ΘΕΑΤΡΟ

Ο μαγικός ιστός

Οι καθρέφτες τον χλευάζουν όταν τους κοιτάει και οι σκύλοι τού γαβγίζουν όταν τους προσπερνάει. Παραμορφωμένος και απωθητικός, δηλώνει «αποφασισμένος να αποδειχθεί κακός». Συγκεκριμένα σχεδιάζει να σπείρει θανάσιμη διχόνοια ανάμεσα στον βασιλιά Εδουάρδο Δ΄ και στον Δούκα του Κλάρενς, τα δύο ανυποψίαστα αδέλφια του. Στόχος του, η αναρρίχηση στον θρόνο της Αγγλίας. Ο Ριχάρδος δεν κρύβεται. Και αν είναι κίβδηλος και διεφθαρμένος, σίγουρα δεν μασάει τα λόγια του. Πρώτος αυτός θα πει τα χειρότερα για τον εαυτό του: από τον εναρκτήριο μονόλογο κιόλας ανοίγει τα χαρτιά του, μας ανακοινώνει τις ζοφερές προθέσεις του.

Οι καθρέφτες τον χλευάζουν όταν τους κοιτάει και οι σκύλοι τού γαβγίζουν όταν τους προσπερνάει. Παραμορφωμένος και απωθητικός, δηλώνει «αποφασισμένος να αποδειχθεί κακός». Συγκεκριμένα σχεδιάζει να σπείρει θανάσιμη διχόνοια ανάμεσα στον βασιλιά Εδουάρδο Δ΄ και στον Δούκα του Κλάρενς, τα δύο ανυποψίαστα αδέλφια του. Στόχος του, η αναρρίχηση στον θρόνο της Αγγλίας.

Ο Ριχάρδος δεν κρύβεται. Και αν είναι κίβδηλος και διεφθαρμένος, σίγουρα δεν μασάει τα λόγια του. Πρώτος αυτός θα πει τα χειρότερα για τον εαυτό του: από τον εναρκτήριο μονόλογο κιόλας ανοίγει τα χαρτιά του, μας ανακοινώνει τις ζοφερές προθέσεις του. Στην επόμενη σκηνή τον παρακολουθούμε επί το έργον: να πολιορκεί τη Λαίδη Ανν την ώρα που αυτή θρηνεί τον νεκρό σύζυγό της. Τα δακρυσμένα μάτια της γεμίζουν μίσος όταν την πλησιάζει ο Ριχάρδος. Το στόμα της γνωρίζει μόνο κατάρες για τον φονιά του αγαπημένου της, τον τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γη που επιθυμεί να έχει δίπλα της ετούτη τη στιγμή. Και όμως, ο ημιανάπηρος εραστής τα καταφέρνει: σαν σίδερο τη σφυροκοπάει στη φωτιά της επιμονής του ώσπου να λυγίσει τις αντιστάσεις της. Μένουμε άναυδοι με το κατόρθωμά του και αυτός το ίδιο: «Κατακτήθηκε ποτέ γυναίκα σε αυτή τη διάθεση;» αναρωτιέται φωναχτά.

Η σκηνή αυτή έχει κομβική σημασία επειδή λειτουργεί ως καθρέφτης: όχι για τον Ριχάρδο αυτή τη φορά αλλά για μας. Νιώθουμε υποσυνείδητα σαν τη Λαίδη Ανν να εγκαταλείπουμε τον ηθικό μας προμαχώνα και να ενδίδουμε στα σκοτεινά του θέλγητρα. Πώς αλλιώς εξηγείται η έλξη που νιώθουμε για αυτόν τον ήρωα που δεν σταματάει να επιδεικνύει τη διαβολική φύση του, να κυματίζει σαν σημαία τη διαφθορά του, να συνωμοτεί, να δολοπλοκεί, να δολοφονεί αθώους, αδέλφια, συγγενείς, ακόμη και μικρά παιδιά, τα ανίψια του, προκειμένου να γίνει- και στη συνέχεια να παραμείνει- βασιλιάς;

Τα ισχυρά χαρτιά του Ριχάρδου δεν είναι «η ρητορική του υπεροχή ούτε η αντιληπτική του ικανότητα ούτε η αναλυτική του διαίσθηση» γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ. «Ο Ριχάρδος Γ΄ απέχει πολύ από τη σύνθετη ιδιοφυΐα του Ιάγου. Πού συνίσταται λοιπόν η παράξενη γοητεία του, αυτή που μόνη διασώζει το διαχρονικά δημοφιλές μελόδραμα του Σαίξπηρ;» αναρωτιέται ο μέγας μελετητής του Βάρδου. Η σαδομαζοχιστική σεξουαλικότητα που εκπέμπει ο ήρωας είναι ένας από τους λόγους, αλλά όχι ο πιο σημαντικός: «Ο ανεξάντλητος ενθουσιασμός μοιάζει να είναι το μυστικό του, μια ενέργεια που προκαλεί απόλαυση αλλά και τρόμο… Ολοι εμείς, το κοινό του, έχουμε ανάγκη από περιοδική ανάπαυση και επαναφόρτιση· ο Ριχάρδος ξεχύνεται ασταμάτητα, από θύμα σε θύμα, αναζητώντας ολοένα και περισσότερη δύναμη να προκαλεί το κακό». Ολα όσα γράφει ο Μπλουμ για τον ήρωα του Σαίξπηρ βρίσκουν ιδανική ενσάρκωση στην περίπτωση του Κέβιν Σπέισι. Οταν τον πρωτοσυναντάμε βρίσκεται καθισμένος, ή καλύτερα μισοχυμένος, πάνω σε μια πολυθρόνα. Το μπλαζέ ύφος του γίνεται αμέσως εμφανές καθώς αποδίδει με υποδόρια ειρωνεία τον διάσημο μονόλογο για «τον χειμώνα της δυσαρέσκειάς μας». Γρήγορα μας καθιστά συνενόχους στο εγκληματικό παιχνίδι του. «Σε σας θα πω όλη την αλήθεια» μοιάζει να υπονοεί κολακεύοντάς μας. Αν και δεν του λείπει η αυτοπεποίθηση, δείχνει να μας χρειάζεται. Μας κοιτάζει στα μάτια, απευθύνει σε μας τους μονολόγους του, κάνει αστεία για να γελάσουμε: πράγματι, δεν έχει πρόβλημα, όποτε μπορεί, να γίνει ο διασκεδαστής μας. «Ο Ριχάρδος Γ΄ είναι ο μεγάλος παρωδός» γράφει ο Μπλουμ: παρωδεί τις σκηνικές συμβάσεις αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Σπέισι προσδίδει μια πολύ μοντέρνα διάσταση στον ήρωα: πλάθει τον Ριχάρδο-ηθοποιό, που καταφεύγει στην τέχνη της υποκριτικής προκειμένου να σαγηνεύσει όχι μόνο τους αντιπάλους του αλλά και, εντελώς στοχευμένα και απερίφραστα, τους θεατές. Κινείται έτσι ταυτόχρονα «εντός» και «εκτός» του ρόλου επικοινωνώντας μαζί μας σε δύο διαφορετικά επίπεδα, της ταύτισης και της μη ταύτισης. Χαρακτηριστική εδώ η σκηνή όπου ο Μπάκιγχαμ καταφθάνει με τον Δήμαρχο για να του ζητήσουν να δεχθεί το βασιλικό χρίσμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης ο Σπέισι δεν εμφανίζεται στη σκηνή: τον παρακολουθούμε από μια οθόνη να είναι δήθεν απορροφημένος στις προσευχές του μαζί με δύο καλόγερους. Το γκρο πλαν στο πρόσωπό του αποκαλύπτει όλο το μεγαλείο της ψεύτικης ταπεινότητας που ενδύεται για να πείσει ότι το μυαλό του δεν κατοικεί στα εγκόσμια. Τα δάκρυα, η αθωότητα των εκφράσεων, όλα ακροβατούν μεταξύ της απόλυτης φάρσας και του ιδεώδους μελοδράματος. Και όταν τελικά με τα πολλά αποδέχεται την τιμή, το «Αμήν» που βγαίνει από τα χείλη του κρύβει επιμελώς το «τώρα θα δείτε». Αυτό όμως το βλέπουμε μόνο εμείς: ο δύσμοιρος ο Δήμαρχος δεν καταλαβαίνει τίποτε. «Και να μοιάζω άγιος ακριβώς όταν παίζω εντατικά τον διάβολο» είχε πει στην πρώτη πράξη: κάθε καλός δικτάτορας- που ξέρει να ποζάρει για την κάμεραθα συμφωνούσε μαζί του.

Η γκάμα αυτού του «ηθοποιού» είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη: ακόμη και όταν έχουμε καταλάβει τη μέθοδό του, δεν μας αφήνει ποτέ να βαρεθούμε, βρίσκεται διαρκώς ένα βήμα μπροστά, αλλάζει και εξελίσσεται σαν χαμαιλέων. Ξεκινάει σε τόνους πιο ανάλαφρους, κωμικούς, αλλά, όταν καθήσει πλέον στον θρόνο, σοβαρεύει, αφήνει το βαρύ χέρι της εξουσίας να ακουμπήσει επάνω μας, να νιώσουμε ότι, όσο κι αν υποκρίνεται, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει γνώμη και να μας τσακίσει. Χάνοντας την υπομονή του με την Ελισάβετ, που αρνείται δικαιολογημένα να του δώσει το χέρι της κόρης της, ο Σπέισι ξεσπαθώνει: «Χωρίς αυτήν θα ακολουθήσει, για μένα, για σένα/ την ίδια, τη χώρα και κάθε χριστιανική ψυχή/ θάνατος, απόγνωση, καταστροφή και μαρασμός/ Δεν μπορεί να αποφευχθεί παρά μόνο έτσι/ Δεν θα αποφευχθεί παρά μόνο έτσι».

Αδιαμφισβήτητος κυρίαρχος του παιχνιδιού ο Σπέισι και η παράσταση του Μέντες ένα καλό πρόσχημα για να ξεδιπλώσει ο πρώτος το ταλέντο του. Στρωτή, γοργή, χωρίς ιδιαίτερη έμπνευση, καθιστά πάραυτα το δύσκολο και ενίοτε κουραστικό αυτό κείμενο του Σαίξπηρ κατανοητό και προσιτό. Φωτίζει τις δόλιες μεθόδους της εξουσίας, τότε, τώρα, πάντοτε. Μια ποικιλία ευρημάτων στολίζει το κατά τα άλλα στεγνό σύνολο: οι τίτλοι που εμφανίζονται στην οθόνη για κάθε σκηνή (π.χ., «Κλάρενς», «Το συμβούλιο», «Η μάχη»), η προαναφερθείσα «κινηματογραφική» εμφάνιση του ευσεβούς Ριχάρδου, τα σύννεφα που τρέχουν στην οθόνη, ο έξυπνος φωτισμός των δύο τραπεζιών-στρατοπέδων, το ανάποδο κρέμασμα του ήρωα στο τέλος.

Οσο για τους υπόλοιπους ηθοποιούς, κανένας δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα, αν και θα μπορούσαμε να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές, οι γυναίκες στέκονται καλύτερα από τους άνδρες- στην πλειονότητά τους ανύπαρκτοι ή αδιάφοροι (με εξαίρεση τον Ρίτσμοντ). Σε τελική ανάλυση, δεν μας πολυνοιάζει. «Ο Ριχάρδος είναι το έργο· κανένας άλλος ρόλος δεν έχει μεγάλη σημασία» γράφει ο Μπλουμ και ο Σπέισι τον δικαιώνει περίτρανα. Με τη μαύρη στρατιωτική στολή του, τον νάρθηκα στο πόδι, το χέρι μαραμένο, κυρτός από την καμπούρα και με ένα μπαστούνι για στήριγμα θυμίζει, ειδικά από απόσταση, φονική αράχνη που σαρώνει τη σκηνή υφαίνοντας μοιραίο ιστό γύρω από τα θύματά της. Δεν χορταίνεις να τον βλέπεις, αυτόν τον τερατώδη, μεγαλοφυή, υπέροχο ηθοποιό να ενσαρκώνει έναν από τους πιο διαβολικούς και απολαυστικούς «κακούς» του θεάτρου σε μια κορυφαία ερμηνεία, η οποία θα καθορίσει δίχως άλλο το μέλλον κάθε επίδοξου Ριχάρδου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk