Άρθρο για το νομοσχέδιο στην Παιδεία

Άρθρο για το νομοσχέδιο στην Παιδεία | tovima.gr
Πόσο εφικτές είναι οι μεταρρυθμίσεις του Νέου Νόμου Πλαισίου των ΑΕΙ και κατά πόσο μπορούν να εκσυγχρονίσουν την Ανώτατη Εκπαίδευση στην Ελλάδα; Τις τελευταίες μέρες ο πανεπιστημιακός κόσμος βρίσκεται σε αναβρασμό, καθώς το Υπουργείο Παιδείας παρουσίασε, επιτέλους, τον πολυσυζητημένο Νέο Νόμο Πλαίσιο. Η αναστάτωση που προκάλεσε είναι μεγάλη, καθώς απειλείται, όχι μόνο η αυτοτέλεια των Πανεπιστημίων, αλλά και η διαφάνεια τους.
Διαβάζοντας τον Νέο Νόμο, πιστεύουμε ότι ορισμένα σημεία του χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή και άμεσες διορθώσεις. Πιο συγκεκριμένα: Θεωρούμε, ότι είναι θετικό για το Πανεπιστήμιο το βήμα της απεμπλοκής από το Υπουργείο Παιδείας, γιατί έτσι θα κερδίσει την πλήρη αυτοδιοίκηση, θα αποφασίζει μόνο του και θα επιλύονται γρηγορότερα τα προβλήματα του. Συνεπώς, οι Σχολές και τα Τμήματα θα μπορούν να επιλέγουν μόνα τους τα προγράμματα σπουδών αφού αυτά, εύλογα, γνωρίζουν πιο εμπεριστατωμένα τις ανάγκες και τις δυσκολίες τους. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ο Πρύτανης να διορίζεται από διεθνή διαγωνισμό, καθώς αυτό αντιτίθεται στο αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, ενώ, παράλληλα είναι και αντισυνταγματικό.
Είμαστε της άποψης ότι, η αφαίρεση του δικαιώματος – δυνατότητας στους αναπληρωτές καθηγητές να κατεβαίνουν για Πρυτάνεις, όπως ίσχυε με τον νόμο Γιαννάκου έως σήμερα, είναι αντιδημοκρατική. Αν ο Πρύτανης είναι από το εξωτερικό πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει τις ανάγκες του Ιδρύματος που θα καλείται να διοικήσει; Πρέπει, λοιπόν, να είναι αιρετός από τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, με τα οποία θα συσχετίζεται άμεσα. Αντισυνταγματική θεωρούμε επίσης, πως είναι και η ύπαρξη του Συμβουλίου Διοίκησης. Φυσικά, η δημιουργία ενός τέτοιου Συμβουλίου Διοίκησης, αυξάνει τον κίνδυνο των κομματικών επιρροών μεταξύ των μελών, μειώνοντας την αξιοπιστία του.
Αυτό που χρειάζεται το Πανεπιστήμιο είναι ένα Πειθαρχικό Συμβούλιο που θα επιβλέπει τις διαδικασίες διοίκησης, θα παρακολουθεί και θα ελέγχει τη νομιμότητα των εκάστοτε πρυτανικών αποφάσεων, καθώς και των ενεργειών όλης της πανεπιστημιακής κοινότητας και όχι ένα συμβούλιο που θα μπορούν, πολύ εύκολα, να εισχωρήσουν σε θέσεις πρόσωπα που θα προωθούν τα δικά τους συμφέροντα, όπως γίνεται και σήμερα, κάνοντας κακό στο Πανεπιστήμιο. Παράλληλα, αν συμμετέχουν στο Συμβούλιο Διοίκησης 7 άτομα από το Πανεπιστήμιο και 7 άτομα εξωπανεπιστημιακά, δεν θα υπάρχει καμία εγγύηση, ότι αυτά τα εξωτερικά μέλη δεν θα μπορούν να επιλέγουν άτομα της αρεσκείας τους από το εξωτερικό.
Πόσο αντικειμενική θα είναι λοιπόν, η λειτουργία του Συμβουλίου Διοίκησης; Μάλλον καθόλου… Το εκλογικό σώμα αυτομάτως θα περιορίζεται και θα υπάρχει ο κίνδυνος το Συμβούλιο να πάρει συντεχνιακό και κομματικό χαρακτήρα, πλήττοντας την αξιοπιστία του. Όλα τα παραπάνω μας κάνουν να κρατάμε αρνητική στάση προς την ρύθμιση αυτή που προωθεί η Υπουργός Παιδείας. Επιπλέον, η ύπαρξη μιας ολιγομελούς Συγκλήτου δεν είναι επιθυμητή, γιατί ο κινδυνεύει να πάψει να λειτουργεί δημοκρατικά. Πρέπει να είναι πολυμελής, για να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα της και να καταπολεμηθούν συγχρόνως και τα φαινόμενα συναλλαγής.
Θεωρούμε, ακόμα, ότι η Σύγκλητος καλό είναι να παραμείνει ως το ανώτατο όργανο διοίκησης των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, που θα ενισχύει και θα προστατεύει την πλήρη αυτοδιοίκηση τους. Αναρωτιόμαστε ακόμα, με πιο σκεπτικό θα προχωρήσει το Υπουργείο Παιδείας στην ξαφνική κατάργηση της βαθμίδας του λέκτορα. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν πάρα πολλοί λέκτορες που για χρόνια προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και παράγουν αξιόλογο ερευνητικό έργο. Τι θα απογίνουν; Μήπως αυτό δείχνει την πρόθεση της Κυβέρνησης να κομματικοποιήσει τα πάντα μέσα στα ΑΕΙ;
Από την άλλη η μετατροπή του ΕΛΚΕ σε ΝΠΙΔ, κάνει πρώτα από όλα πιο ευέλικτη την λειτουργία της επιτροπής ερευνών και ξεκαθαρίζει το καθεστώς εργασίας των εργαζόμενων, σύμφωνα με το οποίο θα διασφαλίζουν τις θέσεις εργασίας τους και θα μπορούν πλέον να εργάζονται απερίσπαστοι από οποιαδήποτε πίεση ή σχέση συναλλαγής. Αυτό είναι κάτι θετικό και συμφωνούμε με την Υπουργό.
Ωστόσο, η κ. Διαμαντοπούλου, συνεχίζει να φάσκει και να αντιφάσκει σχετικά με τα θέματα των φοιτητών. Από τη μία αποκλείει τους φοιτητές από τις εκλογικές διαδικασίες, ώστε να πάψουν να καθοδηγούνται από τα εκάστοτε πολιτικά κόμματα, αφαιρώντας τους τα δικαιώματά τους και από την άλλη τους τοποθετεί στα συμβούλια διοίκησης. Τι επιδιώκει τελικά; Πότε θα πάρει μια σοβαρή και καταληκτική απόφαση;
Εδώ αξίζει να θυμηθούμε πως, με το Νόμο Γιαννάκου το 2007, οι φοιτητικές παρατάξεις είχαν περιοριστεί. Η καθολική ψηφοφορία που προέβλεπε το τότε Νομοσχέδιο για όλους τους φοιτητές, ουσιαστικά μείωνε την επιρροή των συνδικαλιστών. Επιπλέον δεν συμμετείχαν στις οικονομικές επιτροπές και δεν είχαν δικαίωμα ψήφου στην εξέλιξη κάποιου καθηγητή. Παρατηρήσαμε, ότι το Υπουργείο Παιδείας προσπαθεί έντονα να αντιγράψει τα ξένα εκπαιδευτικά συστήματα. Αυτή η ξενολατρία όμως, οδηγεί σε υπονόμευση της δημόσιας ελληνικής εκπαίδευσης και δεν συμβαδίζει με τα Ελληνικά δεδομένα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της τόσης ξενομανίας τους, αποτελεί η διάταξη που προωθείται σχετικά με την υποχρεωτική συμμετοχή καθηγητών του εξωτερικού στα εκλεκτορικά όργανα. Αυτό δεν συμβαδίζει καθόλου με την ιδιαιτερότητα του τοπικού χαρακτήρα των Ελληνικών ΑΕΙ και είναι αμφίβολο πως θα βοηθήσει στην καταπολέμηση της οικογενειοκρατίας μέσα σε αυτά. Ας μην ξεχνάμε, πως κάθε κοινωνία γνωρίζει καλύτερα τα προβλήματα της, άρα δεν μπορούν να λυθούν τα ζητήματα της ελληνικής Ανώτατης Εκπαίδευσης, απλά και μόνο ακολουθώντας τα εκπαιδευτικά πρότυπα ξένων χωρών. Τα αποτελέσματα έτσι θα είναι λανθασμένα.
Αποφασίστηκε ακόμα, να τεθεί μια ανεξάρτητη αρχή υπεύθυνη για την χρηματοδότηση των ΑΕΙ. Μειώνοντας όμως ήδη κατά πολύ, την κρατική επιχορήγηση, οδηγεί τα δημόσια Πανεπιστήμια ή στο κλείσιμό ή στην επιβολή διδάκτρων. Άρα η δημόσια εκπαίδευση απειλείται κατάφορα. Με λίγα λόγια, ενθαρρύνονται τα ΑΕΙ, να μετατραπούν σε ιδιωτικά, ψάχνοντας πόρους από άλλες πηγές, παίζοντας το παιχνίδι της Εκπαιδευτικής πολιτικής της Κυβέρνησης, που επικροτεί τελικά την μελλοντική ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ.
Τέλος, όσον αναφορά το άσυλο, στηρίζουμε τον Νόμο Γιαννάκου, στον οποίο το άσυλο είχε ήδη καταργηθεί, επιτρέποντας την επέμβαση της αστυνομίας σε περίπτωση εγκληματικής πράξης. Είναι φανερό λοιπόν, ότι το Πανεπιστήμιο που είναι ένας χώρος ελεύθερης έκφρασης και οραμάτων για τους νέους ανθρώπους πλήττεται σοβαρά αυτή τη στιγμή, από τις λανθασμένες ή σκόπιμες αλλαγές που προτείνει το Υπουργείο Παιδείας και κατ’ επέκταση η Κυβέρνηση. Οφείλουμε, επομένως, όλοι να το προστατεύσουμε από τις εξωτερικές παρεμβάσεις και από ενδεχόμενες ιδιωτικοποιήσεις που δεν ξέρουμε σε τι αποσκοπούν. Αυτό που πρέπει σίγουρα να διασφαλιστεί από το εδώ και στο εξής, μέσω των μεταρρυθμίσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών είναι η αυτοδιοίκηση των Ανώτατων Ιδρυμάτων. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αφήσουμε την κ. Υπουργό να τα μετατρέψει σε «επιχειρήσεις».

Χρήστος Κων. Χολέβας, Χειρούργος Οδοντίατρος, Υποψήφιος διδάκτορας Ιατρικής Σχολής ΑΠΘ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk