Η ματαιοπονία των μειοψηφιών

Η ματαιοπονία των μειοψηφιών | tovima.gr

Το επιχείρημα των Γερμανών στην Κατοχή, όποτε, για αντίποινα, έκαιγαν ένα δυο χωριά ή εκτελούσαν μερικές εκατοντάδες γυναικόπαιδα, ήταν: «δεν φταίμε εμείς, αλλά οι αντάρτες που μας προκαλούν». Κανείς φαντάζομαι, σήμερα, δεν θα τους δικαίωνε. Το σύνολο του δημοσιογραφικού και πολιτικού κόσμου, ωστόσο, ακούει το απολύτως ανάλογο επιχείρημα των ιδιοκτητών ταξί –«δεν φταίμε εμείς για τους αποκλεισμούς αεροδρομίων και λιμανιών ή τη φρικώδη ταλαιπωρία των ταξιδιωτών, αλλά η κυβέρνηση που μας ωθεί σ’ αυτά»– κι επιμένει να τους καλοπιάνει. Αντί να καταγγείλει τον φασιστικό χαρακτήρα τέτοιων κινήσεων, συζητάει κανόνες που θα προστατεύουν το άνοιγμα του επαγγέλματος. Είναι σαν να διαπραγματεύεται κανείς με τα κατοχικά στρατεύματα, εάν θα ήταν πιο σωστό να εκτελούνται 20, 50 ή 100 πολίτες, για κάθε σκοτωμένο στρατιώτη τους.

Δεν ξέρω ποιοι κανόνες προστατεύουν το άνοιγμα οιουδήποτε επαγγέλματος. Πιθανότατα η κυβέρνηση σφάλλει στους χειρισμούς της. Δεν είναι, αλίμονο, ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά. Αλλά η διεκδίκηση ενός θιγόμενου συμφέροντος δεν μπορεί να γίνεται με παραβατικές συμπεριφορές. Εάν ένα ταξί με μεταφέρει στον προορισμό μου κι εκεί ο οδηγός με μαχαιρώσει επειδή αρνήθηκα να πληρώσω την κούρσα, το ζήτημα, πλέον, δεν θα είναι για ποιο λόγο αρνήθηκα. (Δεν ήμουν στα καλά μου εκείνη την ώρα, ήμουν μεθυσμένος ή δικαίως αρνήθηκα, επειδή ο οδηγός έκανε τεράστιο κύκλο στη διαδρομή, επειδή το ταξίμετρο ήταν τσιμπημένο, κ.ο.κ.) Το ζήτημα θα είναι ότι με μαχαίρωσε και, τον αδίκησα δεν τον αδίκησα, πρέπει να πάει φυλακή.

Στον βαθμό που, όπως ισχυρίζονται οι συνδικαλιστές του κλάδου, τα πιο αχρεία επεισόδια –επιθέσεις σε τουριστικά πούλμαν, λάδια σε δρόμους, κ.ά.– είναι «μεμονωμένα», προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι κάποιες, τουλάχιστον, «μεμονωμένες» περιπτώσεις ιδιοκτητών ταξί είναι τελείως ακατάλληλοι για το επάγγελμά τους. Εάν δεν μπορούν να σεβαστούν τις γραμμές των κινητοποιήσεων του κλάδου τους, πώς θα σέβονται τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις της δουλειάς τους; Γιατί δεν θα ακούν στη διαπασών τα βαριά λαϊκά τους ή δεν θα υποχρεώνουν τον πελάτη να μοιράζεται τη ραδιοφωνική, ποδοσφαιρική τους ενημέρωση και γιατί, αν τους εκνευρίσει ο πελάτης, δεν θα τον σπάζουν στο ξύλο ή δεν θα τον μαχαιρώνουν; Με άλλα λόγια γιατί, «μεμονωμένα» ή όχι, άτομα τόσο ευεπίφορα σε κάθε λογής απείθεια να διατηρούν άδειες παροχής δημόσιων υπηρεσιών; Ας πάνε να γίνουν άνθρωποι της νύχτας ή βασανιστές σε δικτατορικά καθεστώτα.

Είμαστε ένας λαός που υπέστη έξι χρόνια δικτατορίας συνταγματαρχών μέχρι να τολμήσει, μετά από σποραδικές πράξεις αντίστασης διανοουμένων και ποικίλες εξαγορές των αγροτών, μια πιο μαζική εξέγερση. Το Πολυτεχνείο του 1973 ήταν, και παραμένει, ηρωική όσο και αιφνίδια αντιστασιακή κίνηση. Η ανιδιοτέλεια και η αυτοθυσία όσων είχαν το κουράγιο να κλειστούν εκεί, τότε, ξέπλυνε τη ντροπή μιας εξάχρονης υποταγής. Φαίνεται, όμως, ότι η πλειονότητα του λαού δεν είναι τόσο ικανή να χειριστεί «τη χιλιάκριβη λευτεριά», για την οποία θυσιάζονται κάποιες μειοψηφίες. Σχεδόν η κάθε επαγγελματική ομάδα (όπως οι οδηγοί φορτηγών, πριν τους ταξιτζήδες, ή οι φαρμακοποιοί, ενδιαμέσως, και οι πανεπιστημιακοί, οσονούπω) επιθυμεί βαθύτατα να ασκεί δικτατορική εξουσία στην επικράτειά της. Αρχίζει, έτσι, να αναρωτιέται κανείς μήπως οι περίφημοι «αγώνες για ελευθερία και δημοκρατία» δεν αποτελούν, εδώ, παρά μια ματαιοπονία των μειοψηφιών.

Πέτρος Μαρτινίδης

(αναπλ. καθηγητής Α.Π.Θ.)

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk