Εκείνος, εκείνη και το πρώτο ραντεβού

Γιώργος: – zzzzzzzzz
Μαρία: – Μα, πότε πήγε 7 η ώρα; Πρέπει να ισιώσω τα μαλλιά μου και στις 9:30 θα περάσει να με πάρει ο Γιώργος. Δεν προλαβαίνω με τίποτα.

– zzzzzzzzz
– Ωχ, δεν ισιώνουν! Θα τα δέσω ψηλά κοτσίδα και σε όποιον αρέσουν…

– Αμάν ρε μάνα, άσε με να κοιμηθώ 5 λεπτά ακόμα. Ας αργήσω λίγο, δεν πειράζει.
– Τι θα φορέσω; Πρέπει να πάρω την Γιώτα τηλέφωνο να μου πει.

– (ντρρρν!) Ναι; Ελα ρε. Μπα, δεν ξέρω τι θα κάνω απόψε. Βαριέμαι κάπως (σιγά μην του πω ότι θα βγω με γυναίκα. Αν πάει στραβά το ραντεβού τι θα του πω μετά;)
– (τηλεφωνεί στη Γιώτα) Ναι; Ελα! Σώσε με, σε δύο ώρες έρχεται ο Γιώργος, ναι εκείνος ο γλυκούλης που μου ζήτησε να βγούμε.

– Ρε μάνα! Δεν έχει ζεστό νερό, πώς θα κάνω μπάνιο τώρα;
– Πέρασε ήδη μισή ώρα; Δεν θα προλάβω! Τι θα φορέσω; Α, εκείνο το παντελόνι το μαύρο που μου κάνει ωραία πόδια.

– Ωχ βαριέμαι να ξυριστώ, αλλά δεν θέλω να νομίσει ότι είμαι βλάχος.
– Δεν θα βάλω το μαύρο παντελόνι τελικά, θέλω να βάλω φούστα. Αλλά πρέπει να ξυρίσω τα πόδια μου και δεν έχω χρόνο.

– Μάνα! Είμαι στο μπάνιο, φέρε μια πετσέτα.
– Ευτυχώς πρόλαβα και τα ξυρίσματα. Ωχ, πού είναι η ενυδατική τώρα;

– Λες να βάλω το μποξεράκι με τις καρδούλες;
– Τι εσώρουχο να βάλω; Ελπίζω να μην είναι τύπος που φοράει μποξεράκια με καρδούλες.

– Ρε μάνα, τη φανέλα μου τη μαύρη την έβαλες στο πλυντήριο;
– Δεν έχω τίποτα να βάλω από πάνω, θα τρελαθώ. Αναγκαστικά θα φορέσω αυτό που αγόρασα χθες, αν και δεν είχα αυτό στο μυαλό μου για τη φούστα.

– Ας ανάψω την τηλεόραση να δω πόσo είναι το σκορ.
– Δεν μου αρέσουν αυτά που φόρεσα! Μήπως να καταλήξω στην εμφάνιση που έκανα πέρσι την πρωτοχρονιά; Ωραία ήμουν.

– Ρε μάνα, έχει τίποτα να φάω;
– Με παχαίνει αυτό το φόρεμα. Και είναι πολύ επίσημο. Θα φορέσω τη φούστα μου τη μαύρη, τέλος.

– Ρε μάνα, έχουμε κανένα αναψυκτικό;
– Φτου μου μη με ματιάξω, κούκλα είμαι.

– Αντε, να πηγαίνω σιγά σιγά. Θα έχει και κίνηση Σάββατο βράδυ.
– Λοιπόν. Κινητό, λεφτά, τσιγάρα, πούδρα, κραγιόν, μάσκαρα, άρωμα, χαρτομάντιλα… ελπίζω να μην ξέχασα κάτι.

– Κοίτα τώρα! Γυναίκα μπροστά μου, σώθηκα. Δεν πρόκειται να φτάσω στην ώρα μου.
– Μαμά είμαι καλή; Μπαμπά, μου δίνεις 30 ευρώ;

– (σταματάει στο περίπτερο) Τσιγάρα, τσίχλες, ας πάρω και προφυλακτικά μήπως και μου κάτσει.
– Λες να μου φύγει πόντος από το καλσόν; Ας πάρω ένα εφεδρικό μαζί μου.

– Ναι! Ναι! Φόρεσε φούστα!
– Ελπίζω να του αρέσουν αυτά που φοράω.

– Μα πόσο άρωμα έβαλε;
– Μα πόση κολόνια έβαλε;

– Ας βάλω Σαββόπουλο να νομίσει ότι είμαι ποιοτικός.
– Παναγίτσα μου, ποιος είναι τούτος; Δεν έχει Ρουβά το ραδιόφωνο;

– Το παρκάρισμά μου είναι φοβερό, την εντυπωσίασα σίγουρα.
– Πώς πάρκαρε έτσι; Δεν μπορώ να κατέβω τώρα.

– Ελπίζω να μη δω την πρώην.
– Ελπίζω να με δει ο πρώην για να ζηλέψει.

– Δεν μπορούσε να παραγγείλει πιο ακριβό καφέ; Πάλι θα μείνω άφραγκος.
– Ας μην παραγγείλω και φαγητό. Να μη φανώ λαίμαργη.

– Να, ο Κώστας. Αλλα, άσε, βαριέμαι να του μιλήσω.
– Μαρία μου, τι κάνεις; Το αγόρι; Η οικογένεια; Σοφία!

– Μα, έχει μείνει κανείς που να μην τον ξέρει; Εχει μιλήσει με όλη την καφετέρια. Hello, είμαστε και εμείς εδώ!
– Πρέπει να πάω τουαλέτα να βάλω κραγιόν. Εμεινε όλο επάνω στο φλιντζάνι.

– 10 ευρώ δύο καφέδες, τα νεύρα μου.
– Τι γλυκός, θα πληρώσει.

– Ευτυχώς που δεν έχει καλέσει στο κλαμπ και όλες τις φίλες της.
– Μα, πού είναι τα κορίτσια; Είχαμε πει να βρεθούμε πριν από δέκα λεπτά.

– Παναγίτσα μου, μα τι είναι όλες αυτές; Ευτυχώς, έχει έρθει και ο γκόμενος της μίας και θα έχουμε κάτι να λέμε.
– Μα τι έχει φορέσει η Φρόσω; Ελεος!

– Να την κεράσω ακόμη ένα ποτό μήπως και μου κάτσει;
– Μα τι προσπαθεί να κάνει; Να με μεθύσει και να του κάτσω;

– Παναγίτσα μου αυτή η χορεύτρια, τι κόμματος! Και αυτά τα φτερά που φοράει…
– Μα τι χοντρά πόδια που έχει εκείνη η χορεύτρια. Και τι χάλια αμφίεση. Σαν κότα είναι.

– Να τη φιλήσω τώρα ή να περιμένω μέχρι να φύγουμε;
– Γιατί δεν με φιλάει; Δεν του αρέσω;

– Ελπίζω να μη θέλει δεσμεύσεις και τέτοια χαζά μετά το φιλί.
– Τον έριξα. Και φιλάει καλύτερα από τον πρώην!

– Αυτό είναι τραγούδι. Ολο μάπες ακούγαμε έως τώρα.
– Γιατί έβγαλε τα ελληνικά;

– Πήγε 3 η ώρα. Αλλά μένει χρόνος να κάνουμε τα δικά μας μέχρι το πρωί.
– 3 η ώρα; Θα με σκοτώσει ο πατέρας μου. Θα του πω να με πάει κατευθείαν σπίτι, μη με περάσει για εύκολη.

– Μα τι, το παίζει δύσκολη τώρα; Αφού έδειχνε ότι με ήθελε. Γυναίκες!
– Ελπίζω να με πάρει τηλέφωνο. Τώρα να δεις που δεν θα θέλει δεσμεύσεις. Αντρες!

Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk