Δεν μου κάνει. Θα το πάρω!

Η Χριστίνα ήταν συμμαθήτριά μου στο Λύκειο. Στην τρίτη Λυκείου για την ακρίβεια, το σωτήριον έτος 1995. Έχοντας το πλεονέκτημα να ζήσουμε τα γυμνασιακά χρόνια σαν κοριτσάκια και όχι σαν μικρομέγαλα όπως συμβαίνει τώρα σχεδόν από το Δημοτικό, μάθαμε, μαζί με τον υπόλοιπο θηλυκό πληθυσμό του σχολείου, μόλις λίγο προτού δώσουμε Πανελλήνιες ότι μπορεί να υπάρχει τζιν ακριβώς στο νούμερό μας, λες και έχει ραφτεί για μας. Ως τότε περιφερόμασταν ατσούμπαλα στα διαλείμματα, φορώντας παντελόνια δύο και τρία νούμερα μεγαλύτερα-η μαύρη ή καφέ ζώνη με τη φρικτή αγκράφα φρόντιζε να μένουν στη θέση τους. Τα αγόρια μας φλέρταραν-για την ακρίβεια μας μπουγέλωναν και μας πέταγαν ροχάλες, τόσο πρωτόλειο ήταν το φλερτ τότε-και τους φαινόμασταν μια χαρά ντυμένες, αφού δεν κυκλοφορούσε και κάτι διαφορετικό στο προαύλιο: χαχόλικα φούτερ σε αποχρώσεις που έβγαζαν μάτι, βαμβακερά καρό πουκάμισα, σπορτέξ που σου χάριζαν την φινέτσα παπουτσωμένου γάτου και φυσικά, μπουφάν φτιαγμένα για σκανδιναβικές χώρες, με τη φωνή της μητέρας να αντηχεί στο μυαλό σου όταν της έλεγες ότι παραείναι μεγάλο: «εντάξει, θα φορέσεις και κάτι άλλο από μέσα!». Μα, αν φορούσες και κάτι άλλο από μέσα, θα λυποθυμούσες από τη ζέστη κι ας ήτανε χειμώνας.

Όταν λοιπόν εγώ, η Χριστίνα και μερικά ακόμη κορίτσια από το Γ3 του 8ου Γενικού Λυκείου πληροφορηθήκαμε-ούτε καν θυμάμαι από πού-την ύπαρξη των τζιν κομμένων και ραμμένων στα μέτρα μας, ξέραμε ότι όλο το χαρτζηλίκι εκεί θα πήγαινε. Ο κανόνας ήταν ένας και έμοιαζε τρομακτικός: «θα το φορέσεις και όταν φτάσεις λίγο πιο πάνω από το γόνατο θα νομίζεις ότι δεν σου κάνει, αλλά δεν πρέπει να σταματήσεις. Θα το ανεβάσεις μέχρι πάνω σα να φοράς καλσόν. Επειδή τα τζιν ανοίγουν στο πλύσιμο, για να είναι το νούμερό σου πρέπει το πάνω κουμπί να μην κουμπώνει, ή να κουμπώνει με πολλή δυσκολία». Πήγαμε στο γωνιακό μαγαζί στην οδό Πατησίων (και Θήρας) με μία και μοναδική αποστολή. Να αγοράσουμε από ένα ασφυκτικά στενό τζιν. Πρώτη μπήκε στο δοκιμαστήριο η Χριστίνα με ένα πετροπλυμμένο που της έδωσε ο πωλητής και που μάλλον ήταν το νούμερό της. Πέντε λεπτά αργότερα που μας φάνηκαν αιώνες, τράβηξε την κουρτίνα και είπε μισοαγκομαχώντας και μισοθριαμβολογώντας: «ωραία! Δεν μου κάνει. Θα το πάρω!». Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να είσαι γυναίκα.

Οι άντρες δεν μας καταλαβαίνουν. Ούτε κι εμείς τους καταλαβαίνουμε βέβαια. Αν τους ακούσεις να μιλάνε μεταξύ τους, θα απορήσεις με το πόσες ανατριχιαστικές ποδοσφαιρικές λεπτομέρειες θυμούνται-ποιοι έπαιζαν, ποιος ήταν τραυματίας, σε ποιο λεπτό μπήκε το γκολ, σε ποιο δευτερόλεπτο το πέναλτυ, ποια χρονιά πήγε στην ομάδα ο τάδε, πότε έφυγε ο άλλος, κτλ, κτλ. Και όταν ξεχάσουν τα γενέθλιά σου, θα σε κοιτάξουν με μάτια χαζεμένου κουταβιού και θα σου πούνε «αφού ρε μωράκι μου δεν είμαι καθόλου καλός με τις ημερομηνίες…». Όσο ακαταλαβίστικο είναι για μας το νόημα του οφ-σάιντ, άλλο τόσο εξωγήινο είναι για εκείνους το σύμπαν του γυναικείου shopping: «όλος αυτός ο όροφος έχει μόνο καλσόν;» με είχε ρωτήσει με τρόμο ένας φίλος που έκανε το λάθος να με συνοδέψει σε έναν ναό της ομορφιάς. «Ναι! Μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου!» του απάντησα, με το δικό μου να γυαλίζει.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται και στην ουσία δεν τελειώνει ποτέ. Κάποτε, στην τρυφερή ηλικία των 17 μάθαμε ότι το τζιν που σου κάνει είναι αυτό που δεν σου κάνει. Και όσο μεγαλώνεις, αντί να απαλλάσσεσαι από τις κοριτσίστικες εμμονές σου, βρίσκεις κι άλλες, γυναικείες αυτή τη φορά και άρα πιο μοβόρικες. Παθαίνεις επιπεφυκίτιδα από επώνυμη μάσκαρα που πάει να σου βγάλει το μάτι όπως θα έκανε και μία άσπονδη φίλη σου. Στριμώχνεις τα πόδια σου σε γόβες ένα νούμερο μικρότερες αφού μπρος τα κάλλη, τί είναι οι κάλλοι. Στέκεσαι με τις ώρες λες και έχεις πάθει εγκεφαλικό μπροστά σε μία σειρά από πανομοιότυπα μανό για να διαλέξεις το κατάλληλο κόκκινο-φούξια, γκρενά, κοραλί, μπορντό, κόκκινο της φωτιάς-ούτε ο Βαν Γκογκ δεν είχε τέτοια εμμονή με το διάσημο κίτρινο χρώμα που χρησιμοποιούσε για τα αριστουργήματά του. Είναι σίγουρο ότι αν ένας άνδρας αναγκαζόταν να ζήσει έστω για μία εβδομάδα σαν γυναίκα, βιώνοντας μαρτυρικές αποτριχώσεις, ψωνίζοντας ένα φόρεμα για να στρίψει στη γωνία και να συνειδητοποιήσει ότι εκείνο της βιτρίνας «είναι καλύτερο και φτηνότερο και συνδυάζεται και ευκολότερα» και προσπαθώντας να χωρέσει σε ρούχα που δεν του κάνουν, θα δικαιολογούσε με δάκρυα στα μάτια τους τόνους της υστερίας που έχει εισπράξει από όλες τις γυναίκες της ζωής του, αρχίζοντας από την μητέρα του, συνεχίζοντας με την διπλανή του στο Δημοτικό και καταλήγοντας στην πρώην ή στην νυν του.

Εμείς όμως τί κάνουμε; Τώρα που λόγω οικονομικής κρίσης το shopping κοντεύει να θεωρηθεί θανάσιμο αμάρτημα, οι τσάρκες στις βιτρίνες γίνονται κυρίως Κυριακή απόγευμα, όταν τα μαγαζιά είναι κλειστά κι επομένως έχεις την ασφάλεια ότι δεν θα υποκύψεις στον πειρασμό. Κι αν τελικά ενδώσεις μια Πέμπτη απόγευμα που έτυχε να περνάς από την Ερμού, είδες κάτι που σου άρεσε και δεν ξέρεις τί έπαθες, απλά μπήκες μέσα και το αγόρασες, θα δικαιολογηθείς σε φίλους και γνωστούς όπως θα έκανε μια δαιμονισμένη που περιγράφει την περιπετειούλα της με τον Σατανά προτού ξαναγυρίσει στην αγκαλιά του Θεού: «Δεν ήξερα τί έκανα…». Και θα ακολουθήσει η επίμονη επιβεβαίωση ότι το βρήκες στη μισή τιμή, ότι ήταν ευκαιρία, ότι πραγματικά το χρειαζόσουν, ότι θα σε βολέψει πολύ και θα το φοράς συνέχεια, θα το λιώσεις!

Σε μια εποχή που το καλάθι του σούπερ μάρκετ μισογεμίζει με τα απολύτως απαραίτητα, η γοητεία των περιττών αποκτημάτων είναι εκεί για να σου θυμίζει ότι είσαι γυναίκα, ακόμη κι αν δεν έχεις λεφτά να πληρώσεις νοίκι και κοινόχρηστα. Κάποια στιγμή είχα μείνει με 50 ευρώ και έδωσα τα δώδεκα για να αγοράσω τη μάσκαρα που μου είχε τελειώσει. Αν το έλεγα σε έναν άντρα θα με περνούσε για τρελή, μια γυναίκα όμως σίγουρα καταλαβαίνει. Το shopping ήταν, είναι και θα είναι το ποδόσφαιρο των γυναικών. Με τη διαφορά ότι τώρα που δεν έχουμε λεφτά, αντί για γήπεδα θα παίζουμε σε αλάνες. Η ανάγκη για ανανέωση θα ικανοποιείται στο εξής με ένα καινούριο λευκό φανελάκι, ή με τη μετατροπή ενός παλιού φορέματος από μακρύ σε κοντό. Αν μια φίλη σου χαρίσει μια τσάντα που για εκείνην είναι παλιά, για σένα θα είναι καινούρια, αν όχι vintage. Ας μην ξεχνάμε ότι είχαν και οι άντρες την αποκαθήλωση του πολυαγαπημένου τους ποδοσφαίρου, όταν ξέσπασαν πέρυσι όλα τα σκάνδαλα περί στημένων παιχνιδιών. Γι’ αυτούς το ποδόσφαιρο είναι στημένο, για μας το shopping απαγορευμένο. Αλλά αυτές οι δύο πικρές αλήθειες δεν εμποδίζουν εκείνους να χαζεύουν μπάλα κι εμάς να χαζεύουμε βιτρίνες.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk