Η «χαµένη αξία» του ανσάµπλ

Το αίτηµα για µονίµους θιάσους και ανσάµπλ επιστρέφει. Το εκφράζουν καλλιτέχνες που επιθυµούν να ενταχθούν σταθερά και µε προοπτική χρόνου σε µια οµάδα κινούµενη µεταξύ θεάτρου, χορού, µουσικής και εικαστικών τεχνών. Φαίνεται πως ορισµένες έννοιες, ιδέες, φόρµες και διαδικασίες, προκειµένου να δοκιµαστούν και να προχωρήσουν, χρειάζονται έναν εργασιακό πυρήνα µε πολύ χρόνο στη διάθεσή του για την κοινή εµπειρία, πως έχουν για προϋπόθεση περιβάλλοντα δουλειάς στηριγµένα στην ουσιαστική γνωριµία ανάµεσα στα µέλη της οµάδας, πως έχουν ανάγκη από καλλιτεχνική συνέχεια, διάρκεια, βεβαιότητα και αµοιβαιότητα.

Η «χαµένη αξία»  του ανσάµπλ | tovima.gr

Το αίτηµα για µονίµους θιάσους και ανσάµπλ επιστρέφει. Το εκφράζουν καλλιτέχνες που επιθυµούν να ενταχθούν σταθερά και µε προοπτική χρόνου σε µια οµάδα κινούµενη µεταξύ θεάτρου, χορού, µουσικής και εικαστικών τεχνών. Φαίνεται πως ορισµένες έννοιες, ιδέες, φόρµες και διαδικασίες, προκειµένου να δοκιµαστούν και να προχωρήσουν, χρειάζονται έναν εργασιακό πυρήνα µε πολύ χρόνο στη διάθεσή του για την κοινή εµπειρία, πως έχουν για προϋπόθεση περιβάλλοντα δουλειάς στηριγµένα στην ουσιαστική γνωριµία ανάµεσα στα µέλη της οµάδας, πως έχουν ανάγκη από καλλιτεχνική συνέχεια, διάρκεια, βεβαιότητα και αµοιβαιότητα.

Σηµατοδοτεί το φαινόµενο αυτό µια επιστροφή στις «χαµένες αξίες» του ανσάµπλ και του µονίµου θιάσου που σήµαναν υποχώρηση τις τελευταίες δεκαετίες, όταν κέρδισαν έδαφος τα ευφάνταστα και απροσδόκητα κολεκτίφ, τα παροδικά και ευκαιριακά σχήµατα, τα πρότζεκτ όπου κυριαρχούσαν οι παγκοσµιοποιηµένες συµπαραγωγές, η χωρίς όρια κινητικότητα, η απόλυτη ελευθερία των συνδυασµών συνταιριασµένη µε την άνεση της αποδέσµευσης; Πιστεύω πως εδώ δεν πρόκειται για «επιστροφή» στα παλαιότερα ανσάµπλ µε τους οµόθυµους ηθοποιούς γύρω από την ηγετική µορφή ενός σκηνοθέτη. Χωρίς να επανακάµπτει εκείνο το σηµαντικό µοντέλο που επηρέασε και καθόρισε την πορεία του ευρωπαϊκού θεάτρου κατά το παρελθόν, αντιµετωπίζουµε τώρα µια νέα πραγµατικότητα συνδεδεµένη µε µια καινούργια ανάγκη: αναθερµαίνοντας την αξία της συνεχούς συνεργασίας και επιδιώκοντας µορφές συλλογικότητας και κοινότητας που εµµένουν στον χρόνο, τα τωρινά «µετα-δραµατικά ανσάµπλ» αλλά και γενικότερα όσες θεατρικές οµάδες διεκδικούν για τη δουλειά τους τη συνέχεια, σταθερότητα και σύµπνοια, συγκροτούν ένα καινούργιο πολιτιστικό παράδειγµα. Και το παράδειγµα αυτό υπαγορεύεται τόσο από τον σηµερινό οικονοµικό, πολιτικό και πολιτιστικό περίγυρο όσο και από την ανάγκη για ανακατανοµή των χώρων, των χρόνων, του καλλιτεχνικού δυναµικού και των οικονοµικών µέσων ανάµεσα στα µικρότερα θέατρα και στους µεγάλους θεσµοποιηµένους οργανισµούς, ανάµεσα στους ιδιωτικούς φορείς και στις κρατικές σκηνές ή στα εθνικά θέατρα.

Οι καλλιτέχνες επιδιώκουν σήµερα ένα νέο καθεστώς έκφρασης στο οποίο είµαστε υποχρεωµένοι, εκτός από την κουλτούρα της διαµαρτυρίας µε τις πολιτικές δράσεις και καλλιτεχνικές παρεµβάσεις στον δηµόσιο χώρο από µέρους κοινωνικών οµάδων και δηµιουργών, να συµπεριλάβουµε και την ευρύτερη τάση για µια κριτική αντιπαράθεση σε συγκεκριµένες πολιτιστικές πρακτικές, σε µύθους και νοοτροπίες που µας κληροδότησε, λίγο πριν εκπνεύσει, ο 20ός αιώνας: τέτοια φαινόµενα, εκτεθειµένα στην κριτική, είναι η υπερπροσφορά πολιτιστικών αγαθών και η µαζική διάθεση αισθητικοποιηµένων εµπορευµάτων που έχουν κατακλύσει την καθηµερινή ζωή των πολιτών στις περισσότερες χώρες του κόσµου. Είναι επίσης ο µύθος του ελεύθερου καλλιτεχνικού ανταγωνισµού, µε τους καλλιτέχνες να µετακινούνται διαρκώς µέσα σε µια πολυσυλλεκτική, παγκοσµιοποιηµένη αγορά εξιδανικεύοντάς τη στο όνοµα της άµεσης επιτυχίας, την ώρα που το «καπιταλιστικό όνειρο» και η νεοφιλελεύθερη νοοτροπία έφταναν στο απόγειό τους. Η κρατική θεατρική πολιτική και πολλοί θεσµοί του δηµόσιου τοµέα θάµπωσαν προς στιγµήν, θεωρήθηκαν ξεπερασµένοι και οπισθοχώρησαν µπροστά στον θεοποιηµένο ιδιωτικό παράγοντα που προέτασσε επίµονα τις τεράστιες δυνατότητες, ένα µέλλον λαµπρό για όλους και παράλληλα µπροστά στα διεθνή δίκτυα συνεργασίας, στις πολύπλοκες συµπαραγωγές, στις διογκωµένες πολιτιστικές βιοµηχανίες, στα ενδιαφέροντα της καλλιτεχνικής κοινότητας ως ισχυρά οικονοµικά συµφέροντα ρυθµιζόµενα σε παγκόσµιο επίπεδο.

Τώρα όµως που η οικονοµική και χρηµατιστηριακή κρίση έχουν χτυπήσει τις πόρτες της Ευρώπης τόσο απειλητικά, σηµειώνεται από τη µια µεριά µια στροφή της Αισθητικής και της πολιτικής σκέψης προς την Ηθική και από την άλλη αποτολµάται ένα είδος αποκατάστασης του δηµόσιου τοµέα στη συλλογική συνείδηση. Χωρίς βεβαίως αυτό να συνεπάγεται την επιστροφή σε κρατικιστικές λογικές ή την επιδίωξη µιας πλήρους εξάρτησης από το κράτος.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο συντελείται στις µέρες µας η επίκληση του ανσάµπλ. Κάθε φορά που χορογράφοι και χορευτές οραµατίζονται µια µόνιµη συντροφιά χορευτών – togetherness εν σώµατι σε σταθερή βάση – αλλά και όταν µικρά θεατρικά σχήµατα διεκδικούν µια µόνιµη συνεργασία µε κρατικά θέατρα και άλλους θεσµοποιηµένους φορείς. Ετσι ώστε οι αναζητήσεις τους να µπορούν να πραγµατοποιηθούν χειραφετηµένες όσο γίνεται περισσότερο από το χρήµα και ξαλαφρωµένες από τα βάρη της ελεύθερης παραγωγής. Αυτή η παραγωγική εµπλοκή που αποβλέπει σε µιαν αληθινή συνύπαρξη έχει προοπτική µονάχα αν οι κρατικοί φορείς αναγνωρίσουν ότι είναι προς όφελός τους το να ανατρέξουν στις πηγές της δηµιουργικότητας που βρίσκονται έξω απ’ αυτούς τους ίδιους και ξεπερνώντας τις τρέχουσες πρακτικές των µετακλήσεων, των προσκλήσεων, της φιλοξενίας να µετασχηµατίσουν τις συνήθεις διαδικασίες παραγωγής προωθώντας µια καινούργια αντίληψη για την από κοινού εργασία.

Στους δύσκολους οικονοµικά καιρούς δεν ζητούνται περισσότερα λεφτά από το κράτος. Ζητείται όµως µια άλλου τύπου κατανοµή του δηµόσιου χρήµατος από τους ίδιους τους θεσµοποιηµένους φορείς, κάτι που µπορεί µέσα στην οικονοµική δυσπραγία να οδηγήσει σε καλύτερα για όλους αποτελέσµατα. Βεβαίως κάθε προσπάθεια για δοµικές αλλαγές και µετασχηµατισµούς όχι απλώς δεν απαλλάσσει το κράτος από την ευθύνη του για τον πολιτισµό ως δικαίωµα των πολιτών, αλλά αντίθετα υπογραµµίζει πόσο είναι αναγκαίες οι µορφές αλληλεγγύης για να µη χαθεί από τον ορίζοντα το κράτος-πρόνοια ως κατάκτηση.

Η κυρία Ελένη Βαροπούλου είναι θεατρολόγος και μεταφράστρια.


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
  • Ο γρίφος της Μποτσουάνα Οι αγορές είναι προεξοφλητικοί μηχανισμοί, στην περίπτωση της νέας μετάλλαξης , προεξόφλησαν ξανά το χειρότερο, δηλαδή νέους περιορισμούς στις... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk