Κοινωνική Πρόνοια και Μεταναστευτική Πολιτική: σχέσεις αμφίδρομες;

Κοινωνική Πρόνοια και Μεταναστευτική Πολιτική: σχέσεις αμφίδρομες; | tovima.gr

Στην χώρα μας οι προνοιακές παροχές στους πολίτες είναι μη ανταποδοτικού χαρακτήρα, βαρύνουν κυρίως τον κρατικό προϋπολογισμό και δείχνουν την κοινωνικής ευαισθησίας της πολιτείας. Η Κοινωνική πρόνοια σήμερα στηρίζεται, αποκλειστικά και μόνο, στην επιδοματική αντίληψη και όχι στην λήψη μέτρων που να εξυπηρετούν αποτελεσματικά τον κύριο στόχο της. Μέσα από τη λογική αυτή, η έννοια της ευπαθών κοινωνικών ομάδων οφείλει να καθορίζεται σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής και με την ταυτόχρονη διεύρυνση των δραστηριοτήτων και των παροχών του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος .

Μία εξίσου ευπαθής κοινωνικά ομάδα για την οποία τα «μάτια» της Ευρωπαϊκής καθεστηκυίας πολιτικής τάξης πολλές δεκαετίες έπασχαν από διάφορες παθήσεις, όταν επρόκειτο να στρέψουν το βλέμμα τους επάνω της, είναι και οι μετανάστες. Το ίδιο συνέβαινε και όλα αυτά τα χρόνια και στην Ελλάδα, μία χώρα που είχε αποκόψει κατά κάποιο τρόπο τον ομφάλιο λώρο της κοινωνικής πρόνοιας με την αποκατάσταση και την κοινωνική ενσωμάτωση των μεταναστών.

Η είσοδος στη χώρα μας οικονομικών μεταναστών και τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί η συνθήκη του Schengen, η υποδοχή των οποίων θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο της Κοινωνικής πρόνοιας, με κέντρα μεταναστών , ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες υγιεινής βραχύχρονης διαμονής, έως ότου οι υπηρεσίες του κράτους αποφασίσουν για την παραμονή τους είτε την επιστροφή στην πατρίδα τους. H κοινωνική πρόνοια και η μεταναστευτική πολιτική είναι συγκοινωνούντα δοχεία, με κύριο περιεχόμενο την υπεύθυνη και αληθινή κοινωνική συνείδηση.

Το μεταναστευτικό πρόβλημα

Το ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης επανέρχεται με ένταση στην ατζέντα της επικαιρότητας και στην Ελλάδα. Είναι καιρός πλέον οι ελληνικές αρχές μέσα από διυπουργική προσέγγιση να εστιάσουν πραγματικά και υπεύθυνα στο πρόβλημα. Το σύνολο της κοινής γνώμης εμφορείται από συναισθήματα γενικότερου αρνητισμού όσον αφορά την φιλοξενία των ανθρώπων αυτών, αλλά και από την λογική απορία, που υπαγορεύει το εξής απλό ερώτημα. «Που θα φιλοξενηθούν αυτοί οι άνθρωποι, μέχρι να αναχωρήσουν για την πατρίδα τους, προκειμένου να μην κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα ;»

Τις τελευταίες ημέρες κόμματα και άρτι αφιχθέντα στο εγχώριο πολιτικό στερέωμα αποκόμματα συναγωνίζονται τα άκρα σε εθνικιστικές κορώνες, κίβδηλες προτάσεις και αφοριστικά συνθήματα άνευ σημασίας του τύπου «Έξω οι ξένοι», ενώ ο νέος, αλλά και ταυτόχρονα παλιός υπουργός Προστασίας του Πολίτη επιστρατεύεται μετά τις έντονες και πιεστικές προτροπές της Κομισιόν και πιο συγκεκριμένα της Επιτρόπου Εσωτερικών Υποθέσεων Σεσίλια Μάλμστρομ και αυτός για να δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα για την «επανεκκίνηση» στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος, με την διατύπωση τελεσιγράφων, που αφορούν την εξεύρεση κατάλληλων περιοχών στις οποίες μπορούν να δημιουργηθούν κέντρα υποδοχής μεταναστών, προς τους Περιφερειάρχες και γενικότερα τις τοπικές κοινωνίες.

Η σημερινή ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, αλλά και των άλλων εμπλεκόμενων υπουργείων εκτός των εξωτερικών πιέσεων, δέχονται από την άλλη πλευρά, καθημερινά και τις πιέσεις των τοπικών κοινωνιών που εύλογα εκφράζουν τον φόβο τους και τους ενδοιασμούς τους για τις συνέπειες που μπορεί να έχει το φαινόμενο αυτό στην διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της εν γένει εύρυθμης κοινωνικής λειτουργίας της ελληνικής Περιφέρειας, η οποία επ’ ουδενί δεν επιθυμεί να μετατρέψει τις πλατείες της σε Ομόνοια ή πλατεία Βάθης.

Πριν όμως κανείς εκφράσει στείρες αρνήσεις πρέπει να συνυπολογίσει κάποια δεδομένα και να αναλογιστεί και το κόστος που ενέχουν αυτές. Για την αντιμετώπιση του Μεταναστευτικού προβλήματος και την κατασκευή κέντρων υποδοχής των μεταναστών προβλέπεται η στήριξη από την Κομισιόν με την εκταμίευση 250 εκατομμυρίων ευρώ, από τα οποία η Ελλάδα έχει απορροφήσει ήδη περίπου τα 40 εκατομμύρια ευρώ.

Το ερώτημα που γεννάται είναι αν η χώρα έχει την πολυτέλεια τούτη την εποχή να αγνοήσει αυτή την ευκαιρία. Με την κατασκευή των κέντρων αυτών, αυτομάτως ξεκινάει ένας σημαντικός κύκλος εργασιών, που θα αποτελέσει μία πράξη οικονομικής αιμοδοσίας στην πλήρως απενεργοποιημένη εσωτερική οικονομική λειτουργία. Ακόμη και με βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα δημιουργούνται δουλειές, συναλλαγές και θέσεις εργασίας, για πάνω από 1.000 άτομα σε κάθε περιφέρεια. Θέσεις εργασίας που αφορούν πολλές ειδικότητες, πολλών κατηγοριών και διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων, οι οποίες σημειωτέον καθόλου αδιάφορους δεν θα αφήσουν τους πολιτικούς και πολιτευτές των περιοχών αυτών. Ακόμη και αν πρόκειται για μικρό χρονικό διάστημα, είναι βέβαιο ότι θα σπεύσουν να εκμεταλλευτούν την εξέλιξη αυτή

Έχει λοιπόν κανείς την δυνατότητα να γυρίσει την πλάτη σε αυτή ; Το καίριο ζήτημα της αντιμετώπισης του μεταναστευτικού δεν επιλύεται με ευχολόγια και προεκλογική συνθηματολογία η οποία κυριαρχούσε κατά τα παρελθόντα έτη. Μήπως αυτές οι ευκαιριακές και μικροκομματικές πολιτικές δεν τοποθετούσαν μέχρι και σήμερα στην ουσία το «σκουπιδάκι» κάτω από το «χαλί»; Μόνο που αυτό το «σκουπίδι» βρισκόταν κρυμμένο κάτω από το δικό μας «χαλί», το «χαλί» της απειλούμενης κοινωνικής συνοχής των αστικών κέντρων και τελευταίως πέριξ αυτών, αναδύοντας μία ανεξέλεγκτη «δυσοσμία» με κύρια συστατικά την εγκληματικότητα ποικίλων διαβαθμίσεων και την εξάπλωση πάσης φύσεως υγειονομικών κινδύνων.

Όμως το πρόβλημα αυτό δεν επιλύεται ούτε και με ακραίους αφορισμούς, που παραγνωρίζουν ενδεχόμενα οφέλη και οι οποίοι ενθαρρύνουν τους αποκλεισμούς δημιουργώντας μία αλγεινή εντύπωση για την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό. Το μεταναστευτικό δεν μπορεί να μεταβληθεί σε τυχερό παίγνιο από ανεύθυνα πρόσωπα, και σίγουρα δεν μπορεί να επιλυθεί με αποσπασματικά μέτρα όπως ο φράχτης του Έβρου στο πλαίσιο μιας μόνο χώρας με δεδομένους γεωοικονομικούς και γεωπολιτικούς περιορισμούς όπως η Ελλάδα. Ας μην ξεχνάει κανείς ότι η συνεχής υιοθέτηση ημιμέτρων δημιούργησε την αντιαισθητική πραγματικότητα μέχρι σήμερα και ότι μία σειρά άμεσα εφαρμόσιμων τομών θα μπορούσε να αποτελέσει μία όντως αποτελεσματική λύση απέναντι στο φαινόμενο αυτό.

Αυτό που επιβάλλεται να γίνει απαιτεί την πανευρωπαϊκή συνεννόηση, πραγματική αλληλεγγύη, εξαιρετική προσοχή και αίσθημα ευθύνης απέναντι στις τοπικές κοινωνίες, σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών και στοχευμένα μέτρα, σίγουρα όχι μόνον κατασταλτικά. Απαιτεί κλειστά ώτα απέναντι στις συντηρητικές φωνές που κινδυνολογούν και που ενθαρρύνουν τον βίαιο διωγμό των ταλαιπωρημένων ανθρώπων, αλλά και στις μη ρεαλιστικές και εξωφρενικές προτάσεις των δήθεν προοδευτικών εμπνευστών αριστερόστροφων πολιτικών, που αφορούν την νομιμοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών, κάτι που θα είχε εκρηκτικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Είναι πλέον γνωστό πως μόνιμες επωδοί η αποτροπή της παράνομης εισόδου αλλά και ο συστηματικός επαναπατρισμός των παράνομων μεταναστών από την μία και από την άλλη η χωρίς προϋποθέσεις επιπόλαιη νομιμοποίηση και εγκατάσταση αυτών ακούγονται πολύ εύκολα για να είναι και να γίνουν πραγματικότητα. Δυστυχώς δεν είναι και δεν θα γίνουν ποτέ. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν άπαντες, πως οι μαγικές λύσεις που μέχρι σήμερα νόμιζαν ότι υπάρχουν, δεν πρόκειται να κάνουν την εμφάνιση τους ποτέ. Έχουν χρέος οι κρατούντες να πιάσουν – επιτέλους – στα χέρια τους την «καυτή πατάτα» του προβλήματος και να ασχοληθούν με αυτό με συνέπεια και μετεκλογικά. Χρειάζεται επιτέλους νηφαλιότητα, υπευθυνότητα και όχι – πάλι – πολιτική εκμετάλλευση.

Επίσης είναι απαραίτητος ο έλεγχος του αριθμού των εισερχόμενων μεταναστευτικών ρευμάτων, η άσκηση ασφυκτικών διπλωματικών πιέσεων στις γειτονικές χώρες και στις χώρες «πηγές» της παράνομης μετανάστευσης και προληπτικά μέτρα όπως η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων που διαβιώνουν υπό άθλιες συνθήκες σε αυτά τα κράτη με ειδικά προγράμματα που παρέχουν διεξόδους σε συνεργασία με τον ΟΗΕ και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Η Κοινωνική πρόνοια, κατάλληλα οργανωμένη, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα αποκατάστασης, κοινωνικής επανένταξης, επαγγελματικού προσανατολισμού .

Η αλλαγή αυτή είναι δυνατό να γίνει μόνο με συνολική μετάλλαξη της πολιτικής της Κοινωνικής Πρόνοιας με σταθερές δομές και παρεμβατικότητα στην Ελληνική κοινωνία και όχι στην παραμονή στην σημερινή ανεξέλεγκτη επιδοματική της αντίληψη. Η αντίληψη αυτή αποτελεί σήμερα τον πυρήνα της αντίστοιχης πολιτικής των προηγμένων χωρών και συνιστά θέση αδιαπραγμάτευτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κοινωνική Πρόνοια ονομάζεται το σύνολο των παροχών και των μέτρων που αναφέρονται σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, όπως οι μετανάστες και που έχουν σαν στόχο τη μείωση της ανισότητας των ομάδων αυτών σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk