• Αναζήτηση
  • Τι θα πει ερωτική πόλη;

    Ερως Θεσσαλονικεύς            Από τον Θωμά Κοροβίνη

    «Καθένας διαθέτει μια δική του ματιά για την πόλη του και τον ερωτικό χαρακτήρα της. Την ιστορία του έρωτα τη χτίζουν οι γενναίοι του. Οι άλλοι, αγκυλωμένοι στην αμήχανη μονογαμία τους ή προσδοκώντας – φευ – τη μεσσιανική έλευση του ιδανικού Νυμφίου ή της αψεγάδιαστης Νύμφης, αφήνουν τον χρόνο παραπονούμενο και ύστερα αναπολούν συλλογισμένοι – σαν τις “Ψυχές των γερόντων” του Καβάφη – το μάταιον της εγκράτειας. Τα μεγάλα λιμάνια διατηρούν παγκοσμίως, ακόμη και σήμερα, τα σκήπτρα της ερωτικής ελευθεριότητας. Η στεγασμένη και η άστεγη πορνεία, η σεξουαλική ανορθοδοξία, το παζάρι του σεξ και η εν γένει ερωτική αλητεία δεν σημάδεψαν τον περασμένο αιώνα τη Θεσσαλονίκη περισσότερο από άλλα – αλανιάρικα – λιμάνια της χώρας, όπως π.χ. η Πάτρα, το Ηράκλειο ή ο Βόλος. Ο Πειραιάς, μάλιστα, είναι ο βασιλιάς και στην αμαρτία και στην οργασμική απογείωση του ρεμπέτικου τραγουδιού. Σε αυτά τα δύο, η Σαλόνικα έρχεται δεύτερη.

    Αλλά εδώ σε μας, όπου μίλησε ωραιότερα από παντού ο Απόστολος Παύλος, το βαθύχρονο και πολυκύμαντο ιστορικό background της μοναδικής στον ελλαδικό χώρο αδιάλειπτης πόλης και δεύτερης πολιτείας δύο αχανών αυτοκρατοριών, με την ένταξή της στο νεοελληνικό κράτος και την ιστορική της “υποβάθμιση” σε συμπρωτεύουσα, επέπρωτο να το συμπληρώσουν νέες εποχές συγχρωτισμού εβραίων, μπαγιάτηδων Σαλονικιών, Βαλκανίων, ευρωπαίων συμμάχων και ιδίως ρωμιών τουρκομεριτών προσφύγων, που της έδωσαν ένα μοναδικό πολιτιστικό χρώμα και πλούτισαν την κοινωνική ζωή της. Ο ερωτισμός διατρυπά πάντοτε την ψυχή σαν τη διαβρωτική υγρασία της. Ομως συχνά – συμβαίνει ακόμη και σε άθεους συμπολίτες μας –, πριν από την ερωτική πράξη, το δεξί μας πάει στο σχήμα του σταυρού. Ο Χατζιδάκις, μουσκεμένος από την έντονη αίσθηση του μυστηριακού αισθησιασμού της κατά τις νεανικές επισκέψεις του, χάραξε τη φράση (που μετά τον θάνατό του έγινε δίσκος) “Η αμαρτία είναι βυζαντινή κι ο έρωτας αρχαίος”. Τον ίδιο καιρό ο Πεντζίκης πίσω από το φλάμπουρο της ιδιότυπης Ορθοδοξίας του κουκούλωνε την “Παλίμψηστη Λιβιδώ”, ο Πετρόπουλος υμνούσε την ερωτικά αχαλίνωτη και ρεμπετομάνα Μπάρα, ο Ιωάννου τη Ραμόνα, ο Χριστιανόπουλος τον Βαρδάρη, ο Ασλάνογλου τη στέρηση που επιβάλλει το αστικό πλέγμα στους διστακτικούς, ο Μοσκώφ την ώσμωση της σαλονικιώτικης αμαρτίας, ο Κουγιουμτζής την πίκρα των ρομαντικών ερώτων και νεότεροι δημιουργοί, όπως ο Παπάζογλου, ο Ζαφείρης, ο Αναστασιάδης, ο Ναρ, ο Σκαμπαρδώνης, ο Γρηγοριάδης, η αφεντιά μου, και άλλοι, πιο πρόσφατες εκφάνσεις του ερωτισμού της. Δημοσιογράφοι Θεσσαλονικιοί ενίσχυσαν τη διάθεση προς απόδρασιν και τέρψιν ψυχή τε και σώματι μερακλήδων εκ της πρωτευούσης, παραγόντων του αθηναϊκού κέντρου, φεστιβαλιστών και άλλων και έτσι συνδιαμόρφωσαν – με τη συνηγορία καλοθελητών της πρωτεύουσας – τη θελκτική εικόνα μιας πλευράς της σύγχρονης μυθολογίας της, αυτή της “ερωτικής Θεσσαλονίκης”. Μόνο που έφτασαν αργά. Οταν το παραμύθι αυτό κυκλοφόρησε, η Θεσσαλονίκη είχε απολέσει οριστικά το χρώμα των παλιών ημερών της και είχε γίνει ένα λυπηρό επαρχιώτικο “Ανθιμοψωμιαδιστάν”. Κατόπιν πέσαμε όλοι μαζί στη ρεβανσιστική νεόπλουτη φτώχεια μας. Αν λέγαμε σήμερα τη Σαλονίκη αμαρτωλή, θα αδικούσαμε την Αθήνα μας που παραμένει συγκριτικά – ακόμη και μέσα στις αφόρητες τωρινές δοκιμασίες της – μάλλον οργιαστική».

    Ο Θωμάς Κοροβίνης είναι συγγραφέας, φιλόλογος και μουσικός. Πρόσφατα επιμελήθηκε το ημερολόγιο για το 2012 των εκδόσεων Μεταίχμιο, που είναι αφιερωμένο στη Θεσσαλονίκη.

     

     

    Θεσσαλονίκη, η ερωτική     Από τον Στάθη Παναγιωτόπουλο

    «Πάτε γυρεύοντας. Η έκφραση “ερωτική πόλη” εκνευρίζει αφόρητα όλους τους Θεσσαλονικείς, που πιστεύουν (και ίσως όχι άδικα) πως τη χρησιμοποιούν οι Αθηναίοι επισκέπτες της ΔΕΘ για να δικαιολογήσουν τις εξωσυζυγικές παρασπονδίες τους στον Βορρά. Και μένα με εκνευρίζει. Δεν είναι ερωτική πόλη η Θεσσαλονίκη, τουλάχιστον όχι περισσότερο ή λιγότερο από οποιαδήποτε άλλη πόλη.

    Ωστόσο, η Θεσσαλονίκη είναι ένα απέραντο κρεβάτι, κατά το κοινώς λεγόμενο, μια που το κέντρο της πόλης και τα στέκια του είναι “συμμαζεμένα” γεωγραφικώς και όσοι κυκλοφορούν και είναι, τέλος πάντων, κάποιοι, συναντιούνται συχνά στα ίδια μέρη, γνωρίζονται, συναναστρέφονται, και ως γνωστόν η συναναστροφή φέρνει εξοικείωση η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε διαπροσωπικές σχέσεις (ούτε εγώ ο ίδιος πιστεύω την κομψότητα των εκφράσεών μου!). Αυτό που ξεχνάμε εμείς οι ντόπιοι είναι πως η Θεσσαλονίκη φαντάζει μαγική, παραμυθένια, σωστό Ελντοράντο της καλοπέρασης (μέρος αναπόσπαστο της οποίας είναι και ο έρωτας, άρα όπερ έδει δείξαι, σωστά;) στα μάτια των ανθρώπων που ΔΕΝ είναι από εδώ. Εμείς έχουμε φάει στη μάπα την μπαγιατοσύνη, την γκρίνια, τη μούχλα του καθεστώτος (ας μην ξεχνάμε ότι ως πρόσφατα και για πολύ καιρό μάς έκαναν ό,τι ήθελαν οι ανθιμοψωμιαδοπαπαγεωργοπουλαίοι!) και έχουμε απαξιώσει τη Θεσσαλονίκη, σχεδόν δεν την αντέχουμε.

    Ελάτε ωστόσο στη θέση, και δείτε την από τα μάτια, του πρωτοετούς φοιτητή, του τουρίστα, του περιηγητή. Ερχεται για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη και ζει τα γλέντια, τα μαγαζιά, τα Λαδάδικα, το λιμάνι, τη Βαλαωρίτου, την Καλαμαριά, την Περαία κ.ο.κ. Κάνει ζωή, τα σπάει με φίλους και γκόμενες και γνωριμίες της ίδιας βραδιάς, πάει σε πάρτι, μαζεύεται σε σπίτια και πίνει, βολτάρει ατελείωτες ώρες, και ας έχει υγρασία φρικτή – το κορμί του φοιτητή (και, κυρίως, της φοιτήτριας!) δεν μασάει. Ζει το όνειρό του, τον έρωτά του.

    Ο περιηγητής γνωρίζει τα κάστρα, τα μουσεία, τα μνημεία, τα μαγαζιά, τους πεζόδρομους, τα πάρκα, τις πλατείες, οσμίζεται τα υπαρκτά ίχνη άλλων εποχών και πολιτισμών, ζει δίπλα στη θάλασσα, ζει το όνειρό του, τον έρωτά του. Πολύ πρόσφατα, για να δώσω δύο μόνο παραδείγματα, “έπαθε Θεσσαλονίκη” τόσο ο Μαρκ Μαζάουερ όσο και η Βικτόρια Χίσλοπ. Πρέπει, το χρωστάω στον εαυτό μου, αλλά και σε όποιον διαβάζει αυτές τις γραμμές, να αλλάξω μάτια και μυαλά. Πρέπει να δανειστώ τα μάτια και το μυαλό του επισκέπτη, και οπλισμένος με αυτά να κάνω βόλτες. Βόλτες κάτω από τον Λευκό Πύργο, στην παραλία, στα νεόκτιστα των δυτικών συνοικιών (εκεί είναι τα ομορφότερα κορίτσια, να ξέρετε!). Πρέπει να πάω στα κάστρα, να κλαμπάρω στο λιμάνι, να δω συναυλίες εναλλακτικού ροκ στα Λαδάδικα. Να χαζέψω τα νεοκλασικά της Βασιλίσσης Ολγας, να ξαναδώ τα μουσεία, να πάω στον Αγιο Νικόλαο τον Ορφανό να ανάψω ένα κεράκι και ας μην πιστεύω, να πάω στο καζίνο να ζήσω από κοντά τους κατεστραμμένους της Βόρειας Ελλάδας, να ξενυχτήσω στο Berlin, να κοπροσκυλιάσω στην Πλατεία (μία είναι η πλατεία, η Ναυαρίνου!).

    Πρέπει, στην ίδια μου την πόλη, να ζήσω το όνειρό μου, τον έρωτά μου. Οχι τίποτε άλλο, να διαπιστώσω αν τελικά είναι ερωτική πόλη ή μας δουλεύουν οι Αθηναίοι για να μας απαυτώνουν… Και μετά, το μόνο που μένει είναι να ψήσω την αγάπη μου, που μένει στην Αθήνα, να μετακομίσει εδώ και να ζήσουμε μαζί τον έρωτά μας…».

    Ο Στάθης Παναγιωτόπουλος είναι γνωστός φιλόζωος και μέλος των «Ράδιο Αρβύλα».


    Οι γενναίες του Βορρά         Από τον Ακη Δήμου

     

    «Ξέρω ένα κορίτσι που στα πρώτα γενέθλια της δημαρχίας του Γιάννη Μπουτάρη έβαψε τα μαλλιά της σε ένα στιλπνό πορτοκαλί χρώμα. Τη λένε Κίρκη και, κατά την ταπεινή μου άποψη, είναι εκθαμβωτικά ωραία, αν και ήταν πιο εκθαμβωτική χωρίς τα πορτοκαλί μαλλιά, τότε που την είχα πρωτογνωρίσει, αφόρητα γοητευτική, αν και αχτένιστη, ξενυχτισμένη από τα εξοντωτικά ωράρια ενός μπαρ στον Εύοσμο, που δούλευε για να πληρώνει τα δίδακτρα της σχολής της. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω καταλάβει για ποιον ακριβώς λόγο, την ώρα που ο δήμαρχος έσβηνε το κεράκι – και άστραφτε η φλόγα στο σκουλαρίκι του –, η Κίρκη προτίμησε να μεταμορφωθεί η ίδια, αντί να μεταμορφώσει διάφορους συμπολίτες μας σε γουρούνια, πράγμα που κατά καιρούς τής έχω ζητήσει επίμονα (έχω πάντα μια τέτοια λίστα πρόχειρη). Πλην υποψιάζομαι ότι επί της παρούσης δημαρχίας δεν χρειάζονται πολλοί λόγοι για να προχωρήσεις σε ριζοσπαστικές κινήσεις. Χρειάζεται απλώς λίγο κέφι, για την ακρίβεια χρειάζεται εκείνο το κέφι που έρχεται με φόρα κατευθείαν από την απόγνωση.

    Για να είμαι δίκαιος, πάντως, θα σημειώσω ότι ξέρω, επίσης, και πολλά κορίτσια που αδιαφόρησαν για αυτά τα γενέθλια, αφήνοντας τα μαλλιά τους στην ησυχία τους. Η Νόνικα, ας πούμε, που ανοίγει κάθε βράδυ το πρόγραμμα στο μαγαζί που τραγουδάει ο Μαργαρίτης, όπου τον εφετινό χειμώνα καίγεται η μισή πόλη (ως γνωστόν, η άλλη μισή κάηκε το 1917). Η Νόνικα έχει ωραία φωνή, βραχνό βλέμμα και ένα λίγο… ύπουλο χαμόγελο-ασπίδα, που την προστατεύει από όλους τους μικρομεσαίους βιοτέχνες της Βαλαωρίτου που την ονειρεύονται, ξεχνώντας, προς στιγμήν, την ταχύτητα με την οποία οι αιτήσεις παύσης πληρωμών τους στο Πρωτοδικείο αντικατέστησαν τις άλλοτε εύρωστες τραπεζικές καταθέσεις τους.

    Ούτε η Χρυσούλα γιόρτασε με κάποια αντίστοιχη εικαστική παρέμβαση στο κεφάλι της την «εναλλακτική» μπουταρική δημαρχία. Με τα ίδια ακριβώς μαλλιά, συνεχίζει να κάθεται πίσω από τον πάγκο του πατέρα της στις λαϊκές της πόλης διαλαλώντας όχι μόνο εξαιρετικά καρότα (μια ιδέα πιο σκούρα από τα μαλλιά της Κίρκης), αλλά και λαχανάκια Βρυξελλών. Αν δεν το ξέρεις ήδη, ήρθε η στιγμή να το μάθεις: στο Κολχικό Λαγκαδά, σε απόσταση αναπνοής από τη Θεσσαλονίκη, καλλιεργούνται ωραιότατα λαχανάκια Βρυξελλών. Τα βγάζει βόλτα η Χρυσούλα, φορώντας ένα κίτρινο φούτερ με τη Lady Gaga σε όλο τo στήθος, αλλά δεν τα πολυζητάνε, μου λέει, γιατί δεν ξέρουν πώς να τα μαγειρέψουν. Θέλω να της πω πως, ανεξαρτήτως της περιορισμένης ζήτησης, εμένα η σύζευξη Κολχικού Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και Βρυξελλών, με υποχρεώνει να ανακαλέσω – όχι χωρίς κάποια συγκίνηση – τον, ανεξαρτήτως δημοτικής αρχής, πολυδιαφημισμένο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής. Αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι η Χρυσούλα θα μοιραστεί τη συγκίνησή μου. Ούτε για τη Νόνικα παίρνω όρκο. Μόνο για την Κίρκη είμαι σίγουρος: η ζεύξη Βρυξελλών – Θεσσαλονίκης, διαμέσου κηπευτικών, θα την αφήσει δραματικά αδιάφορη. Θα συνεχίσει να διασχίζει τα τσιμέντα της παραλίας και τα ξενοίκιαστα της Τσιμισκή, ανεμίζοντας τα πορτοκαλιά μαλλιά της, μονίμως φευγάτη, αν και όχι πάντα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ακριβώς όπως η πόλη όπου ζει».

    Ο Ακης Δήμου είναι θεατρικός συγγραφέας. Το έργο του «Σιγά τα αίματα!.. Oresteia the next generation» ανεβαίνει εφέτος στην «Αθηναΐδα» από την Ομάδα Ελληνικού Μουσικού Θεάτρου Σπείρα-Σπείρα.

    * Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο BHMagazino στις 18 Δεκεμβρίου 2011

    Δείτε επίσης
    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Η Mykonian μεταφορά Brancusi Ο μεγαλοβιομήχανος, χρυσός κληρονόμος Φίφης Δελμούζος-Κασσανδρής δοκίμασε ένα μικρό κομμάτι από το περουβιανής προέλευσης φιλέτο του. Τον παρακολουθούσα μέσα... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk