Η σιδηρά κυρία Μέριλ Στριπ

Αν το καλοσκεφτούμε, η Μέριλ Στριπ έχει τελικά αρκετά κοινά με τη Μάργκαρετ Θάτσερ. Πάρτε ως παράδειγμα την πορεία τους. Η Θάτσερ έγινε πρωθυπουργός της Αγγλίας το 1979, την ίδια χρονιά που η Στριπ απέσπασε την πρώτη υποψηφιότητά της για Οσκαρ (β΄ γυναικείου ρόλου) στον «Ελαφοκυνηγό». Την ώρα που η Θάτσερ διαμόρφωνε ριζικά τη χώρα της, η υποκριτική στον κινηματογράφο έπαυε να είναι η ίδια, γιατί η Στριπ ανέβαζε τον πήχη στα ουράνια. Η Μάργκαρετ Θάτσερ έγινε η σιδηρά κυρία στον χώρο της πολιτικής. Η Μέριλ Στριπ έγινε κάτι ανάλογο στον χώρο της υποκριτικής. Και, φυσικά, η δεκαετία του 1980 υπήρξε η πιο δημιουργική και για τις δύο. Η Θάτσερ κυβέρνησε τη Βρετανία επί 11 συναπτά έτη, από το 1979 ως το 1990, και μέσα στο ίδιο διάστημα η Στριπ έβγαλε τους καλύτερους ρόλους της καριέρας της: «Κράμερ εναντίον Κράμερ», «Η γυναίκα του γάλλου λοχαγού», «Η εκλογή της Σόφι», «Η εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ», «Πέρα από την Αφρική». Συν τοις άλλοις, και οι δύο γυναίκες είναι φυσικές ξανθιές και, το κυριότερο, η εξέλιξή τους δεν στηρίχτηκε ποτέ στα εξωτερικά κάλλη, τα οποία ούτως ή άλλως δεν έχουν. Αντιθέτως, η επιλογή τους ήταν μία: έπρεπε να χτίσουν και να αναδείξουν την προσωπικότητά τους μέσα από το πνεύμα και τις πράξεις τους.

Η μεγαλύτερη ίσως διαφορά ανάμεσα στις δύο γυναίκες είναι ότι η μεν Θάτσερ δίχασε τον κόσμο με τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική που εφάρμοσε στο Ηνωμένο Βασίλειο τσακίζοντας τα εργατικά συνδικάτα, ενώ η Στριπ δεν δίχασε ποτέ για το μέγεθος των υποκριτικών ικανοτήτων της. Η Θάτσερ μισήθηκε όσο καμία άλλη γυναίκα πολιτικός στον κόσμο, ενώ η Στριπ, με το χαμηλό προφίλ που ανέκαθεν διατηρούσε στην επαγγελματική και στην προσωπική ζωή της, έγινε μία από τις πιο συμπαθείς ηθοποιούς στον κόσμο, ανεξαρτήτως των πολιτικών της πεποιθήσεων – δηλώνει αριστερή.

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ως ηθοποιός η Μέριλ Στριπ μπορεί κάλλιστα να γίνει άκρως αντιπαθητική, όταν και εφόσον ο ρόλος το απαιτεί. Θυμηθείτε τη στον ρόλο της αδίστακτης διευθύντριας της CIA στην «Εκδοση κρατουμένου» και φέρτε για λίγο στο μυαλό σας τη δικτατορική ηγουμένη στην σχολή καλογριών της «Αμφιβολίας» του Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ και θα δείτε τον τρόμο να ζωγραφίζεται μπροστά σας.

Μπορούμε, λοιπόν, κάλλιστα να υποψιαστούμε ότι κρατώντας τον ρόλο της Μάγκι Θάτσερ στη «Σιδηρά Κυρία» της Φιλίντα Λόιντ, η Μέριλ Στριπ θα έχει πετύχει για μια ακόμη φορά διάνα (την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο υπογράφων δεν είχε δει ακόμη την ταινία).

Αυτό τουλάχιστον πίστεψε η Ενωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου του Λος Αντζελες που χάρισε στη Μέριλ Στριπ μία ακόμη υποψηφιότητα για τη Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία της καλύτερης γυναικείας ερμηνείας σε δραματική ταινία (αυτή είναι η 26η υποψηφιότητά της στις Χρυσές Σφαίρες, ενώ μετρά επτά νίκες!). Αυτό πίστεψε και η Ενωση Κριτικών Νέας Υόρκης που ήδη έδωσε στη Στριπ το βραβείο της για τη «Σιδηρά Κυρία». Και αυτό πιστεύει και ο Τσαρλς Μουρ, ο επίσημος βιογράφος της Μάργκαρετ Θάτσερ που αναφέρθηκε εγκωμιαστικά στη Στριπ, γράφοντας για μια «παράξενα ιδιοφυή ερμηνεία», μέσω της οποίας η ηθοποιός κατορθώνει να «συλλάβει» τη Θάτσερ αποφεύγοντας ευέλικτα την παγίδα της μιμητικής. «Αποτυπώνει κυριολεκτικά κάθε συνήθειο, κάθε μανιέρα και κάθε κόλπο στον λόγο της Θάτσερ» γράφει χαρακτηριστικά ο Μουρ για τη δουλειά της Στριπ. «Μια ελαφριά κίνηση στο κάτω χείλος, το χαμόγελο που, ενώ νομίζεις ότι σε έχει σκλαβώσει, ξαφνικά παγώνει, η μείξη της γνήσιας ευγένειας προς τον λαό με την απότομη συμπεριφορά προς τους συναδέλφους της» είναι μερικά σημεία που ο βιογράφος επισημαίνει προσθέτοντας, ωστόσο, ότι κατά τη γνώμη του το μόνο «σφάλμα» της ηθοποιού εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο βαδίζει, που δεν θυμίζει εκείνον της Θάτσερ.

Στις 12 Ιανουαρίου, ημέρα πρώτης προβολής της «Σιδηράς Κυρίας» στην Ελλάδα, θα γνωρίζουμε κατά πόσο όλες αυτές οι παρατηρήσεις ισχύουν. Το βέβαιο είναι, όπως αναφέρουν σε προφίλ της ηθοποιού οι «Times» του Λονδίνου, ότι όσο πιο χορτασμένη και ολοκληρωμένη από πλευράς ρόλων και ερμηνειών δείχνει η Στριπ, άλλο τόσο ανυπόμονη για νέες προκλήσεις και νέα «στοιχήματα» είναι. «Στα 62 της», αναφέρει το άρθρο της βρετανικής εφημερίδας «Times», «η Στριπ δεν έχει καμία διάθεση να πατήσει φρένο». Η ίδια η Στριπ παραδέχεται ότι είναι όντως ενεργητικός άνθρωπος, αλλά θεωρεί ότι, αν τη συγκρίνει κανείς με τη Θάτσερ, δεν έχει «καμία σχέση στον τομέα της ενέργειας».

Η Μέριλ Στριπ είδε για πρώτη φορά διά ζώσης τη Μάργκαρετ Θάτσερ πριν από περίπου μία δεκαετία, όταν η πιθανότητα να την υποδυθεί δεν είχε περάσει από το μυαλό κανενός. Η ηθοποιός συνόδευε τη μεγαλύτερη κόρη της (έχει τέσσερα παιδιά) στο Πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν στο Εβανστον του Ιλινόι, όταν την ώρα που ξεφόρτωνε το πορτμπαγκάζ πρόσεξε ένα πόστερ που διαφήμιζε μια επικείμενη ομιλία της Θάτσερ στο ίδιο πανεπιστήμιο. Πρότεινε στην κόρη της να πάνε να τη δουν και μόλις την τελευταία στιγμή κατάφεραν να βρουν δύο θέσεις. «Ο πρόεδρος του πανεπιστημίου είπε ότι η κυρία Θάτσερ θα δεχόταν ερωτήσεις από το κοινό για μισή ώρα» θυμάται η Στριπ. «Εν τέλει, έμεινε ακούραστη μπροστά μας για τον τριπλάσιο χρόνο. Ηταν πάρα πολύ εντυπωσιακή ακόμη και για όσους δεν συμφωνούσαν με τις πολιτικές θέσεις της, όπως η κόρη μου και εγώ. Ενώ έκανε σβούρες γύρω από τις ερωτήσεις, δεν έχανε ποτέ τη διαδρομή της και οι απαντήσεις της ήταν ευθύβολες, βρίσκοντας πάντα τον στόχο που η ίδια είχε εκ των προτέρων ορίσει».

«Χρειάζεσαι μια σουπερστάρ για να παίξει τη Θάτσερ» είναι η άποψη της Φιλίντα Λόιντ με την οποία η Μέριλ Στριπ, λίγο πριν από τα 60 της παρακαλώ, γύρισε τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία της καριέρας της, το «Mamma Mia!» (η ταινία, παραγωγής 2008, ολοκλήρωσε την πορεία της στα ταμεία των αιθουσών με 610 εκατ. δολάρια εισπράξεις παγκοσμίως!). Ομως η Λόιντ είχε αρχικά σοβαρές επιφυλάξεις για το αν ένα «αουτσάιντερ» όπως η Αμερικανίδα Στριπ θα ήταν η σωστή επιλογή για έναν τόσο κυρίαρχα βρετανικό ρόλο: «Οταν όμως αρχίσαμε τα γυρίσματα, με χτύπησε σαν κεραυνός η ιδέα ότι αυτή η επιλογή μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, γιατί όπως ως Αμερικανίδα η Στριπ είναι ένα αουτσάιντερ για αυτόν τον ρόλο, έτσι και η Θάτσερ ήταν ένα αουτσάιντερ στον χώρο της πολιτικής. Οπως η Μέριλ έπρεπε να παλέψει για να βγάλει τον ρόλο, έτσι και η Θάτσερ δούλεψε σκληρά για να μπορέσει να επιβληθεί. Επρεπε να αλλάξει τη φωνή της, να αλλάξει την κόμμωσή της, να αλλάξει όλο το παρουσιαστικό της. Επρεπε να εξελιχθεί. Κατ’ αυτή την έννοια, όπως η Μέριλ, έτσι και η Θάτσερ έπρεπε να δουλέψει σκληρά για να μεταμορφωθεί».

Και όλα έπρεπε να γίνουν πολύ γρήγορα. Οταν τον Ιανουάριο του 2011 η Στριπ έφτασε στο Λονδίνο για να αρχίσει τα γυρίσματα της «Σιδηράς Κυρίας», δεν είχε παρά μία εβδομάδα μπροστά της για να καθήσει και να σκεφτεί τον ρόλο. Η ίδια παραδέχθηκε ότι έφτασε στο Λονδίνο απροετοίμαστη, γιατί τα Χριστούγεννα που είχε μόλις περάσει υπήρξαν δύσκολα. Ο σύζυγος (και πατέρας των τεσσάρων παιδιών τους), Ντον Γκάμερ, βρέθηκε στο νοσοκομείο για κάποιες σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις και επίσης είχε προκύψει και ο θάνατος ενός φίλου.

«Δεν πολυσκέφτηκα τον ρόλο γιατί δεν είχα τον χρόνο» είπε η Στριπ, που, «οχυρωμένη» στο μικρό διαμέρισμά της μαζί με τον μακιγέρ και κομμωτή της Ρόι Χέλαντ, έπεσε με τα μούτρα στην υπόθεση Θάτσερ (ανάμεσα στα καθήκοντα του Χέλαντ ήταν επίσης το απογευματινό τσάι και η αλληλογραφία της Στριπ). «Κάπως έτσι άρχισα να νιώθω τη Θάτσερ, να νιώθω πώς περίπου θα πρέπει να ήταν η ζωή της, την απόλυτη αφοσίωση, την έντονη προετοιμασία, το γεγονός ότι έπρεπε να γίνει δέκα φορές γρηγορότερη απ’ ό,τι ήταν, να βρίσκεται διαρκώς μπροστά από τους άλλους, γιατί ήταν η πρώτη γυναίκα σε ένα τόσο υψηλό αξίωμα. Εξουθενώθηκα, αλλά μπορώ να πω ότι ήμουν έτοιμη όταν ήρθε η ώρα της έναρξης των γυρισμάτων».

Βεβαίως, αν η Μέριλ Στριπ δεν έδειχνε έναν παροιμιώδη πλέον ζήλο για την προετοιμασία των ηρωίδων της, ίσως να μη βρισκόταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα. H πρόκληση, που ανέκαθεν κυλούσε στις φλέβες της, είναι ο λόγος για τον οποίο έχει κερδίσει τον τίτλο της πιο αξιοσέβαστης αμερικανίδας ηθοποιού των τελευταίων 35 χρόνων. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά για να θυμηθούμε ότι για την «Εκλογή της Σόφι» έμαθε πολωνέζικα, ότι στο «Πέρα από την Αφρική» υποδύθηκε με άψογη προφορά τη δανή συγγραφέα Κάρεν Μπλίξεν, ότι στις «Γέφυρες του Μάντισον» έπαιξε την ιταλικής καταγωγής αμερικανίδα της υπαίθρου και ότι στον «Αγριο ποταμό» έμαθε πώς να κατευθύνει… καγιάκ. Στο μεγαλύτερο τμήμα των σκηνών της στην «Καλύτερη παρέα» του Ρόμπερτ Αλτμαν η Στριπ ερμηνεύει τραγούδια της αμερικανικής country μουσικής, ενώ θα πρέπει επίσης να θυμίσουμε ότι αρνήθηκε να χρησιμοποιηθεί πλεϊμπάκ στα τραγούδια της στο «Mamma Mia!», επειδή αν δεν τραγουδούσε η ίδια, δεν ένιωθε «μέσα» στον ρόλο. Τέλος, για τον ρόλο της καλόγριας στην «Αμφιβολία» έγινε «κολλητή» της Μέρι Μάργκαρετ Μακ Εντί, ή αλλιώς αδελφής Πέγκι, καλόγριας με πολλά χρόνια εμπειρίας. Ολα τα παραπάνω δεν αποτελούν παρά ένα δείγμα των δοκιμασιών από τις οποίες η Μέριλ Στριπ έχει περάσει για να «βγάλει» αξέχαστους ρόλους και να θεωρείται σταθερή αξία της αμερικανικής υποκριτικής.

Η ιδέα για τη δημιουργία μιας ταινίας για τη Μάργκαρετ Θάτσερ ήταν του βρετανού παραγωγού Ντέμιαν Τζόουνς, ο οποίος επέστρεψε κάποια στιγμή στην Αγγλία έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στην Αμερική. Ανέκαθεν απορία του Τζόουνς ήταν για ποιον λόγο κανείς δεν θέλησε ποτέ να ασχοληθεί με τη μεταφορά στον κινηματογράφο της ζωής μιας τόσο μεγάλης προσωπικότητας όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ.

Για τον Τζόουνς, το γεγονός και μόνο ότι η Θάτσερ δίχαζε τόσο πολύ τον κόσμο ήταν ικανός λόγος για να γυριστεί μια ταινία που θα βασιζόταν στη ζωή της. Το παράδειγμα του το είχε δώσει η ίδια η οικογένειά του. «Η μία γιαγιά μου πίστευε ότι η Θάτσερ ήταν η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο. Η άλλη έκλεινε την τηλεόραση όποτε την έβλεπε στην οθόνη». Οι προβλέψεις του Τζόουνς για το ενδιαφέρον που μπορεί να προκαλέσει μια ταινία για τη Θάτσερ επαληθεύτηκαν από την υστερική υποδοχή του βρετανικού Τύπου όταν άρχισαν να βγαίνουν σιγά σιγά στο Διαδίκτυο και στις αίθουσες τα πρώτα δείγματα της ταινίας της Λόιντ. Σήμερα, ακριβώς όπως και πριν από 20 χρόνια, η Βρετανία είναι διαολεμένα διχασμένη ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν τη Μάργκαρετ Θάτσερ τη σημαντικότερη πολιτικό του Ηνωμένου Βασιλείου μετά τον Γουίνστον Τσόρτσιλ και σε εκείνους που πιστεύουν ότι έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά στη χώρα της από την εποχή του Αδόλφου Χίτλερ» αναφέρει χαρακτηριστικά το άρθρο της «Screen International» με τίτλο «Iron Lady Continues to Divide» («Η σιδηρά κυρία εξακολουθεί να διχάζει»).

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του άρθρου, όμως, είναι το ρίσκο που προϋποθέτει στην Αγγλία ένα εγχείρημα όπως μια κινηματογραφική βιογραφία για τη Θάτσερ. Οι φανατικοί «θατσερικοί» έχουν ήδη δηλώσει την αδιαφορία τους να δουν τι μπορεί να «σκαρφίστηκε μια παρέα αριστερών κινηματογραφιστών» για τη μεγάλη ηρωίδα τους. Ο λόρδος Τέμπιτ, ένας από τους στενότερους πολιτικούς συμμάχους της, είπε ότι η πρώην πρωθυπουργός της Αγγλίας δεν ήταν ποτέ η «ημιυστερική, συναισθηματική και υπερβολική γυναίκα» που αποκόμισε βλέποντας το τρέιλερ της «Σιδηράς Κυρίας». Ακόμη πιο ενοχλημένος ο Τιμ Μπελ, ο άνθρωπος-κλειδί για τις δημόσιες σχέσεις της Θάτσερ, αποκάλεσε την ταινία «μη γεγονός».

Αρνητισμός, όμως, υπάρχει και στην απέναντι όχθη και είναι όντως δύσκολο να φανταστείς τους ψηφοφόρους των Εργατικών να τρέχουν για να παρακολουθήσουν μια ταινία στην οποία το μισητό πρόσωπο της Μάργκαρετ Θάτσερ ενδεχομένως να παρουσιάζεται εξωραϊσμένο, αν όχι και δοξασμένο.

Το πολιτικό προφίλ της Θάτσερ σίγουρα θα παίζει ρόλο στη «Σιδηρά Κυρία». Ωστόσο, το κίνητρο του Τζόουνς, που δούλεψε κυρίως με γυναίκες σε θέσεις-κλειδιά (σεναριογράφος είναι η Αμπι Μόργκαν), ήταν να δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την προσωπική της ζωή και κυρίως για τη σχέση της με τον Ντένις Θάτσερ, τον οποίο υποδύεται ο Τζιμ Μπρόουντμπεντ.

Αυτό που ήθελε στην πραγματικότητα ο παραγωγός ήταν μια ταινία για μια σταρ. Και, στ’ αλήθεια τώρα, ποια είναι η μεγαλύτερη σταρ της Αγγλίας μετά την πριγκίπισσα Νταϊάνα και τη βασίλισσα Ελισάβετ Β΄; Είναι η Μάργκαρετ Θάτσερ.

* To άρθρο δημοσιεύθηκε στο BHMagazino στις 7 Ιανουαρίου 2012

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Δείτε επίσης
BHMAgazino
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk