. Το κυριότερο. Τι θέλεις στ’ αλήθεια να κάνεις με μια γυναικεία ταινία που ονόμασες «Τρεις μέρες ευτυχίας»; Θέλεις και εσύ να γλείψεις την καραμέλα του χιλιοειπωμένου θέματος της «μοναξιάς στη μεγαλούπολη» που ο Βιμ Βέντερς χειρίστηκε στη δεκαετία του 1970 είτε στην «Αλίκη στις πόλεις» είτε στη «Λάθος κίνηση»; Και μετά ο Ρόμπερτ Ολτμαν. Και ο Τζιμ Τζάρμους. Ή ο Λοτζ Κέριγκαν στην «Κλερ Ντόλαν»; Διάολε, ακόμη και ο Λούκας Μούντισον δεν έκανε τη «Λίλια για πάντα»;
Θα μου πεις – και θα έχεις δίκιο -, ακόμη και στο ομιλούν σινεμά καμιά φορά είναι ωραίο απλώς να μιλούν οι εικόνες. Θα συμφωνήσω, αλλά επίτρεψέ μου να σου πω, άλλο εικόνες που αφηγούνται ιστορίες χωρίς την ανάγκη του λόγου και άλλο εικόνες που δεν έχουν λόγο ύπαρξης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk