• Αναζήτηση
  • «Τα παιδικά βιώµατα  είναι βαλίτσα που κουβαλάµε µαζί µας»

    Γεννήθήκα το 1970 στην κρήτη, στο χωριό Βόνη Πεδιάδος. ενα µικρό χωριό µε 500 κατοίκους όπου γενικά δεν συµβαίνει τίποτε. Μόνο κάθε χρόνο, στις 17 Ιουλίου, συµβαίνει κάτι σαν θαύµα. Ο κόσµος πληµµυρίζει το χωριό και γίνεται πανζουρλισµός. είναι η ηµέρα που προσκυνούν το Μοναστήρι της αγίας Μαρίνας. Το θυµάµαι µε αγάπη. Μετά ο κόσµος έφευγε και επιστρέφαµε στη ζωή χωρίς γεγονότα, περιµένοντας το επόµενο προσκύνηµα… Το όνοµά µου είναι Σοφία Πλουµάκη. Στα παιδικά µου χρόνια …

    Γεννήθήκα το 1970 στην κρήτη, στο χωριό Βόνη Πεδιάδος. ενα µικρό χωριό µε 500 κατοίκους όπου γενικά δεν συµβαίνει τίποτε. Μόνο κάθε χρόνο, στις 17 Ιουλίου, συµβαίνει κάτι σαν θαύµα. Ο κόσµος πληµµυρίζει το χωριό και γίνεται πανζουρλισµός. είναι η ηµέρα που προσκυνούν το Μοναστήρι της αγίας Μαρίνας. Το θυµάµαι µε αγάπη. Μετά ο κόσµος έφευγε και επιστρέφαµε στη ζωή χωρίς γεγονότα, περιµένοντας το επόµενο προσκύνηµα… Το όνοµά µου είναι Σοφία Πλουµάκη. Στα παιδικά µου χρόνια µε φώναζαν «η κόρη του δασκάλου». Οι γονείς µου ήταν και οι δύο δάσκαλοι, απαιτητικοί και αυστηροί, ειδικά ο πατέρας µου. Ως «κόρη του δασκάλου» σε µια µικρή και κλειστή κοινωνία αποτελούσα κάτι σαν δηµόσια φυσιογνωµία και έπρεπε να είµαι άψογη στα πάντα. ακόµα και σήµερα η φιλοσοφία µου είναι να προσπαθώ πολύ σκληρά, να είµαι τέλεια… Tα παιδικά βιώµατα είναι σαν βαλίτσα που κουβαλάµε για πάντα µαζί µας. ∆εν απαλλασσόµαστε ποτέ. ∆εν πιστεύω στην απαλλαγή. Πιστεύω στην ωρίµανση και στην αυτογνωσία.

    Στη φαντασία µου υπήρχε πάντα το ταξίδι. Ενα παράξενο µείγµα περιέργειας και περιπέτειας. Μικρή «ταξίδευα» διαβάζοντας «Μπλέικ» και «Πίτερ Παν». Μετά ήρθαν τα αναγνώσµατα του Λουντέµη. Την ποίησή του την ανακάλυψα στο Ηράκλειο. Ενδεκα χρόνων φύγαµε από το χωριό και εγκατασταθήκαµε εκεί. Αισθάνθηκα ελεύθερη, έπαψα να είµαι η «κόρη του δασκάλου», χάθηκα στην ανωνυµία, που µου δηµιουργούσε όµως άγχος. Στο σχολείου του χωριού ήµασταν σαράντα µαθητές, στο Ηράκλειο 300. Ενιωθα επιπλέον το παιδί που ήρθε από το χωριό, πάλι διαφορετική. Θυµάµαι πως προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό µου ότι όλο αυτό είναι παροδικό. Το ιδανικό µέρος για µένα υπήρχε πάντα κάπου αλλού. ∆εν ήξερα τι µέρος ήταν, απλά ότι υπήρχε κάπου αλλού…

    ***

    Στα 19 µου βρέθηκα στην Αθήνα. Είχα δώσει πανελλήνιες στο Ηράκλειο και δεν πέρασα. Η αποστήθιση και η παπαγαλία δεν µε ενδιέφεραν. Οι γονείς µου ντρέπονταν για την αποτυχία µου. Υπήρχε µια αίσθηση ότι όποιος δεν περνούσε στο πανεπιστήµιο ήταν χαµένος από χέρι. Τότε είπα στους γονείς µου ότι θέλω να πάω σε ιδιωτικό Πανεπιστήµιο. ∆έχθηκαν αλλά µε τον όρο ότι θα ήταν στην Ελλάδα. Φοβούνταν να µε στείλουν στο εξωτερικό. Γράφτηκα στο Αµερικανικό Κολλέγιο Αθηνών, στην Αγία Παρασκευή, για να σπουδάσω Ψυχολογία µε υποτροφία. Παράλληλα δούλευα. Η Αθήνα µε τρόµαξε στην αρχή. Το ξεπέρασα όµως γρήγορα. Η δική µου δηµιουργική εµπειρία µε έκανε να µου αρέσει και να νιώθω άνετα. Στο Κολλέγιο µου άνοιξε η όρεξη να κάνω ακαδηµαϊκή σταδιοδροµία. Εχει να κάνει, νοµίζω, µε το αµερικανικό σύστηµα που καλλιεργεί τον ανταγωνισµό και σου δίνει κίνητρα να τα καταφέρεις. Επέλεξα την Ψυχολογία γιατί ήθελα να ερµηνεύσω και να καταλάβω τη δική µου εµπειρία πρώτα. Ηθελα να ασχοληθώ µε την ψυχοθεραπεία επειδή είχε να κάνει άµεσα µε ανθρώπους. Ο µόνος τρόπος για να το κάνω ήταν να φύγω. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν επιλογές. Βρίσκω τραγικό το γεγονός ότι το ελληνικό δηµόσιο Πανεπιστήµιο αποκλείει όλους εµάς που βγαίνουµε από ιδιωτικά πανεπιστήµια.

    ***

    Εψαξα για πανεπιστήµια του εξωτερικού και βρήκα ένα µεταπτυχιακό για οµαδική ψυχοθεραπεία στο Λονδίνο, στο Πανεπιστήµιο Goldsmiths – University of London. Υστερα από επτά χρόνια άφησα την Αθήνα. Το πρώτο βράδυ στο Λονδίνο ήταν τροµακτικό. Στη φοιτητική εστία µε έβα λαν σε ένα δωµάτιο όπου υπήρχε ένα κρεβάτι χωρίς σκεπάσµατα και µαξιλάρι. Το δωµάτιο ήταν πάνω στις γραµµές του τρένου και κάθε δέκα λεπτά τρανταζόταν ολόκληρο. Ενιωσα σαν να άρχισα τη ζωή µου από το µηδέν. Στο Λονδίνο ήταν όλα διαφορετικά και καινούργια. ∆ίπλα µου έµενε µια κοπέλα από τη Μογγολία, απέναντι µια Γιαπωνέζα και µια Κινέζα. Η πολυπολιτισµική εµπειρία για µένα ξεκίνησε εκείνη τη νύχτα. Το µεγαλύτερο στοίχηµα, πάντως, ήταν η αγγλική γλώσσα. Ηξερα αγγλικά αλλά έπρεπε τώρα να κατέχω τη συναισθηµατική γλώσσα, εκείνη της ψυχοθεραπείας. Για πρώτη φορά έπρεπε να υπάρχω, να σκεφθώ και να µεταδίδω τα αισθήµατά µου σε µια γλώσσα που δεν ήταν η µητρική µου. Στην αρχή η επαφή µε τους ασθενείς µε τρόµαξε. Τα αγγλικά που µιλούσαν, γεµάτα ιδιωµατισµούς, δεν τα καταλάβαινα. Προσπαθούσα να τους καταλάβω από τη γλώσσα του σώµατος. Μου πήρε πέντε χρόνια ώσπου να εξοικειωθώ µε αυτό το επίπεδο της γλώσσας. Σήµερα µπορώ να αφηγούµαι συναισθηµατικές εµπειρίες µόνο στα αγγλικά. Οταν γυρίζω στο Ηράκλειο, για µερικές ώρες, έχω την εντύπωση ότι δεν µπορώ να µιλήσω ούτε στα ελληνικά ούτε στα αγγλικά. Υπάρχει ένα κενό όπου οι γλώσσες µπερδεύονται µεταξύ τους…

    ***

    Ηρθα στην Ελλάδα εφέτος τον Μάιο. ∆ιαπίστωσα ότι ένα έντονο αίσθηµα µηδενισµού έχει καταλάβει τους ανθρώπους. ∆εν πρόκειται για χαώδη κατάσταση – το χάος, όταν καταφέρνεις να διατηρείς µια αίσθηση ορίων, είναι κάτι δηµιουργικό. Με ψυχολογικούς όρους θα έλεγα πως διαπίστωσα ένα αίσθηµα συλλογικής κλινικής κατάθλιψης, το κύριο γνώρισµα της οποίας είναι ότι βλέπεις τα πράγµατα είτε µαύρα είτε άσπρα. Σε µια κατάσταση κοινωνικής κλινικής κατάθλιψης δεν υπάρχει η έννοια της συλλογικής ευθύνης. Απλά προσπαθείς να καταστήσεις τους άλλους υπευθύνους για κάτι που έχει συµβεί σε σένα. Αυτή τη στάση µου θύµιζαν τα συνθήµατα «δεν το έκανα εγώ» και «δεν τα έφαγα εγώ» που διάβασα στο Σύνταγµα. Επειδή µιλήσαµε για παιδικά βιώµατα, µια τέτοια αντίδραση τη συναντάς συνήθως σε ανθρώπους που έχουν µια τραυµατική σχέση ή εµπειρία µε τους γονείς τους. Η υπερπροστασία των γονέων ή η απουσία τους, φυσική ή συναισθηµατική, δηµιουργεί τα ίδια συµπτώµατα: την ανικανότητα των παιδιών να αντιµετωπίσουν την πραγµατικότητα, να λύσουν δηµιουργικά τα προβλήµατά τους και να επικοινωνούν µε τους άλλους. Τι µου έµαθε το ταξίδι µου; ∆εν έχει τελειώσει ακόµη νοµίζω. Εχω πάντα έτοιµη µια βαλίτσα για κάπου αλλού…

    Η Αγγλία γίνεται στενόμυαλη και καταπιεστική

    Ζω στο Λονδίνο 14 χρόνια. Τη θεωρώ δική μου πόλη. Δεν θέλω όμως να γεράσω εδώ. Οταν τα πράγματα μου γίνονται οικεία, αρχίζουν να με καταπιέζουν. Νιώθω συχνά ότι θέλω να πάω κάπου αλλού. Σε μια αγγλόφωνη χώρα όπου θα κατέχω αυτή την ιδιαίτερη γλώσσα των συναισθημάτων.

    Το σκέφτομαι έντονα τον τελευταίο χρόνο επειδή παρατηρώ μια αφόρητη αλλαγή στον τρόπο που οι Αγγλοι αντιμετωπίζουν τους μη Αγγλους. Η Αγγλία αρχίζει να γίνεται σταδιακά αλλά σταθερά στενόμυαλη και καταπιεστική. Την ξενοφοβία τη συναντώ ακόμη και στη δουλειά μου, στον τρόπο που μου φέρονται συνάδελφοι και πελάτες, επειδή δεν είμαι καθαρόαιμη Αγγλίδα. Νομίζω ότι οι Αγγλοι δεν ξεπέρασαν ποτέ το γεγονός ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν υπάρχει πια.

    Από την άλλη, σήμερα ζουν τη συρρίκνωση του συστήματος της κοινωνικής πρόνοιας και υπάρχει έντονος φόβος ότι οι ξένοι θα στερήσουν πόρους από τους ντόπιους. Πώς μπορώ να περιγράψω τον ρατσιστή ή τον ξενόφοβο με ψυχιατρικούς όρους; Εχει να κάνει κυρίως με τον φόβο και τον φθόνο του Αλλου για την αγάπη του γονέα. Ο ρατσιστής και ο ξενόφοβος απολαμβάνει τη ζωή και την αγάπη αποκλειστικά μέσω του αποκλεισμού των άλλων. Ο ρατσιστής συχνά καταφεύγει σε συμπεριφορές που θυμίζουν ένα παιδί που απαιτεί οι γονείς να αγαπούν μόνο αυτόν και κανέναν άλλον. Πάσχει από βαθιά ανασφάλεια και φοβάται διαρκώς ότι οι άλλοι, οι «ξένοι», θα του κλέψουν αυτό που φαντασιώνεται ότι ανήκει μόνο σε εκείνον. Η αίσθηση ότι πρέπει να μοιράζεται του είναι ανυπόφορη. Προσωπικά αυτή την αντίδραση τη συναντώ ειδικά από άτομα που έχουν υποστεί πολύ σοβαρά ψυχολογικά τραύματα και στερήσεις.

    Στη στήλη «Grεεκs» οι Ελληνες που ζουν, προσωρινά ή μόνιμα, σε διάφορες χώρες του κόσμου αφηγούνται τις αληθινές ιστορίες τους και μιλούν για την Ελλάδα του χθες και του σήμερα.


    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk