• Αναζήτηση
  • Ντέϊβιντ Σεντάρις εναντίον… Αη Βασίλη

    Μήπως προβληματίζεστε, την περίοδο του εορτασμού των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, όταν τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν αρχίζουν να ζώνουν απειλητικά δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους; Μήπως έχετε βαρεθεί τις βιτρίνες με το ψεύτικο χιόνι και τους πλαστικούς Αγιους Βασίληδες που χαμογελούν κάθε χρόνο με τον ίδιο πάντα τρόπο στους παραζαλισμένους πελάτες; Σας προκαλεί δυσφορία όταν ακούτε παντού το τραγούδι «Ρούντολφ το ελαφάκι»; Μήπως δυσανασχετείτε με την ιδιοτυπία του γιορτινού κλίματος που επιβάλλει μ’ έναν έκτακτο τρόπο τη χαρά, την ελπίδα και φυσικά την κατανάλωση;

    Μήπως προβληματίζεστε, την περίοδο του εορτασμού των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, όταν τα λαμπάκια που αναβοσβήνουν αρχίζουν να ζώνουν απειλητικά δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους; Μήπως έχετε βαρεθεί τις βιτρίνες με το ψεύτικο χιόνι και τους πλαστικούς Αγιους Βασίληδες που χαμογελούν κάθε χρόνο με τον ίδιο πάντα τρόπο στους παραζαλισμένους πελάτες; Σας προκαλεί δυσφορία όταν ακούτε παντού το τραγούδι «Ρούντολφ το ελαφάκι»; Μήπως δυσανασχετείτε με την ιδιοτυπία του γιορτινού κλίματος που επιβάλλει μ’ έναν έκτακτο τρόπο τη χαρά, την ελπίδα και φυσικά την κατανάλωση;

    Αν πιστεύετε ότι οι καλικάντζαροι – υπάρχουν και – πρέπει κάποια στιγμή να τινάξουν στον αέρα αυτή την εποχιακή ευφορία, τότε πρέπει να διαβάσετε τα «Ημερολόγια από τη Χώρα των Χριστουγέννων» του Αμερικανού Ντέϊβιντ Σεντάρις. Σ’ αυτή τη μικρή νουβέλα, ο χιουμορίστας συγγραφέας με την ελληνική καταγωγή, περιγράφει με τον ύπουλο σαρκασμό του τι τράβηξε όταν αποφάσισε να εργαστεί, άφραγκος καθώς ήταν, ως ξωτικό πολλαπλών καθηκόντων και «πλήρους ωραρίου» στο μεγαλύτερο κατάστημα στον κόσμο, «το Macy’s στην πλατεία Χέραλντ» στη διάρκεια μιας εορταστικής περιόδου που πάντα δημιουργεί την ανάγκη για επιπλέον βοηθητικό προσωπικό.

    Η αφήγηση του συγγραφέα, μια ξεκαρδιστική ξενάγηση σε μια πολυδιάστατη γραφειοκρατία που «πουλάει» τη γιορτινή εμπειρία και τις αναμνηστικές απ’ αυτήν φωτογραφίες έναντι εξωφρενικής αμοιβής, μας ωθεί στο να πιστέψουμε ότι θα ήταν προτιμότερο να είσαι τάρανδος και να σέρνεις το έλκηθρο του Αγιου Βασίλη στη μακρινή Λαπωνία παρά να φοράς «πράσινο βελουτέ κοστούμι» και να είσαι χαμάλης σ’ ένα παράρτημα του μυθικού σπιτιού του σ’ ένα αμερικανικό πολυκατάστημα όπου δέχεται μικρούς και μεγάλους.

    Παρακολουθούμε τον ήρωα, μεταξύ πολλών άλλων τραγελαφικών, να εξοργίζεται με τα άλλα ξωτικά, να πελαγώνει όταν πρόκειται να αναλάβει μια ταμειακή μηχανή και να χάνει τον έλεγχο όταν το μαγαζί γεμίζει από κόσμο. «Ο οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα έφευγε αν ήξερε ότι θα πρέπει να περιμένει πάνω από δύο ώρες για να δει τον Αγιο Βασίλη. Δύο ώρες – θα μπορούσες να δεις μια ταινία σε δυο ώρες. Το να στέκονται σε μια ουρά που θα κρατήσει δυο ώρες κάνει τους ανθρώπους να ανησυχούν ότι δεν ζουν σε ένα δημοκρατικό κράτος». Ο σκοπός όμως είναι ένας: να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι στη «Χώρα των Χριστουγέννων» και να καταναλώσουν όσο βρίσκονται εκεί όσο το δυνατόν περισσότερα προϊόντα. Με άλλα λόγια «ήμασταν μια αποτελεσματική μηχανή μέσα στο χάος» όπου ανά πάσα στιγμή είναι εφικτός ο αναγραμματισμός του «Santa» (Αγιος Βασίλης) με τον «Satan» (Σατανάς).

    Τα εργαζόμενα ξωτικά μετέρχονται πολλούς δόλιους τρόπους για να συντηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον αλλοπαρμένων γονιών που παλιμπαιδίζουν και μικρών παιδιών που, επειδή δεν είναι επαρκώς χαρούμενα, οι γονείς τους τα χαστουκίζουν και απαιτούν απ’ αυτά να σταματήσουν το κλάμα και να χαμογελάσουν στο ξωτικό που περιμένει να τους τραβήξει φωτογραφία σαν μια ευτυχισμένη οικογένεια. «Μερικά από αυτά τα παιδιά αγχώνονται προτού δουν τον Αγιο Βασίλη. Βηματίζουν πάνω κάτω και σφίγγουν τα χέρια τους κοιτάζοντας το πάτωμα. Κάνουν λες και πάνε σε συνέντευξη για δουλειά» σκέφτεται ο αφηγητής προσπαθώντας να καθησυχάσει ένα παιδάκι. «Μην ανησυχείς, ο Αγιος Βασίλης δεν πρόκειται να σε κρίνει. Δεν είναι αυστηρός. Κάποτε ήταν πολύ επικριτικός αλλά ο κόσμος διαμαρτυρόταν και έτσι σταμάτησε. Πίστεψέ με, δεν χρειάζεται να ανησυχείς»…

    Παρουσιάζει ενδιαφέρον η αμηχανία με την οποία αυτός, ο κατά τ’ άλλα μαγικός κόσμος αντιμετωπίζει την πραγματικότητα, όταν δηλαδή παιδιά με αναπηρικά προβλήματα ή νοητική υστέρηση πηγαίνουν να δουν τον Αγιο Βασίλη. Και ο Σεντάρις όταν περιγράφει αυτές τις καταστάσεις το κάνει με ευαισθησία. Με τους υπόλοιπους είναι διασκεδαστικά ανελέητος. «Εγινα μάρτυρας ενός καβγά με μπουνιές ανάμεσα σε δυο μανάδες και παρακολούθησα μια γυναίκα να παθαίνει μια σοβαρή αγοραφοβική κρίση πανικού: έπεσε στο πάτωμα προσπαθώντας να ανασάνει, κουνώντας τα χέρια της σαν έδιωχνε νυχτερίδες. Ενας πατέρας από το Λονγκ Αιλαντ αποκάλεσε τον Αγιο Βασίλη αδελφή επειδή δεν απήγγειλε την «Παραμονή Χριστουγέννων» στο παιδί του».

    Ο Χένρι Τζέιμς έλεγε ότι «η εμπειρία είναι η ίδια η ατμόσφαιρα της διάνοιας» και στο μυαλό του Ντέϊβιντ Σεντάρις όλα είναι παράξενα, σουρεαλιστικά, απελπιστικά αστεία. Ο συγγραφέας διάβασε για πρώτη φορά αυτή τη νουβέλα, που αργότερα έγινε και θεατρικό έργο, σε πρωινό πρόγραμμα του ΝΡR (Εθνικό Δημόσιο Ραδιόφωνο) των Η.Π.Α στις 23 Δεκεμβρίου του 1992. Από τότε έγινε ευρύτερα γνωστός και στη συνέχεια τα βιβλία που εξέδωσε σκαρφάλωσαν πολλές φορές στις λίστες των ευπωλήτων στην Αμερική.

    Τα βιβλία του συγγραφέα στα ελληνικά http://www.vivlionet.gr/

    Νουβέλα

    ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΣΕΝΤΑΡΙΣ

    ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
    Μετάφραση Μυρσίνη Γκανά
    Εκδόσεις Μελάνι, 2011,

    σελ. 82, τιμή 9,50 ευρώ

    Πολιτισμός
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk