Ο Αδόλφος, ένα βιβλίο και μια Mercedes

Το θέμα με τον Αδόλφο είναι ότι επιστρέφει από εκεί που δεν τον περιμένεις. Τώρα που χάρη στον βρετανό εκδότη Πίτερ ΜακΓκί το Mein Kampf πρόκειται να κυκλοφορήσει ξανά στη Γερμανία, έστω και με τη μορφή αποσπασμάτων με κριτικά σχόλια στην εβδομαδιαία έκδοση Zeitungszeugen, η οποία ανατυπώνει εφημερίδες της δεκαετίας του ’30, ο Φύρερ θα κρέμεται ξανά στα περίπτερα.

Το θέμα με τον Αδόλφο είναι ότι επιστρέφει από εκεί που δεν τον περιμένεις. Τώρα που χάρη στον βρετανό εκδότη Πίτερ ΜακΓκί το Mein Kampf πρόκειται να κυκλοφορήσει ξανά στη Γερμανία, έστω και με τη μορφή αποσπασμάτων με κριτικά σχόλια στην εβδομαδιαία έκδοση Zeitungszeugen, η οποία ανατυπώνει εφημερίδες της δεκαετίας του ’30, ο Φύρερ θα κρέμεται ξανά στα περίπτερα. Πέρα από τα νομικά και ηθικά ζητήματα που εγείρει ως ευαγγέλιο του ναζισμού, το «Ο Αγών μου» είναι και ένα βιβλίο με υλική υπόσταση – εξώφυλλο, σελίδες, περιεχόμενο. Στο Η βιβλιοθήκη του Χίτλερ (Πατάκης, 2011) ο Τίμοθι Ράιμπακ, μελετητής των σωζόμενων αντιτύπων της προσωπικής βιβλιοθήκης του δικτάτορα, εξιστορεί μεταξύ άλλων τις περιστάσεις και το παρασκήνιο της συγγραφής του.

Έγκλειστος στη φυλακή του Λάντσμπεργκ ως πρωτεργάτης του πραξικοπήματος – οπερέτας του Νοεμβρίου 1923, ο Χίτλερ εξήγγειλε την πρόθεσή του για ένα οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τους πολιτικούς του εχθρούς υπό τη μορφή βιβλίου. Έρευνες αγοράς που είχαν γίνει από το ναζιστικό κόμμα είχαν υποδείξει ότι μια συλλεκτική δερματόδετη έκδοση των 500 αντιτύπων «αριθμημένων και υπογεγραμμένων από τον χερ Αδόλφο Χίτλερ, θα κοστολογούνταν τουλάχιστον 500 μάρκα» (σ. 116).


Τα έσοδα υπολογιζόταν ότι θα κάλυπταν το χρέος της διόλου φτηνής αμοιβής του νομικού του συμβούλου στη δίκη («κάνει τις τρίχες της κεφαλής μου να ορθώνονται»), αλλά και τις ταπεινές τρέχουσες ανάγκες του – στη φυλακή ο Αδόλφος λαχτάρησε τη Mercedes Kompressor: «είδα μία απ’ αυτές σε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο και κατάλαβα αμέσως ότι αυτό μου έπρεπε! […] Είκοσι έξι χιλιάδες μάρκα!» (σ. 129-130). Τα οποία δύσκολα θα συγκέντρωνε αν επέμενε στον αρχικό τίτλο: «Τεσσεράμιση χρόνια πάλης ενάντια στο ψέμα, στη βλακεία και στη δειλία» ακούγεται περισσότερο σαν τεφτέρι εξομολόγησης ιδεοληπτικού μπακάλη παρά ως έκθεση οράματος χαρισματικού ηγέτη.

Ο Χίτλερ μετέφερε στον γραπτό λόγο κηρύγματα μίσους με τον κραυγαλέο, λαϊκιστικό τρόπο εκφοράς που τον είχε καταστήσει αστέρα της ριζοσπαστικής δεξιάς στα braükeller του Μονάχου. Επειδή όμως από τη μπυραρία στο χαρτί υπάρχει απόσταση χώρου, λόγου και νοημάτων, το τελικό δίτομο αποτέλεσμα που εκδόθηκε μεταξύ 1925 και 1926 υπήρξε περισσότερο ασυνάρτητο παρά ευτυχές. Επτά διαφορετικοί διορθωτές υποστηρίζουν ότι πάλευαν με τις ασυνταξίες και τις εμμονές του εμπνευστή του προκειμένου να το σουλουπώσουν. Οι κριτικές του Τύπου το κατεδάφισαν.

Όσο για τις απόψεις των ομοίων του; Ο μετέπειτα επίσημος ιδεολόγος του ναζιστικού κόμματος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (διακεκριμένος συγγραφέας ακατάληπτων έργων ο ίδιος) επεσήμανε ότι ήταν «γραμμένο βιαστικά». Ο Ράιμπακ παραθέτει προφορικές μαρτυρίες εθνικοσοσιαλιστών μεγαλοστελεχών, τα οποία ανεπίσημα παραδέχονταν ότι μην αντέχοντας την πλήρη ανάγνωση απλώς παπαγάλιζαν επιλεγμένες παραγράφους. Ο Μουσολίνι, σύμφωνα με τον βιογράφο του, Ντέιβιντ Μακ Σμιθ, αξιολογούσε το πόνημα ως «έναν βαρετό τόμο που δεν κατάφερα ποτέ να διαβάσω», τις δε πεποιθήσεις του Φύρερ όπως εκφράζονταν σε αυτό ως «τίποτα περισσότερο από κοινότοπα κλισέ».

Το magnum opus του Αδόλφου έγινε μπεστ σέλερ μόνο όταν οι Ναζί είχαν δρασκελίσει το κατώφλι της εξουσίας: κατά τον σημαντικότερο βιογράφο του Χίτλερ, Ίαν Κέρσοου, 1,5 εκατ. αντίτυπα αγοράστηκαν εντός το 1933, όταν εκείνος ήταν ήδη καγκελάριος, ενώ ως τα τέλη του 1932 είχαν πουληθεί μόλις 80.000. Σαν τις «βιολέτες του Μαρτίου», ειρωνική έκφραση της περιόδου για τα πλήθη των νεόκοπων εθνικοσοσιαλιστών που έσπευδαν να γραφτούν στο κόμμα μετά την οριστική επικράτησή του, ώστε να εγγράψουν υποθήκες κοινωνικής και επαγγελματικής ανόδου, οι τόμοι με τη σοφία του αρχηγού πολλαπλασιάζονταν ανεξέλεγκτα: ο ανθόσπαρτος βίος κάθε νιόπαντρου ζευγαριού άρχιζε με τη χορήγηση μιας χρυσοποίκιλτης έκδοσης σε θήκη εν είδει δώρου, η ψυχαγωγία των στρατιωτών στο μέτωπο ήταν εξασφαλισμένη χάρη σε ένα μάλλον φτηνότερο αντίτυπο.

Από το 1945 και μετά τα δικαιώματα έκδοσής του ανήκουν στην κυβέρνηση του ομοσπονδιακού κρατιδίου της Βαυαρίας, η οποία αρνείται να επιτρέψει την κυκλοφορία του. Μην κρατήσετε την αναπνοή σας ως το 2015, οπότε αυτά εκπνέουν: δύσκολα η εξτρεμιστική φλυαρία του Αδόλφου θα ξαναγίνει ευπώλητη. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα