Η δημόσια διένεξη των δύο οικονομικών κολοσσών δεν είχε πολλά να ζηλέψει από διαμάχη νηπίων. Η μία εταιρεία έκανε λόγο για «κραυγαλέα περίπτωση εμπορικών μυστικών, ηλεκτρονικής απάτης και αθέμιτου ανταγωνισμού», η άλλη σφύριζε αδιάφορα. Η πρώτη κατηγορούσε τη δεύτερη ότι είχε προσλάβει δέκα πρώην μάνατζέρ της, ένας εκ των οποίων είχε φροντίσει να «κατεβάσει» στο προσωπικό του e-mail περισσότερα από 100.000 έγγραφα που αφορούσαν ένα από τα πιο επιτυχημένα πρόσφατα projects της, η άλλη δήλωνε άγνοια και διαβεβαίωνε ότι το μόνο της ενδιαφέρον ήταν η δραστήρια ενασχόληση με το δικό της εξαγγελθέν έργο – το οποίο, όλως τυχαίως, έφερε σημαντικές ομοιότητες με εκείνο της προηγούμενης. Θα μπορούσε να αποτελεί σενάριο περιπετειώδους ταινίας βιομηχανικής κατασκοπίας με αντικείμενο τεχνολογίες αιχμής και διακύβευμα το μέλλον του ανθρώπινου γένους. Στην πραγματικότητα, είναι το περιεχόμενο μήνυσης που κατατέθηκε τον Απρίλιο του 2009 στα αμερικανικά δικαστήρια και αφορά την καταγγελία της Starwood, ιδιοκτήτριας επιχείρησης των ξενοδοχείων Sheraton, Westin και Le Meridien, κατά της εξίσου φημισμένης Hilton για κλοπή τεχνογνωσίας, εμπορικών μυστικών και ιδεών της δημοφιλούς αλυσίδας ξενοδοχείων «W» προκειμένου να στήσει τα δικά της «Denizen Hotels».
Σε αντίθεση με τη στρατιωτική κατασκοπία της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, η βιομηχανική κατασκοπία είναι σεμνή και ταπεινή. Αρκείται σε μάνατζερ, τεχνικούς και λοιπούς υπεράνω υποψίας παράγοντες με καθημερινή πρόσβαση σε απόρρητο περιεχόμενο. Οι πρακτικές της είναι ποικίλες και εξαιρετικά διαδεδομένες: κυβερνοεπιθέσεις, εσωτερική πληροφόρηση, διασπορά ψευδών πληροφοριών, αντιγραφή τεχνογνωσίας. Ορισμένες φορές οι στόχοι είναι περισσότερο σύνθετοι. Η περίπτωση ξενοδοχειακής κατασκοπίας (πόσα πια μυστικά μπορεί να κρύβει και το πιο ψαγμένο resort;) ωχριά μπροστά στην απόπειρα κλοπής σχεδίων του νέου της ηλεκτρικού αυτοκινήτου, προϋπολογισμού 5,3 δισ. δολαρίων, που ανακοίνωνε η Renault τον Ιανουάριο του 2010, αφήνοντας υπόνοιες για κινέζους κατασκευαστές λυσσασμένους για γρήγορο κέρδος. Eναν χρόνο μετά, οι άκαρπες έρευνες των γαλλικών υπηρεσιών ασφάλειας θα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η εταιρεία είχε πέσει τελικά θύμα σκόπιμης διασποράς υποψιών προς πρόκληση σύγχυσης και αναταραχής στο εσωτερικό της. Στο πλαίσιο της έρευνας ο Ερίκ Ντενεσέ, διευθυντής του Γαλλικού Κέντρου Ερευνας Πληροφοριών, δήλωνε στο περιοδικό «Time» ότι «οι αμερικανικές εταιρείες αναζητούν κυρίως ευαίσθητες πληροφορίες που θα τους επιτρέψουν να αποσταθεροποιήσουν τον αντίπαλο ή ολόκληρο τον τομέα, ώστε να αποκτήσουν στρατηγικό πλεονέκτημα».
Παρ’ ότι περιπτώσεις όπως οι παραπάνω, οι οποίες αφορούν άτομα και επιχειρήσεις (και κατατάσσονται στον τομέα που ονομάζεται «εταιρική κατασκοπία» ή «corporate espionage» αγγλιστί), αποτελούν το 58% του συνόλου, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Χέντι Νασέρι, καθηγητής Σπουδών Δικαίου στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Κεντ, στο βιβλίο του «Economic Espionage and Industrial Spying» (εκδ. Cambridge, 2004), ένα ποσοστό 22% σχετίζεται με υποθέσεις όπου εμπλέκονται κρατικές υπηρεσίες. Οταν τον Σεπτέμβριο του 2010 ο ιός Stuxnet προσέβαλε τα ηλεκτρονικά συστήματα του ιρανικού πυρηνικού εργοστασίου στο Μπουσέχρ, κύκλοι του ιρανικού υπουργείου Βιομηχανίας μίλησαν για «ηλεκτρονικό πόλεμο» και υπέδειξαν ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες ως υπαίτιες. Οι ΗΠΑ, ωστόσο, απέχουν πολύ από το να είναι ασφαλείς οι ίδιες ή να μπορούν να προστατέψουν αποτελεσματικά την εγχώρια βιομηχανία. Η έκταση και η αυξανόμενη ένταση ηλεκτρονικών επιθέσεων κινεζικής προέλευσης προς αμερικανικούς κυβερνητικούς τόπους και βιομηχανίες έκανε τους αρθρογράφους της «San Francisco Chronicle» να χαρακτηρίσουν την κατάσταση σε κείμενό τους τον Ιανουάριο του 2010 ως «νέο Ψυχρό Κυβερνοπόλεμο». Σύμφωνα με τους «Times» του Λονδίνου, ο Τζόναθαν Εβανς, επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας MI5, έστειλε τον Δεκέμβριο του 2007 εμπιστευτική επιστολή σε 300 ανώτατα στελέχη τραπεζών, λογιστικών και νομικών εταιρειών προειδοποιώντας τους για τον κίνδυνο ηλεκτρονικών επιθέσεων από «κρατικούς οργανισμούς» της Κίνας.
Το μείζον ερώτημα είναι, φυσικά, αν η βιομηχανική κατασκοπία αποδίδει. Τα στοιχεία, για ευνόητους λόγους, δεν είναι τόσο σαφή. Σίγουρα πρόκειται για εξαιρετικά διαδεδομένο φαινόμενο (το περιοδικό «Time» επισημαίνει ότι μόνο στη Γαλλία περισσότερες από 3.000 επιχειρήσεις ετησίως ανακαλύπτουν παρόμοια περιστατικά), άρα πολλοί πιστεύουν ότι αξίζει τον κόπο. Ο βαθμός δυσκολίας του εγχειρήματος ωστόσο είναι αυξημένος: όταν το 1993 η Opel μήνυσε τη Volkswagen μετά την πρόσληψη του πρώην επικεφαλής παραγωγής της, Χοσέ Ιγνάθιο Λόπεζ, η δεύτερη καταδικάστηκε σε πρόστιμο 100 εκατ. δολαρίων και υποχρεωτική αγορά από την Opel ανταλλακτικών ύψους 1 δισ. δολαρίων μέσα στην επόμενη επταετία. Αν πάρεις το ρίσκο σου, όμως (και τι είναι ο καπιταλισμός χωρίς ρίσκο;), η επένδυση στην κλοπή μπορεί να αποφέρει πολλαπλάσια. Πηγές της γερμανικής αντικατασκοπίας ανέφεραν ενδεικτικά στον «Guardian» τον Ιούλιο του 2009 ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις τους η Γερμανία χάνει 53 δισ. ευρώ το χρόνο εξαιτίας της οικονομικής κατασκοπίας – το ισοδύναμο 300.000 θέσεων εργασίας. Η οικονομική κατασκοπία βέβαια έχει περισσότερο να κάνει με κινήσεις σε βάρος κρατικών οντοτήτων, ωστόσο η τάξη μεγέθους του ποσού καταδεικνύει τη σημασία του όλου διακυβεύματος. Κάτι που προκύπτει άλλωστε και από την υψηλή δημοτικότητα των αμυντικών μηχανισμών: σε ένα μόνο portal νομικού περιεχομένου (www.expertlaw.com) βρίσκει κανείς 118 διεθνή ερευνητικά γραφεία που δραστηριοποιούνται στον τομέα των υποθέσεων «εταιρικής κατασκοπίας». Ενδεχομένως να πρόκειται και για το επάγγελμα του μέλλοντος.



