Ο Αύγουστος με τις μεγάλες μνήμες

Ο Αύγουστος με τις μεγάλες μνήμες | tovima.gr

της Μαρίας Δασκαλάκη Κάθε που μπαίνει ο Αύγουστος, πενθώ το καλοκαίρι. Περνά γρήγορα ή μου φαίνεται; Κάθομαι μπροστά στη μπαλκονόπορτα παρακαλώντας το αεράκι που κάθε λίγο φυσά, να δροσίσει την καυτή τούτη μέρα. Απομεσήμερο κι ανακαλώ την αίσθηση του ποδιού πάνω στην υγρή άμμο. Τα ζουμιά που τρέχουν από μια φέτα καρπούζι. Τον ήλιο που χτυπάει τα μάτια ανελέητα κι όταν τα κλείνω βλέπω κόκκινο. Τη μυρωδιά του αντηλιακού. Τον παφλασμό των κυμάτων που χτυπάνε στην αμμουδιά. Τα μικρά μαύρα ψαράκια που κολυμπάνε στα ρηχά και ποτέ δεν καταφέρνω να πιάσω. Τη φασαρία από τις μικρές βάρκες. Τη γεύση της αρμύρας… Τα καλοκαίρια παλιών, εύφορων ημερών. Την παραλία της Μυρτιώτισσας στην Κέρκυρα. Το ένα χιλιόμετρο χωματόδρομο που διανύαμε για να κατεβούμε σ’ αυτήν. 500 δρχ. το σάντουιτς και 300 ο λουκουμάς που πούλαγε ο κυρ-Σπύρος. Είναι ιδέα μου ή όντως ό,τι τρως στην παραλία είναι απίστευτα νόστιμο; Κι έπειτα, τα βράδια, φαγητό στης κυρά-Παγώνας, άλλο ένα χιλιόμετρο δρόμος με τα πόδια, ανάμεσα σε μεθυσμένες παρέες και ζευγάρια τουριστών που απολάμβαναν την …Corfu by night. «Θα μας δώσεις λίγο αλάτι κυρα-Παγώνα»; Την επόμενη μέρα ανάψαμε φωτιά και χώσαμε πατάτες κάτω από τις στάχτες και την άμμο. Οι μπύρες θαμμένες στη θάλασσα, το καλύτερο ψυγείο. Ρούχα και μαγιό, θαμμένα στο ταλαιπωρημένο σακ βουαγιάζ. Η απόλυτη εναρμόνιση των ανθρώπων με τη φύση. Καμιά αίσθηση ντροπής, καμιά αίσθηση ερωτισμού. Απλώς χωρίς ρούχα. Και χωρίς έγνοιες. Μετά, βραδινό μπάνιο υπό το σεληνόφως και βαθύς, κουρασμένος ύπνος μέχρι να μας ξυπνήσει η ανατολή του ήλιου. Μπαίναμε στη θάλασσα κι έπειτα πέφταμε για ύπνο. Ξυπνούσαμε και μπαίναμε στη θάλασσα. Υπήρχαν καλύτερες διακοπές; Έπειτα, παρατηρήσαμε ένα μοναστήρι 200 μέτρα από την ταβέρνα της Παγώνας. Το μοναχό δεν τον πείραζε που ήμαστε με το μαγιό. Μας κάλεσε πρόσχαρα μέσα, μας ξενάγησε, μας έδειξε μια σπηλιά με το αποτύπωμα της μορφής ενός περιστεριού στον τοίχο –το Άγιο Πνεύμα είπε ότι είναι– και μας κέρασε φρούτα. Κι ύστερα, ξανά στην κυρά – Παγώνα, να προσπαθούμε να καταλάβουμε τους γιους της που μάταια εξηγούσαν τι είναι ο «Φαραώ», πού βάζεις το «βαρίδι», πού το αγκίστρι και γιατί τα δολώματα είναι λάθος. Κι όταν ξανανεβαίναμε το ένα χιλιόμετρο για να βγούμε στον κεντρικό κι ενώ περιμέναμε το ΚΤΕΛ για την πόλη, αναλογιζόμουν ότι σ’ αυτή την παραλία αφήνεις πίσω μόνο το μοναχό, την κυρά-Παγώνα με τους γιους της και τις ξεχασμένες μπύρες θαμμένες στη θάλασσα. Α! Και το σεληνόφως… Σαν ξημέρωνε η Δευτέρα, άκουγα στο Δεύτερο Πρόγραμμα το «Summer in the city» κι ετοιμαζόμουν για το 10.00-15.00 στη Δημοτική Πινακοθήκη. Το μεσημέρι μπανάκι μέσα στο Παλαιό φρούριο κι έπειτα γρήγορα για φαγητό στο «Χρυσομάλλη». «Καλώς τα μάτια τση», να λέει ο κυρ-Μπάμπης, ενώ η γυναίκα του, η κυρία Σία, ετοίμαζε το καθιερωμένο σοφρίτο. Και το επόμενο τριήμερο; Παξούς. Παραλία Κλωνί Γουλί. Γεμάτη με βότσαλα όλων των μεγεθών και των σχημάτων. Είχα ερωτευτεί τους Αντίπαξους. Παραλία με σχεδόν άσπρη άμμο, λες και βρίσκεσαι στην Καραϊβική. Το καραβάκι, μας περνά από τις σπηλιές. 1.200 δρχ. το εισιτήριο Κέρκυρα – Παξοί και 2.500 δρχ. από Παξούς – Αντίπαξους! Το σκέφτομαι και γελάω. Το βράδυ, βολτίτσα στο «Καρνάγιο». «Έχεις πιει ποτέ κόκκινη βότκα»; Όχι. Δεν είχα ξαναπιεί. Έχει γεύση κεράσι! Η βραδιά κυλά υπό τους ήχους του Manu Chao και του Bob Marley. Επιστρέφω με το σακ-βουαγιάζ βαρύτερο. Έχω τη συνήθεια όταν βρίσκω βότσαλα, να διαλέγω δύο-τρία κιλά και να τα παίρνω μαζί μου. Τα καταχωνιάζω βαθιά σε συρτάρια για να φυλακίσω το καλοκαίρι μαζί τους και το χειμώνα τα «ξεθάβω» για να τα μυρίσω. Τη Δευτέρα πάλι 10.00 -15.00 στην Πινακοθήκη. Ο καλλιτέχνης είναι παράξενος –συνταξιούχος δικηγόρος, εργένης– και η επί χρόνια επιστήθια φίλη του –και κρυφά ερωτευμένη μαζί του μια ζωή– προσπαθεί να τον ηρεμήσει. Δεν του αρέσουν οι κορνίζες, δεν του αρέσουν οι τοίχοι, του φαίνεται ότι τα έργα του στραπατσαρίστηκαν στο ταξίδι από την Αθήνα. Μόνος σε όλη του τη ζωή. Κι εκείνη έμεινε μόνη περιμένοντάς τον. Ακόμη ελπίζει. Εκείνος της μιλάει άσχημα. Εκείνη χαϊδεύει το μικρό της κανίς-φοξ τεριέ. Το φωνάζει «Bellissima». Υποκατάστατο του παιδιού που θα ήθελε να είχε αποκτήσει μαζί του… Κι από μέσα μου σκέφτομαι: «Εγώ δε θα γίνω ποτέ έτσι» μα αντί το ‘γίνω’ ίσως θέλω να πω ‘καταντήσω’. Απογευματινός καφές στην πλατεία, σεργιάνι στα καντούνια το απόβραδο, φαγητό στον Π.Ο.Υ.Α.Θ. και παγωτό μηχανής μετά. Το βράδυ, φτηνό κρασί στη «Μυροβόλο» και πιο αργά, για ποτό στο Rondo χορεύοντας ως τα ξημερώματα τραγούδια που ξοδεύαμε μαζί τους ολόκληρη τη ζωή μας και θα μας σημάδευαν για πάντα. Χωρίς έγνοιες. Χωρίς λύπες. Χωρίς ντροπή. Γεμάτοι πληρότητα παίρναμε το δρόμο της επιστροφής. Η ζωή μας ανήκε. Ήμαστε κυρίαρχοι του κόσμου. Ήμαστε νέοι. Η ευτυχία μας κύκλωνε και πώ να της αντισταθούμε όταν νομίζαμε πως τίποτα δε μας λυγίζει, τίποτα δε μας σπάει; Θα μέναμε έτσι για πάντα… Είκοσι χρόνων. Τα μπουγαρίνια μύριζαν περνώντας από το Βενετσιάνικο Πηγάδι. Ο Αύγουστος μύριζε κάθε φορά που όδευε προς το τέλος του, όταν χτυπούσε και η τελευταία καμπάνα του Δεκαπενταύγουστου, της τελευταίας μεγάλης γιορτής του. Σαν να ξυπνάω από όνειρο. Αναστενάζω και χαμογελώ. Δέκα χρόνια μετά, επιστρέφω. Αλήθεια, εκείνα τα βότσαλα από τους Παξούς πού τα έχω βάλει; Άραγε, να τα έχω ακόμα; *ο τίτλος είναι δανεισμένος από το τραγούδι του Γιώργου Ανδρέου «Άγιος ο Έρωτας»

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk