Το ελληνικό ροδάκινο στην πρώτη θέση των εξαγωγών

Κομπόστα Σκύδρας σε όλον τον κόσμο

Η ιστορία της βιοµηχανίας Κρόνος είναι προϊόν ενός ανήσυχου Λαρισαίου, του κ. Ελ. Σαΐτη, ο οποίος στην προσπάθειά του να σταδιοδροµήσει επιχειρηµατικά συνάντησε άλλους τρεις φιλόδοξους και επίσης ανήσυχους ανθρώπους και µε αρκετές περιπέτειες από τη Λάρισα, όπου εργαζόταν ως λογιστής – διατηρώντας παράλληλα και γραφείο εισαγωγών – εξαγωγών–, βρέθηκε στο Μαυροβούνι Σκύδρας του Νοµού Πέλλας ως επίδοξος βιοµήχανος. Μιλώντας προς «Το Βήµα» ο κ. Σαΐτης αναφέρει ότι το πρώτο εργοστάσιο, µε υποτυπώδη µηχανολογικό εξοπλισµό – σε µια πιλοτή και σε ένα µικρό εργοστάσιο παράχθηκαν οι πρώτες ποσότητες κοµπόστας –, δηµιουργήθηκε το 1970 από τέσσερις συνεταίρους, τους κκ.

Η ιστορία της βιοµηχανίας Κρόνος είναι προϊόν ενός ανήσυχου Λαρισαίου, του κ. Ελ. Σαΐτη, ο οποίος στην προσπάθειά του να σταδιοδροµήσει επιχειρηµατικά συνάντησε άλλους τρεις φιλόδοξους και επίσης ανήσυχους ανθρώπους και µε αρκετές περιπέτειες από τη Λάρισα, όπου εργαζόταν ως λογιστής – διατηρώντας παράλληλα και γραφείο εισαγωγών – εξαγωγών–, βρέθηκε στο Μαυροβούνι Σκύδρας του Νοµού Πέλλας ως επίδοξος βιοµήχανος.

Μιλώντας προς «Το Βήµα» ο κ. Σαΐτης αναφέρει ότι το πρώτο εργοστάσιο, µε υποτυπώδη µηχανολογικό εξοπλισµό – σε µια πιλοτή και σε ένα µικρό εργοστάσιο παράχθηκαν οι πρώτες ποσότητες κοµπόστας –, δηµιουργήθηκε το 1970 από τέσσερις συνεταίρους, τους κκ. Σαΐτη, Ι. Χλωρό, Ελ. Ντριγκόγια και Λ. Συµεωνίδη. Σήµερα έχουν αποµείνει δύο: ο κ. Σαΐτης είναι πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος και ο κ. Χλωρός είναι αντιπρόεδρος και διευθυντής του εργοστασίου. Και από την πρώτη στιγµή της λειτουργίας του, από το καλοκαίρι του 1971, είχε εξαγωγικό προσανατολισµό. Η πρώτη αγορά ήταν η γερµανική – και παραµένει και σήµερα η σηµαντικότερη αγορά της Κρόνος – και µάλιστα ήταν τόσο µικρή η παραγωγική δυναµικότητα της νέας επιχείρησης που δεν κατόρθωσε να εκτελέσει το σύνολο της παραγγελίας. Βέβαια η πρώτη δεκαετία ήταν πολύ δύσκολη. Στη διεθνή αγορά απόλυτοι ηγεµόνες ήταν οι καλιφορνέζοι κονσερβοποιοί και για τις ελληνικές κοµπόστες δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι έλληνες επιχειρηµατίες εισέπραξαν απαξιωτική αντιµετώπιση.

Συµπύρηνο ροδάκινο

Τότε λοιπόν ο κ. Σαΐτης αποφάσισε να κάνει ό,τι έκαναν και οι καλιφορνέζικες επιχειρήσεις – «αντιγράψαµε τα αµερικανικά προϊόντα» λέει. Ως τότε κοµπόστα γινόταν η ποικιλία του ροδάκινου που είναι γνωστή ως «γιαρµάς», ενώ οι Αµερικανοί επεξεργάζονταν το λεγόµενο «συµπύρηνο ροδάκινο» που είναι κατάλληλο για κοµπόστα. Η αλλαγή του προϊόντος προϋπέθετε και αλλαγή της καλλιεργούµενης ποικιλίας. Τότε άρχισε να αλλάζει η παραγόµενη ποικιλία, δεδοµένου ότι το κίνητρο των αγορών ήταν η υψηλότερη τιµή του προϊόντος. Και σε µία δεκαετία, ως το 1984, άλλαξε η παραγόµενη ποικιλία στην περιοχή. Παράλληλα µε αλλεπάλληλες επενδύσεις το εργοστάσιο του Κρόνου αναβαθµίστηκε τεχνολογικά. Και από τότε άρχισε να κερδίζει τη µία µετά την άλλη αγορά – εκτός από τη Γερµανία, τα προϊόντα της βορειοελλαδίτικης επιχείρησης πωλούνταν στην Αγγλία, στον Καναδά, στις ΗΠΑ αλλά και σε αγορές της Νότιας Αµερικής, της Αφρικής και της Ασίας.

Το 1988 όµως είναι σηµαντικό για την ιστορία της εταιρείας, γιατί τότε στάλθηκαν τα πρώτα δύο κοντέινερ στην πιο απαιτητική αγορά, στην Ιαπωνία. Και σύντοµα οι εξαγωγές της στην πιο δύσκολη αγορά, αλλά µε υψηλές τιµές, έφτασαν στα 700-800 κοντέινερ τον χρόνο – «ήταν η καλύτερη αγορά µας» σηµειώνει χαρακτηριστικά. Η δεκαετία του 1990 ήταν η χρυσή δεκαετία της ελληνικής κονσερβοποιίας. Τα περίπου 30 εργοστάσια του κλάδου είχαν κατορθώσει να ελέγχουν το 70% των παγκόσµιων εξαγωγών. Η ποιότητα του ελληνικού ροδάκινου, η γευστικότητα και η ανταγωνιστικότητά του το ανέδειξαν στην κορυφή. Η Καλιφόρνια άρχιζε σιγά σιγά να υποχωρεί, παρά το γεγονός ότι η παραγωγική της δύναµη ήταν και παραµένει µεγάλη – ανέρχεται στα 17.000.000 χαρτοκιβώτια των 24 κυτίων του ενός κιλού – και σαφώς µεγαλύτερη της ελληνικής, που ανέρχεται στα 12.000.000 χαρτοκιβώτια ετησίως.

Η εµφάνιση της Κίνας

Τα πράγµατα αλλάζουν µετά το 2000. Τότε στη διεθνή αγορά εµφανίζεται η Κίνα έχοντας το συγκριτικό πλεονέκτηµα του χαµηλού κόστους παραγωγής, ενώ από το 2002 η είσοδος της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ µειώνει την ανταγωνιστικότητά της στις λεγόµενες «δολαριακές αγορές». Η Χιλή και η Αργεντινή ισχυροποιούνται στη Νότια Αµερική και µαζί µε τη Βραζιλία, τις Ηνωµένες Πολιτείες και το Μεξικό αυξάνουν τους δασµούς εισαγωγής, ενώ η Νότια Αφρική αναπτύσσεται στην αφρικανική ήπειρο και στην Απω Ανατολή. Η ελληνική παρουσία αρχίζει να υποχωρεί. Συνεχίζει να διατηρεί την πρώτη θέση, αλλά στις παγκόσµιες εξαγωγές του κλάδου υποχωρεί σηµαντικά. Εν τω µεταξύ τα άλλοτε 30 εργοστάσια γίνονται µόλις 14, από τα οποία 11 ιδιωτικά και τα τρία συνεταιριστικά. Η Κρόνος συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στη διεθνή αγορά, παρά το γεγονός ότι η τελευταία τριετία ήταν κακή. Οι πωλήσεις της από 45 εκατ. ευρώ το 2007 έπεσαν στα 35 εκατ. ευρώ το 2008, το 2009 παρέµειναν στα ίδια επίπεδα και το 2010 µειώθηκαν στα 30 εκατ. ευρώ. Εφέτος όµως υπάρχουν χαµόγελα αισιοδοξίας, αφού, όπως λέει ο κ. Σαΐτης, «είναι καλή χρονιά και οι πωλήσεις µας θα διαµορφωθούν περίπου στα 42 εκατ. ευρώ».

Πώς ξεπέρασαν την κρίση του «σκληρού» ευρώ

Σ τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η βορειοελλαδίτικη κονσερβοποιία Κρόνος κατόρθωσε να µπει «θριαµβευτικά» στην ιαπωνική αγορά και λίγο αργότερα οι ως τότε πανίσχυρες καλιφορνέζικες κονσερβοποιίες – απόλυτοι ηγεµόνες επί δεκαετίες στην παγκόσµια αγορά – έχασαν πλέον την πρωτοκαθεδρία και άρχισε η δύση τους. Από τότε η Κρόνος των κκ. Ελ. Σαΐτη και Ι. Χλωρού, από το Μαυροβούνι του Νόµου Πέλλας, κατέχει δεσπόζουσα θέση στην παγκόσµια αγορά.

Πρόκειται για µία από τις λίγες ελληνικές βιοµηχανίες που εξάγει το σύνολο της παραγωγής της σε δεκάδες χώρες όλων των ηπείρων και οι πωλήσεις της πραγµατοποιούνται στη διεθνή αγορά. Τούτο βεβαίως είναι θετικό διότι η οικονοµική κρίση που σαρώνει την ελληνική αγορά δεν επηρεάζει τη βιοµηχανία των δύο συνεταίρων, αλλά από την άλλη πλευρά η εταιρεία είναι εκτεθειµένη στις διακυµάνσεις της διεθνούς αγοράς. Οπως συνέβη µετά το 2002, µε την εισαγωγή του «σκληρού ευρώ». Ως τότε οι ελληνικές κονσερβοποιίες, µε προεξάρχουσα την Κρόνος, είχαν κατορθώσει να ελέγχουν το 70% της διεθνούς αγοράς κοµπόστας ροδακίνου. Από το 2003 όµως άρχισε η δυναµική τους να περιορίζεται κυρίως στις περιοχές του δολαρίου. Και ένας από τους λόγους ήταν το «σκληρό ευρώ».

Ωστόσο όµως φαίνεται ότι τα δύσκολα αρχίζουν να περνούν. Και η ελληνική παρουσία στην παγκόσµια αγορά, όπου παραµένει κυρίαρχη δύναµη κατέχοντας το 40%, αρχίζει να ανακάµπτει, όπως σηµειώνει µιλώντας προς «Το Βήµα» ο κ. Σαΐτης, πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της εταιρείας. Τα µηνύµατα εφέτος είναι εξαιρετικά. Η διοίκηση της Κρόνος εκτιµά ότι οι πωλήσεις της θα αυξηθούν περί το 40%. Τα θετικά µηνύµατα αφορούν όλον τον κλάδο – αποτελείται από 14 βιοµηχανίες ιδιωτικές και συνεταιριστικές – και γι’ αυτόν τον λόγο, έπειτα από τρία δύσκολα χρόνια, οι παραγωγοί ροδακίνων εφέτος πρόκειται να εισπράξουν τιµές υψηλότερες κατά 25% έναντι του 2010. Βεβαίως λόγω των χαµηλών τιµών παραγωγού στη διάρκεια των προηγουµένων χρόνων πολλοί αγρότες τον εφετινό χειµώνα ξερίζωσαν αρκετά δέντρα και αν η τάση αυτή έπαιρνε ευρύτερες διαστάσεις απειλούνταν η λειτουργία των εργοστασίων κονσερβοποιίας. Ευτυχής συγκυρία, όµως, και τα δεδοµένα της διεθνούς αγοράς άλλαξαν.

Ο βασικός ανταγωνιστής της ελληνικής κοµπόστας που έχει γίνει πλέον η Κίνα διαµορφώνει υψηλότερες τιµές, δεδοµένου ότι έχει αυξηθεί η ζήτηση της εσωτερικής της αγοράς. Κατά συνέπεια, έχουν αυξηθεί οι τιµές των ελληνικών προϊόντων και ως εκ τούτου δόθηκε η δυνατότητα να αυξηθούν σηµαντικά και οι τιµές παραγωγού.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Οικονομία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk