ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Ρωµαίος και Ιουλιέτα α λα πορτογαλικά

Ο Σιµάο Μποτέλιο είναι ο νεαρότερος γιος του αρχιδικαστή του Βιζέου. Μόλις δεκαεπτά ετών, είναι ένας αριστοκράτης προικισµένος και ευφυής και ένας παθιασµένος επαναστάτης µε ριζοσπαστικές απόψεις και βίαιο χαρακτήρα. Εµφορούµενος από τα διδάγµατα της πρόσφατης Γαλλικής Επανάστασης, κηρύσσει στην Πορτογαλία του 1800 την ιδέα της βασιλοκτονίας και την αναγέννηση της χώρας µέσα σε ένα λουτρό αίµατος, ώστε η Λερναία Υδρα της τυραννίας να µη σηκώσει ξανά κανένα από τα χίλια κεφάλια της.

Ο Σιµάο Μποτέλιο είναι ο νεαρότερος γιος του αρχιδικαστή του Βιζέου. Μόλις δεκαεπτά ετών, είναι ένας αριστοκράτης προικισµένος και ευφυής και ένας παθιασµένος επαναστάτης µε ριζοσπαστικές απόψεις και βίαιο χαρακτήρα. Εµφορούµενος από τα διδάγµατα της πρόσφατης Γαλλικής Επανάστασης, κηρύσσει στην Πορτογαλία του 1800 την ιδέα της βασιλοκτονίας και την αναγέννηση της χώρας µέσα σε ένα λουτρό αίµατος, ώστε η Λερναία Υδρα της τυραννίας να µη σηκώσει ξανά κανένα από τα χίλια κεφάλια της. ∆ιωγµένος από το πανεπιστήµιο εξαιτίας ταραχών που υποκίνησε, ζει υπό περιορισµό στο πατρικό σπίτι, όπου σύντοµα ο χαρακτήρας του µεταστρέφεται. «Ο Σιµάο Μποτέλιο αγαπούσε. Ιδού η µοναδική λέξη που εξηγεί αυτή την παράλογη µεταβολή». Ο Καµίλο Καστέλο Μπράνκο, από τους σηµαντικότερους συγγραφείς της Πορτογαλίας, γράφει µε τον «Ολέθριο έρωτα» «το πιο δυνατό και πιο βαθύ µυθιστόρηµα ερωτικού πάθους που έχει γραφτεί στην Ιβηρική Χερσόνησο» σύµφωνα µε τα λόγια του Μιγκέλ ντε Ουναµούνο. Η γυναίκα που αγαπά ο Σιµάο, η αρχοντοπούλα γειτόνισσά του Τερέζα, είναι η δεκαπεντάχρονη κόρη του Ταντέου ντε Αλµπουκέρκε, που τρέφει µίσος για την οικογένεια των Μποτέλιο. Οταν µαθαίνει ότι η κόρη του αγαπά τον γιο του δικαστή, προτιµά να τη δει κλεισµένη σε µοναστήρι ή νεκρή παρά γυναίκα του γιου του εχθρού του.

Το µοτίβο είναι γνωστό, η εξέλιξή του προβλέψιµη και ασύνειδα οδηγείται ο αναγνώστης σε συγκρίσεις µε την αρχετυπική ιστορία του Ρωµαίου και της Ιουλιέτας. Ευγενείς και πιστοί υπηρέτες, γενναίοι καβαλάρηδες και χλωµές παρθένες µε θλιµµένα µάτια, ταξικοί διαχωρισµοί και οικογενειακά µίση, δυνατός έρωτας και ανυπέρβλητα εµπόδια, ραβασάκια και κρυφές συναντήσεις, όρκοι αγάπης στη σκιά του θανάτου, εγκλήµατα τιµής που ξεπλένονται µε αίµα, όλα τα γνωστά συστατικά των ερωτικών µυθιστοριών του Μεσαίωνα, της σαιξπηρικής τραγωδίας, αλλά και της ροµαντικής δραµατουργίας, αξιοποιούνται από τον πορτογάλο µυθιστοριογράφο σοφά στο γραφικό και συναρπαστικό σκηνικό ενός δράµατος εποχής που σέβεται τη ροµαντική παράδοση στην οποία εντάσσεται.

Ροϊδική ειρωνεία

Ταυτόχρονα όµως την ανανεώνει σαρκάζοντας τις µυθιστορηµατικές συµβάσεις µε αιχµηρή ειρωνεία ροϊδικής ποιότητας: «Αυτή η διορατικότητα είναι σπάνια για την απειρία της ηλικίας της Τερέζας, αλλά η ηρωίδα ενός µυθιστορήµατος σχεδόν ποτέ δεν είναι συνηθισµένη» γράφει, και σε άλλο σηµείο σχολιάζει για τις οικονοµικές ανησυχίες που βασανίζουν τον πρωταγωνιστή του: «Στα µυθιστορήµατα αναλύονται όλες οι δυσκολίες εκτός από την ατιµωτική δυσκολία της έλλειψης χρηµάτων.

Οι µυθιστοριογράφοι εκτιµούν ότι το θέµα αυτό είναι ταπεινό και χυδαίο. Το στυλ δεν συνάδει µε πράγµατα τόσο καθηµερινά. Ο Μπαλζάκ µιλάει για χρήµατα, αλλά πρόκειται για εκατοµµύρια. ∆εν γνωρίζω, από τα πενήντα βιβλία του που έχω, κανέναν ήρωά του ερωτευµένο να σκέφτεται, σε κάποιο διάλειµµα της τραγωδίας του, πώς να βρει χρήµατα για να πληρώσει τον ράφτη του».

Τον Ροΐδη ανακαλούν και τα σχόλιά του για τις συµβάσεις της κοινωνίας του και τη διαφθορά των εκπροσώπων του κλήρου και της µοναστικής ζωής. Ο αγνός έρωτας των δύο πρωταγωνιστών – και της χωριατοπούλας Μαριάννας που αγαπά τον Σιµάο µε αυτοθυσία – και η τραγική του κατάληξη εξιλεώνει, αφήνει να εννοήσου µε ο συγγραφέας, την καλή κοινωνία της εποχής για τη µισαλλοδοξία, την υποκρισία, την αναλγησία, τον αρτηριοσκληρωτισµό και εν τέλει την ανοησία της. Γύρω από τους αριστοκράτες, οι άνθρωποι των χαµηλών τάξεων παρουσιάζονται ευνοηµένοι από την πένα του Πορτογάλου για την αφοσίωση, την αµεσότητα και τη ζεστασιά της ψυχής τους.

Οπως εξηγεί ο συγγραφέας, αυτό το ερωτικό δράµα αποτελεί πραγµατική οικογενειακή ιστορία: ο Σιµάο ήταν θείος του, αδελφός του πατέρα του. Για να µας πείσει, παραθέτει ηµεροµηνίες, ονόµατα, στοιχεία από τα µητρώα των φυλακών του Πόρτο, αυθεντικές µαρτυρίες όσων σχετίστηκαν µε τους ήρωες της ιστορίας και άλλα ντοκουµέντα στην εισαγωγή και στις σηµειώσεις του. Την ίδια στιγµή όµως υπονοµεύει ο ίδιος την αληθοφάνεια της αφήγησής του. Αναφέρεται στην τέχνη του µυθιστορήµατος και υπογραµµίζει ότι η µυθοπλαστική αφήγηση είναι κατασκευή. «Η αλήθεια είναι καµιά φορά ο ύφαλος ενός µυθιστορήµατος» γράφει στο προτελευταίο κεφάλαιο. «Στην πραγµατική ζωή την αποδεχόµαστε, αλλά στο µυθιστόρηµα µας κοστίζει να δεχτούµε ότι ο συγγραφέας, από τη στιγµή που επινοεί, δεν ψεύδεται εν ονόµατι της τέχνης».

∆ιαβάζουµε µια αληθινή ιστορία αγάπης, αναµνήσεις από το αρχείο µιας οικογένειας, όπως σηµειώνεται στον υπότιτλο του βιβλίου, ή µια φανταστική αφήγηση; Τα όρια ανάµεσα στα δύο είναι δυσδιάκριτα διότι ο συγγραφέας µετακινείται διαρκώς. Κατά διαστήµατα απευθύνεται στον αναγνώστη ζητώντας τη συνενοχή του. Ως αναγνώστες συµµετέχουµε, γιατί ακριβώς αυτή η εµπλοκή µας στο παιχνίδι του συγγραφέα εντείνει την απόλαυση του µυθιστορήµατος.

Τρικυµιώδης ζωή, πλούσιο συγγραφικό έργο

Η πορεία της πορτογαλικής λογοτεχνίας δεν περνά από τον εθνικό ποιητή Καμόενς στον μοντερνιστή Πεσόα και στον σύγχρονο Σαραμάγκου χωρίς να σταματήσει στον Καμίλο Καστέλο Μπράνκο (1825-1890). Χρονικογράφος, ιστοριογράφος, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, υπήρξε πολυτάλαντος και εξαιρετικά παραγωγικός. Νόθος γιος ενός αριστοκράτη και μιας λαϊκής γυναίκας, σπούδασε ιατρική και θεολογία προτού αφιερωθεί αποκλειστικά στη συγγραφή. Στη διάρκεια μιας τρικυμιώδους ζωής με θυελλώδεις έρωτες, περιπλανήσεις και φυλακίσεις, άφησε περισσότερα από 250 έργα προτού αυτοκτονήσει μπροστά στον τρόμο της τύφλωσης στα 65 χρόνια του. Ανέκδοτος μέχρι στιγμής στην Ελλάδα, συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με αυτό το μυθιστόρημα, που θεωρείται το αριστούργημά του, στη λεπτοδουλεμένη μετάφραση της βραβευμένης μεταφράστριας του Πεσόα Μαρίας Παπαδήμα. Το μυθιστόρημα γράφτηκε μέσα σε 15 ημέρες τον Σεπτέμβριο του 1861 στη φυλακή του Πόρτο, όπου ο συγγραφέας κρατoύνταν με την κατηγορία της μοιχείας – στην ίδια ακριβώς φυλακή, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, όπου είχε φυλακιστεί για μήνες ο ήρωας του μυθιστορήματος 54 χρόνια νωρίτερα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Βιβλία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk