Στάση στην Σχολή Τυφλών

Ο θόρυβος από τα διερχόμενα αυτοκίνητα της Βασιλίσσης Ολγας σκεπάζει κάθε προσπάθεια συντονισμένης σκέψης. Κάτω από τις μαλακές σόλες των παπουτσιών νιώθω τις αυλακιές του πεζοδρομίου, αυτά τα ιδιαίτερα φτιαγμένα πλακάκια για τους ανθρώπους με μειωμένη ή και καθόλου όραση. Στρίβοντας αριστερά, η δροσιά από τα δέντρα αλλάζει το κλίμα. Και νέοι, αλλιώτικοι ήχοι εμφανίζονται. Το νεοκλασικό κτίριο στέκεται μπροστά μου και μοιάζει σαν να ήταν από πάντα εδώ. Θυμάμαι τις εκπαιδευτικές εκδρομές με το Δημοτικό Σχολείο, το 9ο, πέντε τετράγωνα πιο πάνω, εδώ, στη Σχολή Τυφλών. Μας ξεναγούσαν από αίθουσα σε αίθουσα, μας έβαζαν να αγγίξουμε γραφή Braille, να δούμε πώς έπλεκαν καλάθια άνθρωποι που δεν βλέπουν, πώς γνέθουν στον αργαλειό γυναίκες με μόνη βοήθεια την εκπαίδευση και την αφή. Θυμάμαι χώρους ημιφωτεινούς, καθαρούς, προσωπικούς. Τριάντα χρόνια πριν.

Τα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου, 15 ή 16, με φέρνουν σε έναν χώρο ζεστό, άδειο από έπιπλα ή όποιο πιθανό εμπόδιο. Ολα μοιάζουν να έχουν τη μόνιμη θέση τους στις πλευρές των ορθογώνιων δωματίων. Τίποτα στη μέση. Η διευθύντρια, Σοφία Γκίκα, με «παραδίδει» στα χέρια των παιδιών που ανέλαβαν να με ξεναγήσουν στο κτίριο και στην καθημερινότητά τους μέσα στη σχολή. Η Θεοδώρα, η Μαρία, η Βάσω, ο Δημήτρης, ο Παρασκευάς και άλλοι οικότροφοι κάθονται γύρω από το τραπέζι για το μεσημεριανό τους φαγητό, λίγο μετά τις δύο το μεσημέρι. Εκεί γνωριζόμαστε για πρώτη φορά. Ακούν την καινούργια φωνή, κάθομαι μαζί τους. Με περίμεναν. Αστειεύονται μεταξύ τους καθώς τους εξηγώ γιατί έχω έρθει και τι θέλω να κάνω. Τα αστεία έχουν ως κύριο θέμα την όραση: «… Καλά σε είδα πριν», «Δεν τον βλέπεις που σε κοιτάζει τόση ώρα;», «Πάμε και βλέπουμε…». Τραβάω μια-δυο φωτογραφίες στον αέρα για να ακούσουν τον ήχο της μηχανής, να μοιραζόμαστε τις στιγμές της φωτογράφισης. Καθώς διασχίζουμε την αυλή από το κεντρικό κτίριο προς το οικοτροφείο, κάτι σαν να σχολιάζουν για την παρουσία μου εκεί γελώντας. «Αν δεν σας πειράζει, περπατώ δίπλα σας» εξηγώ και σκάνε στα γέλια, σπρώχνοντας η μία την άλλη. «Δεν τον είδες, μωρέ;».

Το δωμάτιο που μοιράζονται η Θεοδώρα, η Μαρία και η Βάσω είναι ευρύχωρο, φωτεινό, με παράθυρα στις δύο από τις τέσσερις πλευρές του. Μια μεγάλη ντουλάπα, γραφεία με βιβλία όλων των ειδικοτήτων, φυσικής, χημείας, λογοτεχνίας, σε καφέ απόχρωση και γραφή Braille. Φωτογραφίζονται με χαρά, ποζάρουν αγκαλιασμένες αλλά και καθεμία μόνη της. Ζητώ από τη Θεοδώρα να μου γράψει τη λέξη «BHMagazino» στην Braille γραφομηχανή της. Νιώθει πως πρέπει να δικαιολογηθεί για την ακαταστασία στο γραφείο της, φτιάχνει βιαστικά κάποια πράγματα. «Πού να δεις τον χαμό που επικρατεί στο σπίτι μου…» της λέω. Μαγκώνομαι και βιαστικά διορθώνω, «παντού σκοντάφτεις σε πράγματα», αλλά δεν χρειαζόταν. Οι λέξεις «βλέπω», «είδες», «κοιτάζω» δεν είναι ταμπού.

Στο γυμναστήριο βρίσκεται σε εξέλιξη η πρόβα για ένα μοντέρνο χορευτικό που μαθαίνουν κάποιες εβδομάδες τώρα. Μοντέρνες φιγούρες σύγχρονου βιντεοκλίπ. Διαλέγουν την κατάλληλη μουσική, διορθώνουν τον συγχρονισμό, τελειοποιούν τα βήματα. Πιο δίπλα ο Ματέο κάνει τις δικές του breakdance φιγούρες. Κινείται άνετα, ακροβατεί, ισορροπεί στο ένα χέρι, χωρίς να χάνει τον ρυθμό. Αφήνω τις πρόβες για να περιηγηθώ στη σχολή. Η βιβλιοθήκη έχει έντονη τη μυρωδιά του χαρτιού. Βιβλία Braille σχεδόν αγγίζουν το ταβάνι. Στην αίθουσα υπολογιστών κάποιος σερφάρει στο Internet με τη βοήθεια ενός ηχητικού προγράμματος. Στους επάνω ορόφους γίνονται ιδιαίτερα φροντιστηριακά μαθήματα για συμπλήρωμα στις κανονικές σχολικές ώρες. Από την αίθουσα της μουσικής, υπό τις οδηγίες του δασκάλου Βασίλη Χαροκόπου, ακούγεται μια ορχήστρα να ερμηνεύει το «Τζιβαέρι». Κανονάκι, φλογέρα, λαούτο, κλαρίνο, τουμπερλέκι, βιολί και τραγούδι. Ο ήχος τρυπάει τους τοίχους, μπαίνει σε κάθε χαραμάδα του ιστορικού κτιρίου, γεμίζει τα κενά της σιωπής. Δεν υπάρχει πια καλαθοπλεκτική ή ύφανση, αν και σε ένα δωμάτιο υπάρχουν κάποιοι παροπλισμένοι αργαλειοί. Ισως στο μέλλον να αποκτήσουν ξανά χρησιμότητα σαν υπενθύμιση μιας παραδοσιακής τέχνης. Η περυσινή περιπέτεια της Σχολής Τυφλών με τα χρήματα, τις επιχορηγήσεις και την πιθανότητα του «λουκέτου» είναι ακόμη νωπή. Τα οικονομικά προβλήματα αναλύονται από ψυχρούς τεχνοκράτες. Και οι αριθμοί είναι σίγουρα τυφλοί. Με άλλον τρόπο. Η μπόρα μοιάζει να πέρασε προς το παρόν και η πιο γνωστή σχολή για ανθρώπους με προβλήματα όρασης παραμένει στη θέση της, στο νούμερο 32 της πολύβουης λεωφόρου, δίπλα στην παραλία του Θερμαϊκού, πιο γνωστή ως στάση των αστικών συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης.

Θέλοντας πια να αφήσω τα παιδιά και τη φιλοξενία τους να επιστρέψουν στους κανονικούς ρυθμούς, κάνω μια στάση στον κοινόχρηστο χώρο του γυναικείου ορόφου του οικοτροφείου. Συνομιλώ με την Αρτεμη και τη Μαρία, δύο αδελφές από τον Βόλο, που κάθονται αντικριστά. Μου μιλούν για τα φαγητά που τους αρέσουν και για τα άλλα που δεν τους αρέσουν. Τις αποκαλούν «τα κορίτσια» στη σχολή, πάνε παντού μαζί, αχώριστες. Θέλουν να φωτογραφηθούν και μαζί. Το διαφημιστικό πόστερ «ΑΘΗΝΑ 2004» στον τοίχο μοιάζει τόσο παράταιρο στην εικόνα. Εικόνες που δημιουργήθηκαν σε ένα απόγευμα, αφηγούμενες μιαν άλλη διάσταση της ζωής, φωτογραφίες που δημιουργήθηκαν μέσα στη σχολή που τους φιλοξενεί, τους διδάσκει, τους εκπαιδεύει, τους διώχνει την ανασφάλεια, τους ενώνει χωρίς διακρίσεις. Φωτογραφίες που οι ίδιοι δεν θα μπορέσουν να δουν ποτέ. Ισως…

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Δείτε επίσης
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk