ΝΟΥΒΕΛA

Προφήτης στον τόπο του

Για ποιο πράγµα διακρίνονται οι Αιγύπτιοι ώστε να είναι υπερήφανοι; διερωτάται ο αφηγητής στην πρώτη νουβέλα του βιβλίου Θα ήθελα να ήµουν Αιγύπτιος και εξαπολύει έναν χείµαρρο από εγνωσµένα χαρακτηριστικά του αιγυπτιακού λαού: δειλία, υποκρισία, αδιαντροπιά, δουλικότητα, οκνηρία, µοχθηρία… Ιδιότητες που κρύβονται πίσω από ψεύδη, φωνασκίες, βαρύγδουπα και κούφια τσιτάτα. Φταίει προφανώς η ιστορία της Αιγύπτου, αφού, αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο των φαραώ, «δεν είναι παρά µια ατελείωτη σειρά από ήττες που µας κατάφεραν οι πάντες».

Για ποιο πράγµα διακρίνονται οι Αιγύπτιοι ώστε να είναι υπερήφανοι; διερωτάται ο αφηγητής στην πρώτη νουβέλα του βιβλίου Θα ήθελα να ήµουν Αιγύπτιος και εξαπολύει έναν χείµαρρο από εγνωσµένα χαρακτηριστικά του αιγυπτιακού λαού: δειλία, υποκρισία, αδιαντροπιά, δουλικότητα, οκνηρία, µοχθηρία… Ιδιότητες που κρύβονται πίσω από ψεύδη, φωνασκίες, βαρύγδουπα και κούφια τσιτάτα. Φταίει προφανώς η ιστορία της Αιγύπτου, αφού, αν εξαιρέσει κανείς την περίοδο των φαραώ, «δεν είναι παρά µια ατελείωτη σειρά από ήττες που µας κατάφεραν οι πάντες».

Η ταπείνωση του Αιγύπτιου «κρατάει από τόσο παλιά που τελικά λύγισε και µε τον καιρό απέκτησε νοοτροπία λακέ» συνεχίζει. Εκείνο που ενόχλησε όµως την επιτροπή, όταν το βιβλίο τέθηκε προς έγκριση από τον Αιγυπτιακό Οργανισµό Βιβλίου, ήταν το ότι ο άγνωστος συγγραφέας Αλάα αλ-Ασουάνι χλεύαζε έτσι τον επιφανή αιγύπτιο πολιτικό Μουσταφά Κιαµίλ στον οποίο αποδίδεται η περίφηµη ρήση «αν δεν είχα γεννηθεί Αιγύπτιος, θα ήθελα να ήµουν Αιγύπτιος».

Ο Αλ-Ασουάνι διέγνωσε αυτή τη φορά την αδυναµία διάκρισης της µυθοπλασίας από την πραγµατικότητα στο µυαλό των συµπατριωτών του: δεν ήταν ο ίδιος που χλεύαζε τον Μουσταφά Κιαµίλ αλλά ο ήρωάς του! Το περιστατικό περιλαµβάνεται στον πρόλογο του βιβλίου που απαγορεύτηκε για µία δεκαετία και εκδόθηκε τελικά το 2004 µαζί µε άλλα 16 διηγήµατα.

Στην επίµαχη νουβέλα συναντούµε ακόµη τον πατέρα τού αφηγητή που ήθελε να γίνει ζωγράφος αλλά κατέληξε σκιτσογράφος σε ένα έντυπο το οποίο κανένας δεν διάβαζε, έναν καθηγητή αραβικών που ήθελε κάποτε να γίνει ποιητής, έναν πρώην µαρξιστή που είδε ότι δεν µπορεί να αλλάξει τον κόσµο και στράφηκε στον σκανδαλοθηρικό Τύπο, τον θείο Ανάρ που αντί για κορυφαίος συνθέτης συνόδευε παίζοντας κανονάκι τη χορεύτρια Σουκάρ. Ηταν µια αντροπαρέα ξοφληµένων που κάθε τόσο ένωναν τον πόνο τους. Επειτα γνωρίζουµε τους συναδέλφους τού αφηγητή στη Χηµική Υπηρεσία – ένα σύµπαν από «δεκάδες σκουλήκια και κάθε λογής παράσιτα που τρώνε, πολλαπλασιάζονται και αλληλοσκοτώνονται»: τον προιστάµενο που δεν είχε πάρει ποτέ το διδακτορικό του και ήταν ένας ανεκδιήγητος γυναικάς µε προτίµηση στις καθαρίστριες και στις συµβασιούχους υπαλλήλους, τον µπαρµπέρη που ήταν δουλοπρεπής, περίεργος και κουτσοµπόλης, τη µάνα του, την υπηρέτρια Χόντα, µε την οποία πλάγιαζε, ακόµη και τη γριά γιαγιά του… Ολους όσοι γνώριζαν την αξία του και έµοιαζαν να έχουν φτιάξει ενιαίο µέτωπο εναντίον του για να αντικρούσουν τον κίνδυνο που αναµφίβολα εκπροσωπούσε αν τον άφηναν να νικήσει.

Ακολουθεί ο χορός των διηγηµάτων, όπου παρεισφρέουµε στη δηλητηριασµένη, γεµάτη χολή ατµόσφαιρα του καλύτερου τµήµατος χειρουργικής στο Νοσοκοµείο Κασρ αλ-Αΐνι, βρισκόµαστε ανάµεσα στους φιλήσυχους πορτοκαλοπαραγωγούς της µικρής πόλης Τζενίν στη ∆υτική Οχθη οι οποίοι µια ηµέρα του Ιουνίου του 1967 περίµεναν χαρωπά τον ιορδανικό στρατό να τους διασφαλίσει από τους κινδύνους και την εποµένη δέχθηκαν την επίθεση από το ΙΣραήλ ή παρακολουθούµε τον βίαιο καβγά ενός αγαπηµένου ανδρόγυνου, µε τον άνδρα να χειροδικεί και τη γυναίκα να µη βγάζει άχνα. Εν ολίγοις γνωρίζουµε από κοντά έναν ολόκληρο λαό που έχει µάθει να συνυπάρχει µέσα στην υποκρισία και στην αλληλοκαταπίεση, στην αυθαιρεσία και στην καταστολή κάθε ικµάδας ζωής.

Με την πτώση του Μουµπάρακ η παλαιά αυτή συλλογή διηγηµάτων επανεκδόθηκε, µεταφράστηκε και «πουλάει σαν ζεστό ψωµί», όπως γράφηκε στην ηλεκτρονική γαλλική επιφυλλίδα «Books». Για µία ακόµη φορά ο διάσηµος πια Αλ-Ασουάνι κατηγορήθηκε στην πατρίδα του ότι χρησιµοποίησε το κίνηµα για να αυξήσει τη δηµοσιότητά του. Οι πολίτες του Καΐρου όµως φαίνεται ότι είχαν άλλη γνώµη πια.

Λογοτεχνία και πολιτική

Ο Αλάα αλ-Ασουάνι, οδοντίατρος με σπουδές στο Κάιρο αλλά και στο Σικάγο, όπου πέρασε τα επόμενα δεκαεπτά χρόνια της ζωής του, είναι ζωντανή απόδειξη ότι μπορείς να είσαι Αιγύπτιος χωρίς να κάνεις εκπτώσεις στα ιδανικά σου. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, Το Μέγαρο Γιακουμπιάν (2002), μια ειρωνική απεικόνιση της σύγχρονης αιγυπτιακής κοινωνίας, μεταφράστηκε σε εννέα γλώσσες και είναι το αραβόφωνο βιβλίο με τις μεγαλύτερες πωλήσεις από την έκδοσή του (Εκδόσεις Πόλις). Ακολούθησε η έκδοση του Θα ήθελα να ήμουν Αιγύπτιος (ο αρχικός τίτλος στα αραβικά σήμαινε Υπεύθυνη Δήλωση) το 2004 και τέλος ήρθε το Σικάγο με τις ερωτικές περιπέτειες και άλλα δεινά των αιγύπτιων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι το 2007 (Εκδόσεις Πατάκη). Τον Μάιο του 2007 ο συγγραφέας επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της 4ης uni0394ιεθνούς Εκθεσης Βιβλίου – ήταν η χρονιά που τον μάθαμε καλύτερα.

Εκ των ιδρυτικών μελών του πολιτικού κινήματος Κιφάγια (Φτάνει) και δριμύς επικριτής του αιγύπτιου πρώην προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ, ο ΑλΑσουάνι είναι ένας πολιτικοποιημένος συγγραφέας με συστηματική αρθρογραφία στον αιγυπτιακό Τύπο.

«Δεν νομίζω ότι τα μυθιστορήματα πρέπει να γράφονται για πολιτικούς λόγους, διότι η λογοτεχνία δεν αλλάζει την κατάσταση. Αν θέλεις να αλλάξεις τα πράγματα κατευθείαν, πρέπει να κάνεις πολιτική, και αυτό εγώ το κάνω ως αιγύπτιος πολίτης – δεν έχει καμία σχέση με την ιδιότητά μου ως συγγραφέα. Κατά τη γνώμη μου όμως η λογοτεχνία κάνει κάτι πολύ πιο σημαντικό: αλλάζει εμάς. Μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, πιο ανεκτικούς και λιγότερο επικριτικούς» λέει ο ίδιος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk