ΚΡΙΤΙΚΗ

Το τραγούδι του τζίτζικα

Η παγκοσµιοποίηση έχει χάσει από καιρό την αλλοτινή της ευφορία. Το συνειδητοποιούµε όλο και περισσότερο: οι ανακατατάξεις στη διεθνή σκακιέρα τείνουν να βάλουν στην άκρη την ηγεµονία της Δύσης, ενώ η ανάδειξη του πρωταγωνιστικού ρόλου της Ασίας (Κίνα) και της Λατινικής Αµερικής (Βραζιλία) δεν εγγυάται το παραµικρό για τη µελλοντική ισορροπία τους σε έναν πλανήτη που αγωνιά καθηµερινά για την αυριανή του τύχη. Σε ένα τόσο επισφαλές πλαίσιο το οικουµενικό ποιητικό µήνυµα του Αγγελου …

Η παγκοσµιοποίηση έχει χάσει από καιρό την αλλοτινή της ευφορία. Το συνειδητοποιούµε όλο και περισσότερο: οι ανακατατάξεις στη διεθνή σκακιέρα τείνουν να βάλουν στην άκρη την ηγεµονία της Δύσης, ενώ η ανάδειξη του πρωταγωνιστικού ρόλου της Ασίας (Κίνα) και της Λατινικής Αµερικής (Βραζιλία) δεν εγγυάται το παραµικρό για τη µελλοντική ισορροπία τους σε έναν πλανήτη που αγωνιά καθηµερινά για την αυριανή του τύχη.

Σε ένα τόσο επισφαλές πλαίσιο το οικουµενικό ποιητικό µήνυµα του Αγγελου Σικελιανού για την ανάγκη να επιτευχθεί µια σύνθεση της Ανατολής και της Δύσης µέσω µιας ηθικής και πνευµατικής συµφωνίας που θα έχει ως σύµµαχό της την πολιτική αποκτά µια απροσδόκητη επικαιρότητα 60 χρόνια µετά τον θάνατό του (πέθανε τον Ιούνιο του 1951 σε ηλικία 67 ετών, έχοντας ζήσει επί σειρά ετών µεγάλες οικονοµικές στερήσεις). Ξεφυλλίζω το πολυσέλιδο κριτικό ανθολόγιο για τον Σικελιανό που επιµελήθηκε ο Ερατοσθένης Γ. Καψωµένος για λογαριασµό των Πανεπιστηµιακών Εκδόσεων Κρήτης, ξεκινώντας από το 1909 (όταν κυκλοφορεί ο παρθενικός Αλαφροΐσκιωτος ) και φθάνοντας ως τις ηµέρες µας. Οπου και αν σταθεί κανείς, όποιο κοµµάτι και αν διαβάσει, όποιας σχολής κριτικό ή φιλόλογο και αν παρακολουθήσει, η ασίγαστη αγωνία του ποιητή για την όξυνση των παγκόσµιων αντιθέσεων και τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισµού δεν κρύβεται. Η πίστη του βέβαια στον αγώνα για την απάλειψη των συγκρούσεων και τη συναδέλφωση των λαών (η Δελφική Ιδέα) έχει ένα σαφώς υπερβατικό και ουτοπικό στοιχείο.

Ας σκεφτούµε ωστόσο ότι µια τέτοια πίστη από τη µια πλευρά επισηµαίνει και ελέγχει φαινόµενα που σήµερα ζούµε µε πολύ σφοδρότερο τρόπο και από την άλλη αποτελεί οργανικό απαύγασµα του έργου του Σικελιανού, το οποίο είναι ταυτισµένο µε µια µυστικιστική και ιερή αντίληψη της τέχνης: µια αντίληψη που ζητεί από τον ποιητή να µεταµορφωθεί σε ένα είδος ηλιοφώτιστου ιερουργού ο οποίος θα µυηθεί στα απόκρυφα της φύσης και της γλώσσας, καταβάλλοντας τιτάνια προσπάθεια για να συνενωθεί τόσο µε το γήινο όσο και µε το θεϊκό στοιχείο (η νίκη της χαράς επί του θανάτου).

Επικρίσεις και αρετές

Τι ακριβώς εκπροσωπεί όµως ο Σικελιανός ως ποιητής; Πώς τον αντιµετώπισαν οι συγκαιρινοί του (συνοµήλικοι και κατιόντες) και πώς ζυγίζουν την παρουσία του οι σύγχρονοι; Οπως παρατηρεί ο επιµελητής στην εισαγωγή του, οι όποιες αρνητικές κρίσεις της εποχής του Σικελιανού υποχωρούν όσο περνά ο καιρός, για να δώσουν τη θέση τους στις νεότερες µελέτες (ο ποιητής έχει µελετηθεί πολύ περισσότερο απ’ όσο φανταζόµαστε), που θα εγκαταλείψουν τις προγενέστερες εγκλήσεις για έλλειψη συνοχής, ειρµού και τεχνικής επάρκειας (Γρηγόριος Ξενόπουλος, Οδυσσέας Ελύτης), ιδεολογική σύγχυση (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος) και λειψό καλλιτεχνικό αποτέλεσµα (Κλέων Παράσχος), για να περάσουν σε πιο αποστασιοποιηµένες και ερµηνευτικά εντελέστερες θεωρήσεις. Ο Σικελιανός µπορεί να κατηγορήθηκε από τους παλαιότερους για τους εξαιρετικά υψηλούς τόνους του, όπως και για την αφύσικη (µεγαλειώδη πλην επινοηµένη) γλώσσα του (κάτι που ένας σηµερινός αναγνώστης θα νιώσει από την πρώτη κιόλας επαφή µαζί του), αλλά είναι δύσκολο να µην του αναγνωρίσει κανείς κάποιες µείζονες αρετές. Μένοντας σε όλη τη διάρκεια της ζωής του απολύτως προσηλωµένος στο ποιητικό του όραµα, κατάφερε να αποκτήσει µια ενιαία κοσµολογία και βιοθεωρία (Ευάγγελος Παπανούτσος, Κώστας Γεωργουσόπουλος), χωρίς να αγνοήσει το βάρος της Ιστορίας (Γ. Π. Σαββίδης), προεξέτεινε τη σολωµική λυρική παράδοση (Λίνος Πολίτης), έδωσε στη θρησκευτικότητά του µια έντονα συγκινησιακή ορµή (Μάρκος Αυγέρης), συναίρεσε οργανικά τους αρχαιοελληνικούς µύθους µε τα χριστιανικά σύµβολα (Νίκος Σβορώνος) και συνδύασε το παραδεδοµένο µε το µοντέρνο (Κ. Θ. Δηµαράς) δοκιµάζοντας να ανανεώσει δραστικά (αν και µε αρκετές παλινωδίες) τη στιχουργική του (Αννα Κατσιγιάννη, Αθηνά Βογιατζόγλου, Ευριπίδης Γαραντούδης).

Η συζήτηση, φυσικά, δεν έχει τελειώσει. Τα επόµενα χρόνια είναι σίγουρο ότι θα µιλήσουµε ξανά και ξανά για τον εξάγγελο της δελφικής οικουµενικότητας.

Ρυθµική ακαµψία

Τις πλέον εύστοχες ίσως κριτικές για τη μεγαλοστομία του Σικελιανού, η οποία αλλοιώνει συχνά την ποιητική του εμβέλεια, έχουν γράψει δύο κριτικοί που ανήκουν σε εντελώς διαφορετικές εποχές. Ο ένας είναι ο Αντρέας Καραντώνης. Προερχόμενος από τη γενιά του 1930, θα μιλήσει για έλλειψη ρυθμικής κλίμακας, που δίνει στον σικελιανικό στίχο έναν εντελώς ισοπεδωμένο τόνο (κάτι σαν το τραγούδι του τζίτζικα). Για ρυθμική ακαμψία θα μεμφθεί τον Σικελιανό και ο Κώστας Στεργιόπουλος που, προερχόμενος από την πρώτη μεταπολεμική γενιά, θα ενοχληθεί από το έκδηλα ρητορικό ύφος του.

Ο Καραντώνης θα σημειώσει και μιαν άλλη προβληματική παράμετρο στο έργο του Σικελιανού: την απομάκρυνσή του από τον πόνο και το ατομικό δράμα. Εδώ όμως θα χάσει το δίκιο του, γιατί ο Σικελιανός είναι μύστης και ένας μύστης δεν μπορεί να βλέπει τον κόσμο παρά μόνο ως περιεκτική ενότητα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk