Καπνός χωρίς φωτιά

Αναπολώντας τη ζωή του προτού γίνει αναγνωρισμένος θεατρικός συγγραφέας, ο Τενεσί Γουίλιαμς χρησιμοποίησε μια ζοφερή εικόνα: «Να γαντζώνεσαι και να γδέρνεις μια λεπτή επιφάνεια και να κρατιέσαι σφιχτά, με γυμνά δάχτυλα, από κάθε διαθέσιμο εκατοστό βράχου που βρισκόταν λίγο ψηλότερα από το αμέσως προηγούμενο».

Οι ήρωες του «Γυάλινου κόσμου» προέρχονται από αυτήν ακριβώς την περίοδο της ματωμένης αναρρίχησης στην Αμερική της Μεγάλης Υφεσης. Ο Τομ εργάζεται σε μια αποθήκη υποδημάτων για 65 δολάρια την εβδομάδα, ενώ η μητέρα του Αμάντα προσπαθεί απεγνωσμένα να πουλήσει μέσω τηλεφώνου συνδρομές στο περιοδικό «Η συντροφιά της Νοικοκυράς». Η αδελφή του Λόρα, ελαφρώς ανάπηρη στο πόδι, αδυνατεί να εργαστεί. Οσο για τον πατέρα, αυτός τους έχει εγκαταλείψει προ αμνημονεύτων χρόνων.
Παρ’ όλο που τοποθετείται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, το έργο τον υπερβαίνει. Ναι, σίγουρα η οικογένεια Γουίνγκφιλντ δυσκολεύεται τρομερά να τα βγάλει πέρα στα χρόνια της κρίσης. Αν κάτι βασανίζει τον Γουίλιαμς και τους ήρωές του όμως αυτό δεν είναι τα αδιέξοδα της φτώχειας αλλά της φαντασίας. Τι συμβαίνει όταν οι άνθρωποι – οι εγκλωβισμένοι, απελπισμένοι άνθρωποι – δημιουργούν δικούς τους πλασματικούς κόσμους προκειμένου να δραπετεύσουν από την ανελέητη καθημερινότητά τους;
Τη θαλπωρή του σελιλόιντ επιλέγει ο Τομ καθώς εκεί μπορεί να ζήσει, όπως ομολογεί, την περιπέτεια που τόσο απουσιάζει από τις ανιαρές, ασφυκτικές εργασιακές του ώρες. Η Λόρα με τη σειρά της καταφεύγει στο γυάλινο θηριοτροφείο της, μια συλλογή με δεκάδες μικρά ομοιώματα ζώων, εύθραυστα και πολύτιμα όσο η ίδια. Οσο για την Αμάντα, αυτή προτιμά να χάνεται σε ονειροπολήσεις των νεανικών της χρόνων στον Μισισιπή, όταν οι μνηστήρες περίσσευαν και οι κοπέλες έπαιζαν στα δάχτυλα τα μυστικά της συζήτησης.
Η μνήμη έχει τον πρώτο λόγο στον «Γυάλινο κόσμο». «The play is memory» μας ανακοινώνει εξαρχής ο Τομ, ήρωας του δράματος αλλά και αφηγητής του. Επισκέπτης στο ίδιο του το παρελθόν, στέκεται απέναντι στα δρώμενα, όχι απλώς συναισθηματικά φορτισμένος αλλά γεμάτος ενοχές. Μπορεί, όπως μας εξηγεί, να ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, μπορεί να ξέφυγε από την αποθήκη υποδημάτων, αλλά η εικόνα της αδελφής του που την εγκατέλειψε τον κυνηγάει παντού. Ελεύθερος να υπηρετήσει την τέχνη, όπως ονειρευόταν, βρίσκει τον εαυτό του να γυρνάει ξανά και ξανά στο μικρό διαμέρισμα όπου έζησε παγιδευμένος μαζί με αυτές τις δυο γυναίκες. Γράφοντας για να εξιλεωθεί, συνειδητοποιεί πως δεν θα εξιλεωθεί ποτέ: η τέχνη της μυθοπλασίας δεν μπορεί να επουλώσει τα βαθύτερα τραύματα. Μπορεί μόνο να εκθέσει και να μοιραστεί το επώδυνο παράδοξο: των εύθραυστων δεσμών που πρέπει να σπάσουν, που αναπόφευκτα σπάνε, όταν αποφασίσεις να βρεις τον εαυτό σου και να κατακτήσεις έναν νέο δεσμό, με τον κόσμο.
Η παράσταση που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου αδικεί κατάφωρα το έργο του Τενεσί Γουίλιαμς. Δεν αφουγκράζεται ποτέ τη μοναξιά και την απόγνωση των ηρώων: ούτε για μια στιγμή δεν αισθανόμαστε πόσο καταδικασμένη διαγράφεται η προσπάθεια να δώσουν νόημα στις ζωές τους όταν έχουν ως μοναδικό όπλο τις φαντασιώσεις τους. Η χρήση του βίντεο δεν αρκεί φυσικά να καλύψει το κενό, ούτε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση μιας μνήμης, αυτής του Τομ, που πασχίζει να ανασυνθέσει με τρυφερότητα το επώδυνο παρελθόν. Προσφέρει μόνον εφέ (όπως π.χ. όταν οι ηθοποιοί κινούνται προς τα μπροστά και οι κινηματογραφημένοι «εαυτοί» τους μένουν πίσω) ή λειτουργεί ως εργαλείο πρόχειρου, χοντροκομμένου συναισθηματισμού (ο τοίχος που γεμίζει ξαφνικά από το γκρο πλαν στο «πονεμένο» πρόσωπο της Λόρας όταν σπάει το αγαπημένο της γυάλινο ζωάκι ή στο «σκεφτικό» πρόσωπο της Αμάντα όταν αυτή επιδεικνύει το φανταχτερό φόρεμα της νιότης της).
Το έργο αυτό καλεί πρώτα από όλα τον σκηνοθέτη του να βυθιστεί στον ψυχισμό των ηρώων, να αναδείξει όλες τις γελοίες και τις τραγικές πλευρές τους. Η αίσθηση ενός δράματος τυλιγμένου στην αχλύ του χρόνου και των τύψεων απαιτεί μια συνολική προσέγγιση, τη συνεργασία όλων των στοιχείων (του φωτισμού, της μουσικής κ.ο.κ.) που θα υπηρετήσουν αυτό το όραμα. Δεν αρκεί λοιπόν ένα πιασάρικο τέχνασμα, όπως αυτό των βιντεο-προβολών, για να καλύψει το κενό των ερμηνειών και της σκηνοθετικής μέριμνας για την ουσία των πραγμάτων. Ούτε φυσικά βοηθούν τα μελοδραματικά μουσικά γλυκίσματα του Σταύρου Γασπαράτου που μας σερβίρονται επί τούτου στις στιγμές «κορύφωσης».
Οι ερμηνείες αποδεικνύονται εντελώς αβασάνιστες, οι ηθοποιοί αδούλευτοι, ανυποψίαστοι, αμέριμνοι σαν να βρίσκονται σε ταξίδι αναψυχής. Το αποτέλεσμα θυμίζει κακοφτιαγμένο ελληνικό σίριαλ με δήθεν ψαγμένες πινελιές (η μάνα τσακώνεται με τον γιο και να σου τρεις καρέκλες σε κάτοψη στο βίντεο). Η Ναταλία Τσαλίκη προσεγγίζει με κωμική επιπολαιότητα τον ρόλο της Αμάντα την οποία συρρικνώνει σε καρικατούρα νευρωτικής μάνας. Ποτέ δεν αφήνει να διαφανεί αυτό το είδος ηρωισμού που διαπνέει τις απελπισμένες προσπάθειές της να εξασφαλίσει το μέλλον της οικογένειάς της.
Ο Αντίνοος Αλμπάνης ως Τομ είναι ένα συμπαθές ανώδυνο αγόρι με μέτρια άρθρωση και με ερμηνεία επιφανειακή σαν τσιγαρόχαρτο. Η Αμαλία Νίνου ως Λόρα, ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι με ακόμη πιο λεπτή φωνή, συμπεριφέρεται απλώς σαν χαριτωμένη μαριονέτα που παίζει με τα ζωάκια της πάνω στο ψυγείο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk