Αντώνης Φραγκάκης

Είναι όμορφη, χωρίς όμως να διακρίνεται από κάτι ιδιαίτερο. Μάτια καστανά, ήρεμοι τρόποι. Τη λένε Φανή και ο Αντώνης Φραγκάκης την έχει συνεχώς στο μυαλό του. Της σφυρίζει όποτε τη βλέπει με την άκρη του ματιού του να αποπειράται να απομακρυνθεί, όποτε τη χάνει από το οπτικό του πεδίο, κάθε φορά που κρύβεται κάτω από το τραπεζομάντιλο. Πρόκειται για μια σχέση ζωής, από εκείνες στις οποίες οι συνεννοήσεις δεν απαιτούν φωνές ούτε γαβγίσματα. Μια αντιμετώπιση διαμετρικά αντίθετη από αυτή που επιφυλάσσουν οι γυναίκες στον γοητευτικότατο ηθοποιό. Μητέρες που σκουντάνε την κόρη τους για να τον προσέξει, σερβιτόρες που είναι μια στάλα πιο ευγενικές απ’ ό,τι συνήθως, στυλίστριες που κάνουν ότι λιποθυμούν με το που φεύγει από τον χώρο, κομψές κυρίες που τον ρωτούν με τρομερή άνεση σε ποιο θέατρο θα εμφανίζεται εφέτος. Διαβάστε το εδώ και μάθετέ το μια και καλή: ο ψαρομάλλης κ. Φραγκάκης  βρίσκεται στη σκηνή του θεάτρου Μικρό Παλλάς παρέα με τη Σμαράγδα Καρύδη, τη Βίκυ Σταυροπούλου και πολλούς άλλους που σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας στις «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης». Η παράσταση είναι φυσικά βασισμένη στη διάσημη ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ, κάπως πιο έμμεσα βέβαια, διότι το κείμενο είναι απόδοση στα ελληνικά του λιμπρέτο του μιούζικαλ που ανέβηκε πέρυσι στο Μπροντγουέι, με τη θρυλική πρωταγωνίστρια του μουσικού θεάτρου Πάτι Λουπόν.

Ο Αντώνης Φραγκάκης υποδύεται τον Ιβάν, την πέτρα του σκανδάλου, τον άντρα που αφήνει στα κρύα του λουτρού την Πέπα, πυροδοτώντας την πλοκή του έργου. Για εκείνον «ο Αλμοδόβαρ είναι λίγο σαν τον Γούντι Αλεν. Υπάρχει έντονη στο μυαλό μου η αίσθηση του συνολικού έργου τους και όχι μια τόσο ξεκάθαρη εικόνα της εκάστοτε ταινίας τους, ίσως επειδή έχουν αναγνωρίσιμο ύφος και υπάρχουν σε κάθε φιλμ ήρωες που μοιάζουν μεταξύ τους. Προσωπικά μπλέκω τη μια τους ταινία με την άλλη. Στο σινεμά του Αλμοδόβαρ μου αρέσουν οι έντονες εικόνες και το ότι προσεγγίζει το περιθώριο με τρυφερότητα. Οταν λοιπόν μου πρότειναν τον ρόλο, είπα ότι την ξέρω την ταινία, ωστόσο έπρεπε να την ξαναδώ. Ε, λοιπόν, η ταινία δεν ήταν αυτό που θυμόμουνα εγώ, μου φάνηκε σαν να μην ήταν κινηματογράφος, είχε έντονη την αισθητική του βίντεο. Επειτα, πολύ υστερία, βρε παιδί μου, αναρωτιόμουν “γιατί χτυπιούνται; ” και “τι έγινε;”. Εχω την αίσθηση ότι το θεατρικό θα είναι καλύτερο, το κείμενο σε βοηθά να καταλάβεις καλύτερα τους ήρωες, έχει περισσότερο βάθος. Μπορεί αυτό να οφείλεται στην ανάμνηση που είχα για την ταινία, η οποία είχε πάρει μια μυθική διάσταση στο μυαλό μου, με αποτέλεσμα σήμερα κάτι να μου φάνηκε παλιό».

Τον ρωτάω αν του συμβαίνει συχνά αυτό. Αν μυθοποιεί πράγματα ή αν αφήνει τις προσδοκίες του να γιγαντώνονται, με αποτέλεσμα στο τέλος να απογοητεύεται. «Οι προσδοκίες μου φαίνονται σαν παγίδα, και στη ζωή αλλά και στη δουλειά. Αυτό συμβαίνει πιο συχνά στην τηλεόραση: διαβάζεις το σενάριο και νομίζεις πως σχηματίζεις μια εικόνα, ενθουσιάζεσαι, αλλά έρχεται η πραγματικότητα και σε γειώνει. Καμιά φορά, σαν άμυνα, προσπαθώ να μην αφήνομαι, αν και εγώ είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος – σε βαθμό βλακείας – και δεν τον γλιτώνω τον ενθουσιασμό εύκολα. Επίσης, εφόσον αποδεχτώ μια πρόταση θα την υπηρετήσω μέχρι τέλους – ίσως να είναι και ένας τρόπος να μπεις σε λειτουργία. Πρέπει όμως να θυμάμαι ότι δεν εξαρτώνται όλα από εμένα, η δουλειά μου είναι αποτέλεσμα ομαδικής εργασίας. Και στην τηλεόραση δυστυχώς οι περισσότεροι παραγωγοί, αυτοί που κάνουν κουμάντο δηλαδή, δεν ενεπλάκησαν σε αυτήν την ιστορία από ένα όνειρο καλλιτεχνικό, εξού και πολλές δουλειές γίνονται πρόχειρα. Στο θέατρο δεν έχω νιώσει ποτέ προδομένος από το αποτέλεσμα, αλλά στην τηλεόραση συχνά. Εξαίρεση το “Singles”, χάρη στον σκηνοθέτη Παναγιώτη Κράββα, αλλά και η συνεργασία μου με τον Κώστα Κουτσομύτη στα “Παιδιά της Νιόβης”, που τη δουλειά του την αγαπάει και την ξέρει. Ο καθένας μπορεί κάποια πράγματα, δεν τα μπορεί όλα, καλό είναι το γνωρίζουμε αυτό».

Κοιτάζοντας κανείς το βιογραφικό του Αντώνη Φραγκάκη αποκομίζει την εντύπωση ότι η πορεία του δεν ήταν η τυπική πορεία ενός μοντέλου που αποφασίζει να γίνει ηθοποιός. «Θεωρώ ότι η πορεία μου ήταν μάλλον συμβατική», με διορθώνει, «αλλά πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι ούτε όλοι οι ηθοποιοί ούτε όλα τα μοντέλα είναι το ίδιο. Οι πρώτοι άνθρωποι που συναντάς σε κάθε χώρο είναι εκείνοι που σε καθορίζουν: παίζει ρόλο η τύχη στο ποιους θα συναντήσεις και εμένα με ευνόησε. Ηρθα σε επαφή με ανθρώπους αφοσιωμένους, ταλαντούχους και με απίθανες ιστορίες ζωής». Ωραία, όλες αυτές οι συναντήσεις τον ενέπνευσαν και είναι λογικό. Ωστόσο, πρέπει να υπάρχει και ένα γνώρισμα του χαρακτήρα του που τα καθόρισε όλα. «Με χαρακτηρίζει η έντονη περιέργεια, δεν θεωρώ τον εαυτό μου δημιουργικό ούτε η φαντασία μου είναι το καλό μου χαρτί, επομένως δεν θεωρώ τον εαυτό μου ταλαντούχο και δεν το λέω από μετριοφροσύνη. Πολλές φορές όταν κοιτάζω πίσω για να δω αν έχω βολευτεί, αν έχω αφεθεί στις ευκολίες μου, συνειδητοποιώ ότι η ανάγκη μου να ικανοποιήσω την περιέργειά μου είναι εκείνη που με έχει πάει μπροστά. Η παιδεία που έλαβα από τον χώρο της μόδας ευνόησε αυτήν την πλευρά μου. Εχω δει και στο θέατρο ανθρώπους που είναι πολύ επίμονοι με την τέχνη τους – εγώ δεν θα χαρακτήριζα τον εαυτό μου ηθοποιό κατ’ επάγγελμα. Θα ήθελα να είμαι περισσότερο αφοσιωμένος σε ένα αντικείμενο, αλλά πρέπει να με τραβάει κάτι σε βαθμό απόλυτο και αυτό δεν μου συμβαίνει. Καταλήγω λοιπόν να έχω αγωνία για κάθε απόφασή μου».

Αγωνία όμως νιώθει κανείς στην Ελλάδα σήμερα ούτως ή άλλως. Ας όψονται οι πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις. «Μας λείπει εντελώς εν Ελλάδι ο σεβασμός στον άλλον. Αν για έναν και μόνο λόγο θα έπρεπε να μας χαρακτηρίσω απόλυτα ηλίθιους, είναι επειδή δεν σεβόμαστε την ομορφιά αυτού του τόπου. Αν έχεις μεγαλώσει στις φαβέλες, αν έχεις μεγαλώσει στα προάστια του Παρισιού με τα τεράστια μπλοκ εργατικών κατοικιών, το καταλαβαίνω να μην μπορείς να σεβαστείς τον δημόσιο χώρο, αλλά τα δικά μας αυθαίρετα δεν έχουν χτιστεί για λόγους επιβίωσης. Συχνά με πιάνει θυμός για τη δική μας ανικανότητα, το βόλεμα, το ότι αποδεχτήκαμε ένα πολιτικό σύστημα που εξυπηρέτησε τον πλουτισμό συγκεκριμένων ανθρώπων. Στον δυτικό κόσμο ο άνθρωπος παραχωρούσε κομμάτια του εαυτού του με οικονομικό αντάλλαγμα και είναι θλιβερό ότι οι Ελληνες μιμηθήκαμε έναν τρόπο ζωής και χάσαμε τη μεταξύ μας επαφή και ζεστασιά. Το έβλεπα εν τη γενέσει του επειδή ζούσα εντός και εκτός Ελλάδας. Δεν έχω ψηφίσει ποτέ, όχι επειδή πιστεύω στην αναρχία ούτε επειδή είμαι κατά της δημοκρατίας, αλλά διότι δεν έχει βρεθεί κανένα κόμμα που να με καλύπτει με τις θέσεις του, έστω και στο περίπου. Νιώθω θυμό και για τους πολιτικούς, οι οποίοι ανακυκλώνονται χωρίς να προσφέρουν τίποτε. Απέτυχαν στον ρόλο τους και η κύρια ευθύνη βαραίνει αυτούς που έχουν την εξουσία και έδρασαν ανεξέλεγκτοι. Νιώθω θυμό και για τη νάρκωσή μας, περιμένω όμως τώρα να δω τι θα γίνει, αισθάνομαι μουδιασμένος. Υποθέτω ότι η κρίση αυτή παρέχει μια ευκαιρία να τεστάρουμε τα αντανακλαστικά μας, με θλίβει όμως το γεγονός ότι κάποιοι θα συντριβούν μέσα σε αυτήν την κατάσταση. Φοβάμαι ότι θα διασπαστούμε και με τρομάζει αυτό. Ελπίζω όμως ότι θα ανοιχτούμε, θα σκεφτούμε λίγο παραπάνω, θα έρθουμε ο ένας πιο κοντά στον άλλον, θα επικοινωνήσουμε πιο ουσιαστικά».

πό τι πιάνεται για να πάρει δύναμη; «Για μένα οι συγκεντρώσεις των “Αγανακτισμένων” το καλοκαίρι ήταν το πιο αισιόδοξο και δυνατό πράγμα που είδα να συμβαίνει. Εγώ, που είμαι λίγο του αναχωρητισμού και θα προτιμούσα να πάω να ζήσω σε ένα βουνό, συμπάθησα την πόλη με αυτό, κυρίως επειδή είδα διάθεση για ειρηνική διαμαρτυρία. Στη βία πέφτεις εύκολα, το δύσκολο είναι να μην υπακούσεις στο πρωτόγονο ένστικτο και δεν μου άρεσε καθόλου η εύκολη απαξίωση του φαινομένου. Παρηγοριά βρίσκω και στα βιβλία. Μου έδωσε ο Θοδωρής Πετρόπουλος, που έχει κάνει τη θεατρική απόδοση στις “Γυναίκες”, και διαβάζω τώρα το “Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ;”, τα δοκίμια του Γιώργου Χειμωνά. Επιστρέφω συχνά και στους έλληνες κλασικούς, στον Παπαδιαμάντη, στο “Αμάρτημα της μητρός μου” του Βιζυηνού. Θα ήθελα πάρα πολύ να είχα διδαχτεί τέλεια την ελληνική γλώσσα. Ακόμη και τις αρχαίες τραγωδίες τις χαίρομαι όταν τις διαβάζω, αν και στο ανέβασμά τους δεν ενθουσιάζομαι. Το ίδιο έπαθα και με τον “Ριχάρδο Γ”. Μου κάνει τρομερή εντύπωση αυτό. Οτι κάποιος έγραψε ένα βιβλίο ή γύρισε μια ταινία χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά ή εκατοντάδες χρόνια πριν και το έργο του αγγίζει και επηρεάζει εμένα εδώ, σήμερα. Με ξεπερνά αυτή η σκέψη». Ως απόδειξη αυτού και με αφορμή την ιρανική ταινία «Ενας χωρισμός» την οποία θέλει πολύ να πάει να δει, μου μιλάει για ένα άλλο φιλμ από την ίδια χώρα της Μέσης Ανατολής, «Το χρώμα του Παραδείσου» σε σκηνοθεσία Ματζίντ Ματζιντί, το οποίο παρακολούθησε πριν από κάποια χρόνια. «Μου άρεσε τόσο, που πήγα και το είδα δύο βραδιές στη σειρά. Και μάλιστα ήταν σχεδόν αστείο, επειδή τη δεύτερη φορά έβλεπα τον κόσμο να κλαίει στις σκηνές που είχα κλάψει εγώ το προηγούμενο βράδυ και μου ερχόταν να γελάσω. Για αυτό σου μιλάω, για τη δύναμη που έχει μια δημιουργία από μια ξένη κουλτούρα να μας συγκινεί και να μιλάει τελικά για τη δική μας ζωή».

Αναρωτιέμαι σε τι βαθμό αγγίζει τον ίδιο αυτή η σκέψη. Αν τον ενδιαφέρει η υστεροφημία του. Αν θα ήθελε να αφήσει το στίγμα του σε αυτόν τον κόσμο μέσω του έργου του ή ακόμη και μέσω της πατρότητας, με την απόκτηση ενός παιδιού. «Δεν σκέφτομαι τα πράγματα που δεν μου έχουν συμβεί, δεν κάνω τέτοιες σκέψεις, επιστρέφω στο παρελθόν μόνο και μόνο για να ερμηνεύσω το σήμερα, το μέλλον το σχεδιάζω και το σχηματοποιώ μόνο σε ό,τι με αφορά πολύ άμεσα». Στο παρόν λοιπόν, τι είναι αυτό που του προκαλεί ανησυχία, τι είναι αυτό που βλέπει στον καθρέφτη και τρομάζει; «Το ότι αισθάνομαι ανίσχυρος μπροστά στη βλακεία. Επίσης, σε ό,τι αφορά εμένα προσωπικά, τρομάζω με τον εαυτό μου επειδή η πρώτη μου ενστικτώδης αντίδραση είναι να καταφύγω στη βία. Το αποφεύγω τελικά, αλλά χρειάζεται να περάσω την αντίδρασή μου από πολλά φίλτρα. Πολύ θα ήθελα να ζούσα σε μια κοινωνία όπου ο ένας σέβεται πραγματικά τον άλλον. Δεν θα χρειαζόταν τότε να μπαίνω στη διαδικασία να με κοντρολάρω».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
  • Ο γρίφος της Μποτσουάνα Οι αγορές είναι προεξοφλητικοί μηχανισμοί, στην περίπτωση της νέας μετάλλαξης , προεξόφλησαν ξανά το χειρότερο, δηλαδή νέους περιορισμούς στις... ΒΗΜΑτοδότης |
Σίβυλλα
Helios Kiosk