Η πόλη που μ’ ακολουθεί

Η πόλη που μ’ ακολουθεί | tovima.gr

Κάθε φορά που ξαναγύριζα, την έβρισκα όλο και πιο ξένη. Έφταιγε η απουσία μου ή όντως άλλαζε; Εγώ απομακρυνόμουν απ’ αυτήν ή αυτή από μένα; Η πόλη που ως τότε είχα ζήσει την κάθε της γωνιά, δεν ήταν πια η πόλη «μου». Ήταν απλώς ένας τόπος στον οποίο επέστρεφα. Μα δεν ήταν η ζωή μου εκεί. Μόνο μερικές ημέρες γιορτινές.

Ακόμα και τα καλοκαίρια την απαρνιόμουν. Άλλα νησιά ταξίδευα. Άλλους τόπους ήθελα να πατήσω. Άλλες ιστορίες να μάθω. Άλλους δρόμους να ζήσω. Άλλες θάλασσες να κολυμπήσω. Σε καινούριους τόπους να αφήσω ένα κομμάτι του εαυτού μου και να πάρω κάτι απ’ αυτούς που θα με σημάδευε για πάντα. Κάθε φορά που ξαναγύριζα, την έβρισκα όλο και πιο μικρή. Όσο πιο μακριά πηγαίνει κανείς, όσο πιο πολλούς ξένους τόπους βλέπει, τόσο πιο μικρός φαίνεται στα μάτια του ο τόπος του μετά.

Δεν είναι πια όλος του ο κόσμος… Είναι μονάχα μια κουκίδα στην οποία έσπειρε τη σκόνη του το σύμπαν. Κάθε φορά που ξαναγύριζα, έψαχνα κάποιον να μου εξηγήσει για ποιους λόγους γεννήθηκα εδώ. Γιατί εδώ, γιατί συγκεκριμένα σε τούτη τη γωνιά του χάρτη. Γιατί δε γεννήθηκα από ιθαγενείς του Αμαζονίου σε κάποια καλύβα μέσα στη ζούγκλα. Γιατί δε γεννήθηκα σε κάποιο φτωχό χωριό της Ινδίας ή σε κάποια παγωμένη χώρα του Βορρά. Γιατί εδώ; Τι το ξεχωριστό θα προσφέρω εγώ εδώ, σε τούτη την πόλη; Τι το ξεχωριστό θα προσφέρει αυτή σε μένα;

Κάθε φορά που ξαναγύριζα, την έβρισκα πιο όμορφη απ’ ότι τη θυμόμουν και για λίγο ήθελα να τη ζήσω ξανά. Όπως τους παλιούς εραστές, που ανταμώνουν μετά από καιρό. Λαχταρούν να σμίξουν ξανά, μα αφού ξεθυμάνει ο πόθος της ένωσης, καταλαβαίνουν τους λόγους που τους έκαναν να ζούνε χωριστά. Τίποτα πια δεν τους κρατά. Και κάπως έτσι, την άφηνα πάντα, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά προς τα πίσω. «Εις ανάμνηση των παλιών, καλών καιρών…», ψιθύριζα.

Κάθε φορά που ξαναγύριζα, όλοι μου λέγανε πόσο η πόλη αυτή είχε αλλάξει. Καινούριοι δρόμοι, καινούριες πλατείες, καινούρια μαγαζιά. Αλλάξανε τα στέκια: «Τώρα όλοι πάνε παραλία». Άλλαξε η ροή των δρόμων. Άλλαξαν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί. Άλλαξαν τα μαγαζιά που έπαιζαν καλή μουσική. Άλλαξε η μόδα σε όλα. Στα τραγούδια, στα σινεμά, στα ρούχα, στη βραδινή διασκέδαση. Σε όλα. Συνέχεια αυτό μου λένε. Εμένα πάλι, γιατί μου φαίνονται όλα τόσο ίδια όσο πάντα;

Και γιατί ενώ –όπως όλοι λένε– όλα άλλαξαν, έμεινε ίδιο το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να έχει αλλάξει πρώτο: η νοοτροπία;

Κάπως έτσι, έλεγα πως θα έμενα για λίγο, μα τελικά ξαναγύρισα για πάντα. Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, δε λένε; Φαίνεται εκ του αποτελέσματος πως έχουν δίκιο. Κι η πόλη, μένει εκεί, να μου χαμογελά αινιγματικά. Με συμπονά ή με ειρωνεύεται; Με αισθάνεται ή με ανέχεται; Ξέρει πόσο την αγαπώ ή μαντεύει πως θα την προδώσω ξανά στην πρώτη ευκαιρία; Με αγκαλιάζει ή μάταια προσπαθώ να αφομοιωθώ στους κόλπους της; Τόσα χρόνια πάνε που έχω ξαναγυρίσει και συνεχίζω να κάνω ό,τι έκανα και πριν φύγω. Ξοδεύω τη ζωή μου σ’ αυτούς τους δρόμους που σταμάτησα να είμαι παιδί. Περπατώ στα στενά που φοβόμουν όσα είδα. Βλέπω όνειρα που μόνο εδώ μπορώ να δω. Τη νύχτα, της ζητώ να μου δώσει λίγη απ’ τη ζωή της, να μπει αέρας μέσα μου, να αναπνεύσω ένα από εκείνα τα ξημερώματά της, να ξαναγίνω δεκάξι. Αλητεύω στους άδειους δρόμους της κι ακούω φωνές και θύμησες που με οδηγούν σε άλλα χρόνια.

Η πόλη μου μιλά. Με φωνάζει με τ’ όνομά μου κι είναι τόσο παράξενο να ζω σ’ ένα τόπο που με φωνάζει με τ’ όνομά μου, όσο παράξενο θα ’ναι το να μείνω εδώ για πάντα.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk