Αλέξης Πανσέληνος: Οι αυταπάτες µιας ζωής

Το καινούργιο µυθιστόρηµα του Αλέξη Πανσέληνου αναφέρεται στα δεινά της τρίτης ηλικίας: τη φθορά και την κατάπτωση, τη βαθιά µελαγχολία που φέρνει η εικόνα του άρρωστου και του ανήµπορου σώµατος, αλλά και την ανάγκη να αρπαχτεί κανείς από τα τελευταία ζωτικά του αποθέµατα και να προσπαθήσει να ζυγίσει τον βίο του και να µετρήσει τα στραβά και τις αποτυχίες του. Στις Σκοτεινές επιγραφές πρωταγωνιστούν τρεις άντρες που έχουν από καιρό συνταξιοδοτηθεί. Ο Στάθης και ο Γιάννης έχουν …

Το καινούργιο µυθιστόρηµα του Αλέξη Πανσέληνου αναφέρεται στα δεινά της τρίτης ηλικίας: τη φθορά και την κατάπτωση, τη βαθιά µελαγχολία που φέρνει η εικόνα του άρρωστου και του ανήµπορου σώµατος, αλλά και την ανάγκη να αρπαχτεί κανείς από τα τελευταία ζωτικά του αποθέµατα και να προσπαθήσει να ζυγίσει τον βίο του και να µετρήσει τα στραβά και τις αποτυχίες του.

Στις Σκοτεινές επιγραφές πρωταγωνιστούν τρεις άντρες που έχουν από καιρό συνταξιοδοτηθεί. Ο Στάθης και ο Γιάννης έχουν χάσει από βαριά ασθένεια τις συντρόφους τους, ενώ ο Πίπης ζει µε µια γυναίκα την οποία δεν έχει πάψει να επιθυµεί ερωτικά παρά το γεγονός ότι ποτέ του δεν µπόρεσε να υποµείνει τη χαµηλή της πάστα. Και οι τρεις (διαφηµιστής ο ένας, δικηγόρος ο άλλος, τραπεζικός ο τρίτος) αποτελούν σαφώς αρνητικούς χαρακτήρες: δίβουλοι, άφιλοι (παρά τους δεσµούς οι οποίοι υποτίθεται πως τους συνενώνουν), υπολογιστές, µε χαλασµένα αισθήµατα που θα δηλητηριάσουν τις σχέσεις τους µε τις γυναίκες και θα αποξενώσουν τα παιδιά τους.

Τρεις τέτοιοι χαρακτήρες, επίσης µεγάλης ηλικίας, στήριζαν τη δράση και στις Βραδιές µπαλέτου, το δεύτερο µυθιστόρηµα του Παν σέληνου, που κυκλοφόρησε πριναπό ακριβώς 20 χρόνια και είχε ως βασικό θέµα την αδυναµία των γενεών να βρουν ένα modus vivendi για τη συνεννόηση και τη συνύπαρξή τους. Η διαφορά µε τις Σκοτεινές επιγραφές είναι ότι οι νεότερες γενιές αναλαµβάνουν τώρα έναν µάλλον επικουρικό ρόλο, αφού ο συγγραφέας µετακυλύει συνεχώς προς τα πίσω την τρίτη ηλικία του παροντικού χρόνου του µυθιστορήµατος προκειµένου να παρακολουθήσει τους ήρωές του στα µεσόκοπα και τα νεανικά χρόνια τους, φτάνοντας ως και την παιδική τους ηλικία.

Σε όποιο στάδιο και αν σταθεί η αφήγηση, ο απολογισµός είναι στυφός: λειψή ακεραιότητα στις επιλογές και στις αποφάσεις, έλλειψη της οποιασδήποτε κεντρικής προοπτι κής, πολλές αυταπάτες, µανιώδες, σχεδόν καταστροφικό σεξ, διπλές και τριπλές αλήθειες, εκ των υστέρων παραδοχές για την αξία και το ποιόν του άλλου. Ολα αυτά µε φόντο µια κοινωνία που θα µεταπηδήσει από τον πολιτικό φόβο των προδικτατορικών δεκαετιών στα µουντά χρώµατα της µεταπολίτευσης και του τέλους του 20ού αιώνα, παγιδευµένη στην άµεση ή την έµµεση βία και χωρίς ποτέ κάποιο αναγεννητικό ρίγος να καταφέρει να συγκλονίσει τον οργανισµό της. Το καθοδηγητικό νήµα της πλοκής στις Σκοτεινές επιγραφές είναι ένα ακατανόητο γκραφίτι το οποίο παρατηρεί κάποια στιγµή ο εκ των τριών πρωταγωνιστών πάνω σε έναν τοίχο.

Προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει το µήνυµά του ο Γιάννης θα µπλεχτεί στα πλοκάµια µιας εθνικιστικής οργάνωσης µε διακλαδώσεις που αρχίζουν από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και συνεχίζονται ως το Αγιο Ορος και τα Σκόπια, αποκαλύπτοντας έναν περιβάλλον γεµάτο αποστήµατα: ιερωµένοι, µεγαλογιατροί, εφοπλιστές, αστυνοµικοί, άνεργοι φτωχοδιάβολοι, παλιοί δωσίλογοι και δουλέµποροι θα βράσουν στο ίδιο καζάνι, που δεν θα πετάξει ποτέ την τάπα του για να αποβάλει το επικίνδυνα µολυσµένο περιεχόµενό του.

Οι Σκοτεινές επιγραφές διακινούν έναν τεράστιο αριθµό προσώπων, εξελίσσονται σε πολλαπλά χρονικά στρώµατα και εντάσσουν στη σκηνή τους τους πιο διαφορετικούς χώρους. Ο Πανσέληνος δεν χάνει ποτέ τον έλεγχο αυτής της πολυµερούς σύνθεσης, που έχει κυψελωτή δοµή (τα επεισόδια της δράσης εισχωρούν το ένα στο άλλο και τα πρόσωπα συνδέονται µε κυκλικό τρόπο µεταξύ τους), δουλεύει µε συνεχή φλας µπακ, εναλλάσσει κάθε τόσο την πρωτοπρόσωπη µε την τριτοπρόσωπη αφήγηση και παίζει µε ειδήσεις, διαφηµιστικά σποτ και ηµερολογιακά αποσπάσµατα, σχολιάζοντας κάθε τόσο τη διαδικασία της κατασκευής της.

Ο Αλέξης Πανσέληνος κινητοποιεί άνετα και χωρίς τον παραµικρό περιττό χειρισµό µια πληθώρα µυθιστορηµατικών ειδών: από το πολιτικό και το νουάρ ή το τροµοκρατικό και το συνωµοσιολογικό µυθιστόρηµα µέχρι το µυθιστόρηµα πόλης (µε κυρίαρχη τη γεωγραφία του αθηναϊκού κέντρου) και το µυθιστόρηµα του φανταστικού, όπου η πραγµατικότητα συγχέεται κατ΄ εξακολούθησιν, προβάλλοντας άλλοτε το ρεαλιστικό και άλλοτε το ονειρικό/φαντασιωτικό της επίπεδο. Από τον κόσµο των γκραφιτάδων, των σκέιτµπορντ και των τροµοκρατικών χτυπηµάτων περνάµε απροειδοποίητα στις συνοµιλίες µε τους νεκρούς και στη διάπλευση της Αχερου σίας. Εν κατακλείδι µένουν τα πάντα µετέωρα: η λύση των συνωµοσιών, τα ακριβή αίτια των γεγονότων, όπως και η απώτατη έκβαση όλων των πράξεων που έχουν µεσολαβήσει. Γιατί όχι; Ενα τόσο ρευστό και αταύτιστο (στα όρια της τυφλότητας) σύµπαν οφείλει να αναπαρασταθεί και µε τα ανάλογα µέσα: µε εναλλασσόµενες οπτικές γωνίες, µε αντικριστούς καθρέφτες, µε κρυφούς πολλαπλασιαστές του αφηγηµατικού ρυθµού, όπως και µε µια διακριτική ποιητική ατµόσφαιρα που αναπνέει κατά καιρούς σε αδιόρατες αποστροφές της γλώσσας και δίνει στο µυθιστόρηµα του Πανσέληνου έναν ευπρόσδεκτα απροσδόκητο τόνο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk