Η όπερα πάει… σουπερμάρκετ

Η πρόσφατη παρουσίαση του έργου του Λουίτζι Νόνο «Al gran sole carico d’ amore» από την Κρατική Οπερα του Βερολίνου σε έναν πρώην βιομηχανικό χώρο στο Κρόιτσμπεργκ, το πάλαι ποτέ «Σόχο» της γερμανικής πρωτεύουσας, με τα «κουφάρια» των εγκαταλελειμμένων μηχανημάτων να μπλέκονται με τους φωτισμούς και το σκηνικό της παράστασης δημιουργώντας μια γοητευτική ατμόσφαιρα, ήρθε να τονώσει μια ούτως ή άλλως έντονη τα τελευταία χρόνια συζήτηση: την ολοένα αυξανόμενη τάση των οργανισμών που υπηρετούν τη λεγόμενη «υψηλή κουλτούρα» (λυρικές σκηνές, διάσημες ορχήστρες κ.λπ.) να βγαίνουν έξω από τα τείχη του συμβατικού θεάτρου και της αίθουσας συναυλιών, παρουσιάζοντας προγράμματα σε «απρόσμενους» χώρους.

Η πρόσφατη παρουσίαση του έργου του Λουίτζι Νόνο «Al gran sole carico d’ amore» από την Κρατική Οπερα του Βερολίνου σε έναν πρώην βιομηχανικό χώρο στο Κρόιτσμπεργκ, το πάλαι ποτέ «Σόχο» της γερμανικής πρωτεύουσας, με τα «κουφάρια» των εγκαταλελειμμένων μηχανημάτων να μπλέκονται με τους φωτισμούς και το σκηνικό της παράστασης δημιουργώντας μια γοητευτική ατμόσφαιρα, ήρθε να τονώσει μια ούτως ή άλλως έντονη τα τελευταία χρόνια συζήτηση: την ολοένα αυξανόμενη τάση των οργανισμών που υπηρετούν τη λεγόμενη «υψηλή κουλτούρα» (λυρικές σκηνές, διάσημες ορχήστρες κ.λπ.) να βγαίνουν έξω από τα τείχη του συμβατικού θεάτρου και της αίθουσας συναυλιών, παρουσιάζοντας προγράμματα σε «απρόσμενους» χώρους.
Στο πλαίσιο αυτό, εμπορικά κέντρα, σιδηροδρομικοί σταθμοί, αγορές τροφίμων, ανεκμετάλλευτες αποθήκες και εγκαταλελειμμένα εργοστάσια είναι κάποια από τα μέρη που «επιστρατεύουν» οι ιθύνοντες σε έναν άτυπο μεταξύ τους διαγωνισμό πρωτοτυπίας με σκοπό – τι άλλο; – την αύξηση του κοινού.
Το φαινόμενο πάντως δεν είναι απολύτως καινούργιο. Εφέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τότε που ο διάσημος βρετανός σκηνοθέτης Γκράχαμ Βικ, ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό κοινό από τις επανειλημμένες συνεργασίες του με την Εθνική Λυρική Σκηνή τα τελευταία χρόνια, ίδρυσε την Οπερα του Μπέρμιγχαμ παρουσιάζοντας γνωστές όπερες σε αντίστοιχους αντισυμβατικούς χώρους.
Γνωστός για το κοινωνικό στίγμα της δουλειάς του και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για τις μη ευνοημένες ομάδες πληθυσμού, ο Βικ υπερασπίζεται με πάθος το κομμάτι αυτό της καριέρας του – χωρίς να λείπουν βεβαίως από το πρόγραμμά του οι συνεργασίες με διάσημα θέατρα και φεστιβάλ.

Μπαχ και μπρέικντανς

Τα τελευταία χρόνια μπορεί κανείς να μιλάει για πραγματική «επιδημία» με ένθερμους θιασώτες. Τον περασμένο μήνα η βρετανική Ορχήστρα της Εποχής του Διαφωτισμού, στο πλαίσιο του προγράμματός της «Νυχτερινή βάρδια», παρουσίασε δημοφιλή έργα μουσικής δωματίου σε λονδρέζικα μπαρ. Την τελευταία τριετία εξάλλου το Διαδίκτυο έχει κατακλυστεί από βίντεο όπου γνωστά λυρικά θέατρα και ορχήστρες (Οπερα της Φιλαδέλφειας, Οπερα της Βαλένθια, Φιλαρμονική του Ισραήλ κ.ά.) διοργανώνουν αυτοσχέδια events σε αγορές τροφίμων και παντός είδους σταθμούς μέσων μεταφοράς ξαφνιάζοντας ευχάριστα τους ανυποψίαστους παρόντες και προσελκύοντας εκατομμύρια διαδικτυακούς θεατές.
Και όχι μόνο: το σύνολο «Spira Mirabilis», αποτελούμενο από νέους μουσικούς, κέρδισε μεγάλη δημοσιότητα ερμηνεύοντας έργα Μπετόβεν σε πλατείες και λοιπούς δημόσιους χώρους. Η Οπερα της Ζυρίχης παρουσίασε την «Τραβιάτα» του Βέρντι στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης το 2008, ενώ ο γερμανός σκηνοθέτης Κρίστοφ Χάγκελ τόλμησε να ανεβάσει έργα του Μότσαρτ σε σταθμούς τρένων, τέντες τσίρκων, κλαμπ και μουσεία, τη στιγμή που το περιοδεύον project του ιδίου με τίτλο «Ιπτάμενος Μπαχ», το οποίο συνδυάζει το «Καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο» με το μπρέικντανς, έχει γνωρίσει σημαντική επιτυχία διεθνώς.
Στην περίπτωση της όπερας του Νόνο πάντως οι λόγοι του ανεβάσματός της στον πρώην βιομηχανικό χώρο του Κρόιτσμπεργκ δεν ήσαν μόνο «πειραματικοί» αλλά και καθαρά πρακτικοί. Με το κτίριο της Κρατικής Οπερας στη λεωφόρο Unter den Linden να βρίσκεται υπό ανακαίνιση και τις παραστάσεις της να έχουν προσωρινά μεταφερθεί στο μικρότερο θέατρο Σίλερ, οι ιθύνοντες αναζητούσαν έναν μεγαλύτερο χώρο προκειμένου να στεγάσει την αντιστοίχως μεγάλων διαστάσεων παραγωγή της Κέιτι Μίτσελ, η οποία έκανε πρεμιέρα πριν από μερικά χρόνια στο Φεστιβάλ του Σάλτσμπουργκ.
Οι τεχνικοί της Κρατικής Οπερας διαμόρφωσαν το 970 θέσεων θέατρο στο Κρόιτσμπεργκ εκ του μηδενός. Οσο για το κόστος, έφθασε τις 455.000 ευρώ, ποσό όχι μεγαλύτερο, σύμφωνα με δηλώσεις του διευθυντή του θεάτρου Γιούργκεν Φλιμ, από αυτό που απαιτείται για μια όπερα του Βέρντι.
Παρά τη δημοτικότητα αυτής της τάσης, κυρίως στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ο αντίλογος δεν λείπει και συχνά προέρχεται από τους ίδιους τους καλλιτέχνες που έχουν λάβει μέρος σε τέτοια «πειράματα». Χαρακτηριστική περίπτωση ο σουπερστάρ αμερικανός βιολονίστας Τζόσουα Μπελ, ο οποίος το 2007, για τις ανάγκες μιας δημοσιογραφικής έρευνας της εφημερίδας «Washington Post», δέχτηκε να παίξει βιολί στο μετρό της Ουάσιγκτον. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαρδιωτικά. Από τους περίπου 1.100 ανθρώπους που πέρασαν από τη συγκεκριμένη αποβάθρα ελάχιστοι του έδωσαν κάποια σημασία, ενώ μόνον ένας τον αναγνώρισε.
Περίπου δύο χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Μπελ δήλωνε ότι δεν ένιωσε έκπληξη. «Ηταν αυτό ακριβώς που περίμενα και αυτό που ήθελα ν’ αποδείξω» είπε. «Η μουσική θέλει τις προϋποθέσεις της. Θέλει αυτοσυγκέντρωση, ησυχία, ατμόσφαιρα. Δεν έχει πλάκα να παίζεις όταν δεν σε προσέχει κανείς. Δεν έχεις τη δυνατότητα να προσφέρεις τίποτε και δεν σου προσφέρει κι εσένα, καθώς η συναυλία είναι μια ανταλλαγή ανάμεσα στον μουσικό και στον ακροατή. Σήμερα η κλασική μουσική είναι παντού ως υπόκρουση: στο εστιατόριο, στο ασανσέρ, στα καταστήματα… Ε λοιπόν, από αυτή τη μουσική προτιμώ σαφώς τη σιωπή».
Λιγότερο απόλυτος, ο αρχιμουσικός και πιανίστας Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την εμπειρία του από την ετήσια, πλέον, υπαίθρια θερινή συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης στον περίβολο των ανακτόρων Σένμπρουν, η οποία μεταδίδεται τηλεοπτικά διεθνώς, εκφράστηκε περίπου στο ίδιο μήκος κύματος: «Δεν πιστεύω ότι τέτοιου είδους εκδηλώσεις μπορούν πραγματικά να φέρουν κόσμο κοντά στην κλασική μουσική. Πιστεύω όμως ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός τους. Θέλουν απλώς να δείξουν ότι η μουσική μπορεί να είναι προσβάσιμη σε όλους».


Πουτσίνι στο Γκάζι

Τα τελευταία χρόνια η τάση της παρουσίασης όπερας σε αντισυμβατικούς χώρους κερδίζει έδαφος και στην Ελλάδα. Σχήματα όπως οι Οπερες των Ζητιάνων και οι Oper(Ο) έδειξαν τη δουλειά τους σε μέρη απρόσμενα (στο Bios της οδού Πειραιώς, στον Πύργο της Τήνου η «Κάρμεν» σε μορφή όπερας δρόμου κ.ά.) προσελκύοντας το ενδιαφέρον κοινού και Τύπου.
Από την εφετινή σεζόν στον «χορό» μπήκε δυναμικά και η Εθνική Λυρική Σκηνή με τις «εκτός των τειχών» – του θεάτρου Ολύμπια της οδού Ακαδημίας δηλαδή – πρωτοβουλίες της. Το «Λυρικό Λεωφορείο» που ταξίδεψε στις γειτονιές της Αθήνας στις αρχές της σεζόν με τους μονωδούς της ΕΛΣ να ερμηνεύουν δημοφιλείς άριες και η «Οπερα της βαλίτσας» η οποία ήδη παρουσίασε τη δεύτερη παραγωγή της, τη διάσημη «La Boheme» του Πουτσίνι (σε συνέχεια της βερντιανής «Τραβιάτα»), στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων και σε πολιτιστικά κέντρα είναι δύο τέτοιες πρωτοβουλίες. Και έπεται συνέχεια.

πότε & που:
Η Οπερα της Βαλίτσας παρουσιάζει την όπερα του Πουτσίνι «La Boh<00E8>me» στις 5 Απριλίου στην αίθουσα Αγγ. Σικελιανός, στην Τεχνόπολη (Γκάζι). Είσοδος δωρεάν

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk