Η «Λευκή σκιά» του Χίτσκοκ στη… Νέα Ζηλανδία

Στο περίφημο βιβλίο του «Χίτσκοκ/Τριφό» – ίσως το καλύτερο των όσων γραφτεί για τον Αλφρεντ Χίτσκοκ – ο Φρανσουά Τριφό, αναφέρει: «Σύμφωνα με την άποψη των κινηματογραφικών ιστορικών, η περίπτωση του Χίτσκοκ είναι τόσο πλούσια σε προσφορά που μπορούμε να προβλέψουμε πως μέχρι το τέλος του αιώνα, θα έχουν γραφτεί τόσα πολλά βιβλία για αυτόν τον άνθρωπο, που θα πλησιάζουν τα όσα έχουν γραφτεί για τον Μαρσέλ Προυστ»


Στο περίφημο βιβλίο του «Χίτσκοκ/Τριφό» – ίσως το καλύτερο των όσων γραφτεί για τον Αλφρεντ Χίτσκοκ – ο Φρανσουά Τριφό, αναφέρει: «Σύμφωνα με την άποψη των κινηματογραφικών ιστορικών, η περίπτωση του Χίτσκοκ είναι τόσο πλούσια σε προσφορά που μπορούμε να προβλέψουμε πως μέχρι το τέλος του αιώνα, θα έχουν γραφτεί τόσα πολλά βιβλία για αυτόν τον άνθρωπο, που θα πλησιάζουν τα όσα έχουν γραφτεί για τον Μαρσέλ Προυστ». Με την πρόβλεψή του, ο Τριφό δεν υπήρξε απολύτως ακριβής, κι αυτό επειδή τα μέχρι σήμερα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον Χίτσκοκ, όχι απλώς ξεπερνούν τα όσα έχουν γραφτεί για τον Προυστ, αλλά και εκείνα που αφορούν στον οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα ή σκηνοθέτη.

Γι’ αυτό και δεν θα πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση που ακόμα και σήμερα, 30 περίπου χρόνια μετά από τον θάνατό του, όλο και κάτι καινούργιο για τον «Χιτς» βγαίνει στο φως. Πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι μια σειρά καρέ της ταινίας του Χίτσκοκ «The white shadow» (Η άσπρη σκιά) που παρουσιάστηκε από τα κινηματογραφικά αρχεία της Νέας Ζηλανδίας. Το φιλμ γυρίστηκε από τον Χίτσκοκ το 1923 στο Λονδίνο και οι πρώτες τρεις από τις μπομπίνες του βρίσκονταν φυλαγμένες επί 23 ολόκληρα χρόνια σε ειδικό κουτί στα κινηματογραφικά αρχεία της Νέας Ζηλανδίας.

Ιστορικοί του κινηματογράφου αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη ταινία ενδεχομένως να είναι η αρχαιότερη του Χίτσκοκ_ μια από τις πρώτες δουλειές του για το σινεμά. Ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει το γεγονός ότι πουθενά αλλού στον κόσμο δεν υπάρχει άλλη κόπια της ταινίας.

Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ είναι κυρίως γνωστός για την πρωτοπορία της οπτικής έκφρασής του, η οποία πάντοτε ανανεωνόταν και κατά περίεργο τρόπο πάντοτε έμενε η ίδια. Ξεκίνησε την κινηματογραφική καριέρα του κατά την διάρκεια του βωβού, πράγμα το οποίο εξηγεί με σαφήνεια γιατί ακόμα και στις ομιλούσες ταινίες του στηρίχθηκε κυρίως στην εικόνα ως μέσον «μεταφοράς» συναισθημάτων. Γνώριζε πως να στήνει και να κινηματογραφεί έξυπνες σεκάνς και ανέκαθεν αναζητούσε νέους τρόπους για να πει ιστορίες.

Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι ταινίες του Χίτσκοκ βασίζονταν σε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και διηγήματα, καθώς επίσης το γεγονός ότι δεν έγραφε ποτέ ο ίδιος τα σενάρια. Μπορεί να έδινε προτεραιότητα στην εικόνα, ταυτοχρόνως όμως, γνώριζε την σημασία της ιστορίας, η οποία ούτως ή άλλως θα έπρεπε κατ’αρχήν να ειπωθεί προτού μετατραπεί σε ταινία. Ασχολήθηκε με έργα των Δάφνης Ντε Μοριέ («Τα πουλιά»), Ρόμπερτ Μπολτ («Ψυχώ»), Πιέρ Μπουαλό – Τόμας Νάρσεγιάκ («Ο δεσμώτης του ιλίγγου»), Κορνέλ Γούλριτς («Σιωπηλός μάρτυς») ,Πάτρικ Χάμιλτον («Η θηλειά») και πολλών άλλων.

Ο Χίτσκοκ άλλωστε συνεργαζόταν τόσο στενά με τους σεναριογράφους του, που μπορούσε να φανταστεί την ταινία προτού τα γυρίσματα αρχίσουν. Για αυτή την καρπερή συνεργασία με τους σεναριογράφους του, είπε κάποτε: «Οταν τελικά ετοιμάζομαι να δουλέψω στα πλατό και να γυρίσω την ταινία, νοιώθω ότι ρουτινιάζω». Πράγμα που σήμαινε ότι είχε τόσο «ζωντανή» την εικόνα των σεναρίων και των σκίτσων από τα storyboards στο μυαλό του, που δεν περίμενε τίποτε να στραβώσει. Ουσιαστικά, η δουλειά του είχε τελειώσει πριν καν αρχίσει!
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk