• Αναζήτηση
  • «To ιδανικό µέρος δεν υπάρχει»

    ΤΟ ΟΝΟΜΑ µου είναι Ιρις Παπαθανασίου. Γεννήθηκα το 1974 στη Νιγηρία, στο Αµπεακούτα, µια κωµόπολη κοντά στο Λάγκος, σε ένα µικρό νοσοκοµείο µε µια γερµανίδα γιατρό και τη βοήθεια µιας καλόγριας από την Ιρλανδία. Μεγάλωσα στο Λάγκος και έζησα εκεί ως τα 12 µου χρόνια. Οι γονείς µου συναντήθηκαν στο Λάγκος. Ο πατέρας µου κατάγεται από τα Σιταράλωνα, ένα χωριό πάνω στη λίµνη της Τριχωνίδας. Σπούδασε στη Γερµανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα βρήκε τη χούντα. Εψαξε τότε…

    ΤΟ ΟΝΟΜΑ µου είναι Ιρις Παπαθανασίου. Γεννήθηκα το 1974 στη Νιγηρία, στο Αµπεακούτα, µια κωµόπολη κοντά στο Λάγκος, σε ένα µικρό νοσοκοµείο µε µια γερµανίδα γιατρό και τη βοήθεια µιας καλόγριας από την Ιρλανδία. Μεγάλωσα στο Λάγκος και έζησα εκεί ως τα 12 µου χρόνια. Οι γονείς µου συναντήθηκαν στο Λάγκος. Ο πατέρας µου κατάγεται από τα Σιταράλωνα, ένα χωριό πάνω στη λίµνη της Τριχωνίδας. Σπούδασε στη Γερµανία και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα βρήκε τη χούντα. Εψαξε τότε έναν τρόπο να φύγει και επιπλέον ήθελε να δει το κάτι άλλο. Επέλεξε τη Νιγηρία από τύχη. ∆ιάβασε στην εφηµερίδα την αγγελία µιας ελληνοβρετανικής εταιρείας (Paterzon Zochonis) που έψαχνε µηχανικούς για το εργοστάσιό της στη Νιγηρία. Η µητέρα µου είναι από την Ουγγαρία. Ακολούθησε στη Νιγηρία τους γονείς της, όταν δόθηκε η ευκαιρία στον ούγγρο παππού µου να εργαστεί στο εξωτερικό. Για εκείνη ήταν κάτι σαν όνειρο να βγει από την Ουγγαρία και να γνωρίσει την πολύχρωµη κουλτούρα της Αφρικής…

    Μεγάλωσα στο Λάγκος.

    Μέναµε σε έναν µικρό οικισµό,αποκοµµένο κάπως από τη γύρω πραγµατικότητα. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσαµε έξω στη φύση, όπου παίζαµε µε τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Η πρώτη γλώσσα που έµαθα ήταν τα «πίτζεον», τα λεγόµενα «σπαστά αγγλικά» που µας µίλαγε η νιγηριανή νταντά µας. Από τις πιο όµορφες αναµνήσεις µου είναι οι Κυριακές που πηγαίναµε στη θάλασσα, σε µια παραλίαπου το τέλος της χανόταν στον ορίζοντα.

    Από εκεί περνούσαν όλων των ειδών έµποροι που πουλούσαν την πραµάτεια τους, γητευτές φιδιών και χορευτές µε µαχαίρια. Ως ξένοι φοβόµασταν να κυκλοφορούµε στην πόλη. Θυµάµαι τα τσεκ πόιντ, τους στρατιωτικούς και τα«µπαξίσια» που ζητούσαν. Στη Νιγηρία υπήρχε τότε µια στυγνή δικτατορία. Μεγάλωσα µε την αίσθησηότι είµαι µέλος µιας λευκής µειοψηφίας σε µια χώρα µαύρων.

    ***

    Εξι ετών µετακοµίσαµε στην ελληνική γειτονιά– όπου ήµασταν εµείς και εµείς και δεν είχαµε ιδιαίτερες διασυνδέσεις ούτε µε λευκούς ούτε µε µαύρους. Πήγα σε ελληνικό σχολείο όπου οι δάσκαλοι ήταν ακόµη µε τη βέργα και όπου µας έκλεβαν κάθε τόσο τα κλιµατιστικά οι κλέφτες που έρχονταν µε βάρκες από τη λιµνοθάλασσα, δίπλα στο σχολείο. Ηµασταν λίγα ελληνόπουλα. Στην Ε’ ∆ηµοτικού ήµασταν µόνο δύο παιδιά. Στην ελληνική γειτονιά είχαµε εκκλησία και παπά, γιορτάζαµε µε ποιήµατα και παραδοσιακούς χορούς κάθε εθνική γιορτή και κάθε Πάσχα γινόταν γλέντι φοβερό. Η κοινότηταήταν υπερπροστατευτική, παρ’ όλα αυτά ένας µικρός προστατευµένος παράδεισος για µας τα παιδιά…

    ***

    Οταν ήµουν 12 ετών µετακοµίσαµε στην Κένυα. Στο αγγλόφωνο σχολείο όπου πήγα ήµασταν όλες οι φυλές του κόσµου µαζί – ήταν υπέροχο! Στην πρωτεύουσα της Κένυας, στο Ναϊρόµπι, δεν αισθανόµουν πια µια λευκή ανάµεσα σε µαύρους. Ηταν µια πόλη όπου δεν φοβόσουν, πανέµορφη, καταπράσινη, µε ανοιξιάτικο κλίµα όλον τον χρόνο. Μείναµε τρία χρόνια. Η εταιρεία έστειλε τον πατέρα µου στην Ινδονησία. Οι γονείς µου πήραν µαζί τους τον αδελφό µου. Εγώ και η αδελφή µου πήγαµε στην Αγγλία για να συνεχίσουµε τις σπουδές µας. Εγκαταστάθηκα στο Γιουτόξετερ, ένα αγγλικό χωριό, µία ώρα από το Μάντσεστερ. Το πρώτο σοκ ήταν ηαλλαγή του κλίµατος και του τοπίου. Επιπλέον ένιωσα ότι ήρθα σε αφιλόξενο µέρος. Για πρώτη φορά στη ζωή µου άκουσα τη φράση «πήγαινε πίσω στη χώρα σου». Ποια ήταν η χώρα µου; ∆εν είχα σαφή απάντηση. Πιο πολύ αισθανόµουν ως πατρίδα µου τη Νιγηρία. Οι δάσκαλοι ήταν πολύ καλοί. Με τον καιρό έκανα παρέες και έγινα αποδεκτή.

    ***

    Στην Ελλάδα κατέληξα στα 16 µου. Κάθε χρόνο βέβαια έκανα διακοπές στην Ελλάδα και στην Ουγγαρία. Στα 16 µου πήρα την απόφαση ότι θέλω να ζήσω στην Ελλάδα. Το ανακοίνωσα στους γονείς µου και τους χρωστάω ευγνωµοσύνη που ανταποκρίθηκαν. Ηµουν γοητευµένη µε την Ελλάδα. Εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, στο Παγκράτι,µε τη νονά µου. Μπήκα σε αγγλικό σχολείο. Από µια εκπαίδευση που βασιζόταν στην πειθαρχία, στην άθληση και σε µια ρουτίνα αυστηρή βρέθηκα σε ένα σχολείο όπου τα πράγµατα ήταν πολύ πιο ελεύθερα, αλλά ταυτόχρονα επικρατούσε το µπάχαλο. Στο σχολείο επικρατούσαν συγκεκριµένες κλίκες που σε «εξέταζαν» για το τι φοράς και πού ανήκεις… Μετά το Λύκειο έδωσα εξετάσεις και πέρασα στο Πάντειο, στο Τµήµα Επικοινωνίας και ΜΜΕ. Το τµήµα ήταν ακόµη σε πειραµατικό στάδιο, υπήρχε πληθώρα επιλογών και µια ωραία οµάδα καθηγητών.

    Θεωρώ ότι πήρα πολλά πράγµατα. Το 1997 τελείωσα τις σπουδές και ήθελα να γίνω ανεξάρτητη. Βρήκα δουλειά σε εταιρεία συµβούλων στην Αθήνα. Η δουλειά ήταν καλή αλλά έχανα τέσσερις ώρες την ηµέρα στους δρόµους… Στην Αθήνα υπέφερα. Αρχισα τότε να σκέφτοµαι τρόπους να φύγω, έψαχνα για δουλειά σε τοπικές εφηµερίδες στα νησιά. Το 2000,τελικά, βρέθηκα στην Πάρο. ∆ούλευαγια τα «Νέα της Πάρου», τη «Φωνή της Πάρου» και αργότερα για το «Paros Life». Στην Πάρο βρήκα τον παράδεισό µου, ρίζωσα.Ηταν σαν να µην αναζητούσα τίποτε άλλο. Αλλά οι συµπτώσεις είχαν αποφασίσει αλλιώς για µένα…

    ***

    Το 2009 βρέθηκα στηνΑθήνα, στον γάµο ενός παιδικού µου φίλου, και εκεί γνώρισα τον σηµερινό µου σύντροφο, τον Γιάννη. Είναι Ελληνοαυστραλός και ζει χρόνια στη Νιγηρία. ∆ούλευε στην ίδια εταιρεία που είχε δουλέψεικαι ο πατέρας µου. Η σχέσηµας έδεσε και αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Επέστρεψα ξανά στο Λάγκος, στη χώρα όπου γεννήθηκα και νοσταλγούσα. Οσο ήµουν µακριά, διάβαζα τα πάντα που είχαν σχέση µε τη Νιγηρία. Κυρίως µέσα από τους µεγάλους συγγραφείς, τον Τσίνουα Ατσέµπε, τον Σογίνκα, τον Μπεν Οκρι. Βρήκα µια χώρα πολύ αλλαγµένη. Το Λάγκος σήµερα βρίσκεται σε µια τροχιά ανάπτυξης που εκπέµπει αισιοδοξία. Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που συµβαίνει στην Ελλάδα. Ο κόσµος εδώ είναι ανοιχτός, έτοιµος να αρπάξει οποιαδήποτε ευκαιρία του δοθεί. Ισως αυτό πηγάζει από τη µυθολογία τους, που ηχεί ακόµη στη ζωή τους, παρ’ ότι οι περισσότεροι έχουν αποδεχθεί τον χριστιανισµό και τον µωαµεθανισµό. Οι θεοί τους κατοικούσαν δίπλα τους, µέσα στη φύση, στα ποτάµια και στα δάση τους, και δίδασκαν ότι ο Παράδεισος και η Κόλαση δεν είναι µετά τον θάνατο αλλά εδώ και τώρα, µέσα από τις επιλογές που κάνει ο καθένας για να αντιµετωπίσει τις δοκιµασίες της ζωής. Είναι µια κοσµοθεωρία που εστιάζει στην ατοµική βούληση και όχι στη µοίρα, ενθαρρύνει την ελπίδα και την αυτοπεποίθηση ότι η αλλαγή προς το καλύτερο είναι στο χέρι του καθενός.

    gazikap@gmail.com

    «ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΤΑ ΙΔΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ»

    Η ζωή των εναλλαγών ίσως να φύτεψε μέσα μου την ανησυχία και τη δίψα για συνεχείς αναζητήσεις. uni0394εν κοιτούσα πίσω μου. Το καθετί καινούργιο ήταν μια νέα περιπέτεια, μια ευκαιρία να ξεκινήσω πάλι από την αρχή. Κατάλαβα τελικά ότι όπου και αν πας δεν μπορείς να αποφύγεις τα προβλήματα. uni0394εν υπάρχει το ιδανικό μέρος. Μόλις αρχίσει να συνηθίζει το βλέμμα και το καινούργιο γίνεται ρουτίνα, η ζωή σε δοκιμάζει με τις ίδιες προκλήσεις. Και αυτές οι δοκιμασίες τελικά είναι που σε διαμορφώνουν και σε δένουν με τους ανθρώπους και τον τόπο όπου ζεις. Ολοι οι άνθρωποι, σε όλον τον κόσμο, θέλουν τα ίδια πράγματα. Αγάπη, αποδοχή, δικαιοσύνη και μια δημιουργική ζωή με άνεση. Εκείνο που αλλάζει σε κάθε μέρος είναι η στάση των ανθρώπων. Και από αυτή τη στάση, που πηγάζει από την Ιστορία, τις κοινωνικές συμπεριφορές, τη φύση, τη θρησκεία, μπορεί κανείς να μάθει πολλά… Τα απαισιόδοξα νέα από την Ελλάδα με πληγώνουν. uni0394εν μου αρέσει να τα συζητώ.

    Δεν θέλω μάλλον να αποδεχθώ ότι όλοι έχουμε κάποια ευθύνη γι’ αυτό που συμβαίνει σήμερα. Το τεράστιο κόστος όμως που πληρώνουμε μου φαίνεται άδικο…

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk