Απογραφή µε πειθαναγκασμό!

Μέσα στον µήνα Μάιο επιχειρήθηκε µία ακόµηαπογραφή τουπληθυσµού που κατοικεί στην ελληνική επικράτεια. Οι απογραφές υπήρξαν παλαιά συνήθεια, από την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα ήδη, αποσκοπώντας στη συλλογή δηµογραφι κών και κοινωνικώνστοιχείων χρήσιµων για τις µεταβολές που σηµειώνον ται στην πληθυσµιακή εικόνα ενόςδοσµένου γεωγραφικού χώρου. Στη χώρα µας η αθρόα εισαγωγή οικονοµικών και άλλων µεταναστών αναµένεται να δώσει µια τελείως διαφορετική καταγραφήαπό τις προηγούµενες απογραφές, όπως και σεσχέση µε αυτήν του 2011.

Μέσα στον µήνα Μάιο επιχειρήθηκε µία ακόµηαπογραφή τουπληθυσµού που κατοικεί στην ελληνική επικράτεια. Οι απογραφές υπήρξαν παλαιά συνήθεια, από την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα ήδη, αποσκοπώντας στη συλλογή δηµογραφι κών και κοινωνικώνστοιχείων χρήσιµων για τις µεταβολές που σηµειώνον ται στην πληθυσµιακή εικόνα ενόςδοσµένου γεωγραφικού χώρου. Στη χώρα µας η αθρόα εισαγωγή οικονοµικών και άλλων µεταναστών αναµένεται να δώσει µια τελείως διαφορετική καταγραφήαπό τις προηγούµενες απογραφές, όπως και σεσχέση µε αυτήν του 2011.

Στην ιστορία τουνεότερου ελληνικού κράτους διενεργήθηκαν 31 συνολικά απογραφές, καθολικές ή περιφερειακές, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους ως σήµερα. Η πρώτη έγινε το 1828 και απέβλεπε στην καταγραφή του πληθυσµού κατά θρήσκευµα στα απελευθερωµένα γεωγραφικά διαµερίσµατα της χώρας,ήτοι: Στερεά Ελλάδα, Εύβοια, Πελοπόννησο και Κυκλάδες. Η πρώτη εκείνη καταγραφή αποσκοπούσε σε µιαπρώτη αναδροµική εκτίµηση τουπληθυσµού κατά το 1821,έτος έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης.

Ακολούθησαν µια σειρά απογραφές από ιερείς και δηµάρχους, µε ονοµαστικούς καταλόγους, µεταξύ 1838 και 1856, ενώ η πρώτη κανονική απογραφή διενεργήθηκε το 1861 µε τη χρήση ατοµικών δελτίων σε Αθήνα και Πειραιά και µε ειδικά απογραφικά βιβλία γιαολόκληρη την επικράτεια.

Στις απογραφές του 1870 και του 1879 συµπεριελήφθησαν για πρώτη φορά τα νησιά του Ιονίου, ενώ το 1881 έγινε ειδική απογραφή των κατοίκων της Θεσσαλίας και της Αρτας, που µόλις είχαν απελευθερωθεί από τον οθωµανικό ζυγό. Στις τρεις επόµενες απογραφές των ετών 1889, 1896 και 1907 χρησιµοποιήθηκε ειδικό απογραφικό δελτίο µε το οποίο αποτυπώνονταν τα δηµογραφικά, οικονοµικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του διαβιούντος στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο πληθυσµού.

Ακολούθησε ηαπογραφή του 1913, όταν µε το τέλος των Βαλκανικών Πολέµων απελευθερώθηκαν η Ηπειρος, η Μακεδονία και η Θράκη, ενώ ενσωµατώθηκαν µε τη λοιπή χώρα η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου.

Μεταξύ 1920 και 1940 έγιναν τρεις καθολικές απογραφές, ενώ το έτος 1923 µεσολάβησε και η απογραφή των προσφύγων οι οποίοι εισήλθαν στη χώρα µετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Μεταπολεµικά έγιναν έξι καθολικές απογραφές, τα έτη 1951, 1961, 1971 , 1981, 1991 και 2001, ενώ το 1947 µεσολάβησε και ειδική απογραφή της ∆ωδεκανήσου, που µε τη λήξη του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου, βάσει της Συνθήκης Ειρήνης που υπεγράφη στο Παρίσι, ο πληθυσµός της είδε να πραγµατοποιείται ο πόθος του για ενσωµάτωση στον εθνικό κορµό της χώρας. Σε όλες τις πέντε αυτές απογραφές, όπως και στην τελευταία, χρησιµοποιήθηκε δελτίο απογραφής νοικοκυριού και συγκεντρώθηκαν στοιχεία κατανοµής του πληθυσµού κατά φύλο, ηλικία, θρήσκευµα, τόπο γέννησης, εκπαίδευσης, απασχόλησης, στέγασης, κτλ.

Στο σηµερινό άρθρο θα ασχοληθούµε µε την απογραφή του έτους 1907, µε στοιχεία που προέκυψαν από φάκελο του αντίστοιχου έτους. Ηµέρα απογραφής είχε οριστεί η 27η Οκτωβρίου και για την επιτυχή εκτέλεσή της είχε εκδοθεί «εκ του Εθνικού Τυπογραφείου και Λιθογραφείου» 15σέλιδο φυλλάδιο µε ΑΠ 16176 και τίτλο «Οδηγίαι προς εκτέλεσιν της απογραφής των κατοίκων του Βασιλείου», καθώς και «∆ελτίον δι’ έν άτοµον», ατοµικά δηλαδή δελτία, «δι’ έν έκαστον άτοµον είτε άνδρα, είτε γυναίκα, είτε βρέφος το οποίον διενυκτέρευσεν εντός της οικίας την νύκτα της 26ης προς 27ην Οκτωβρίου (Παρασκευήν προς Σάββατον), είτε κατοικεί εις την οικίαν, είτε εκτάκτως ευρέθη εις αυτήν».

Το έργο της απογραφής χαρακτηριζόταν «σπουδαιότατον υπό εθνικήν και κοινωνικήν άποψιν», στον δε πρόλογο του υπουργού Εσωτερικών Ν. Π. Καλογερόπουλου µε ηµεροµηνία 28 Ιουνίου 1907 υπήρχε η προειδοποίηση «ότι είµεθα διατεθειµένοι να τιµωρήσωµεν αυστηρώς πάσαν Αρχήν και πάντα λειτουργόν του Κράτους εν ή περιπτώσει ήθελον επιδείξη αµέλειαν, οκνηρίαν ή απροθυµίαν περί την εκπλήρωσιν των καθηκόντων των». Οι Αρχές δε συνίσταντο ως εξής: νοµάρχες, δήµαρχοι, προϊστάµενοι απογραφικών επιτροπών και οι ίδιοι οι απογραφείς, οι λιµενάρχες και οι σωµατάρχες στρατιωτικών µονάδων. Προβλεπόταν ένας απογραφέας µάξιµουµ για 100 κατοίκους, εκτός εάν υπήρχε η δυνατότης πλειόνων, ήτοι ανά 80, ή το έλασσον ανά 50 κατοίκους. Οπου δε οι απογραφείς δεν επαρκούσαν όφειλαν οι δήµαρχοι να ζητήσουν από τον νοµάρχη έκτακτη βοήθεια «εξ άλλης πόλεως, υπαλλήλων ή ιδιωτών». Επιπλέον τα αστυνοµικά όργανα είχαν οδηγίες «να πειθαναγκάζωσιν όπως υποβληθώσιν εις την απογραφήν εκείνους των κατοίκων όσοι τυχόν, εκ παρανοήσεως του σκοπού και της ανάγκης απογραφής ή ένεκα προλήψεων δυστροπούν ή αρνούνται ν’ απογραφούν»(!).

Τα ατοµικάδελτία, σύµφωνα µε οδηγίες της ίδιας εγκυκλίου µε αριθµ. 39, έπρεπε να µοιραστούν από την προηγουµένη, ηµέρα Παρασκευή, και να έχουν συµπληρωθεί (όπου υπήρχαν αναλφάβητοι, το έργο αναλάµβαναν οι απογραφείς) µέχρι αργά το βράδυ του Σαββάτου προκειµένου να αποσταλούν συσκευασµένα σε δέµατα στο «Γραφείον απογραφής» του υπουργείου Εσωτερικών.

Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι ιστορικός, πρεσβευτής σύμβουλος Α’ στο υπουργείο Εξωτερικών.

Οδηγίες προς απογραφείς

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν οι οδηγίεςπρος τους απογραφείς στο όγδοο και μεγαλύτερο εκ 18 άρθρων κεφάλαιο του φυλλαδίουοι οποίοι, σημειωτέον, οριζόταν πως « δεν δικαιούνται ν’ αρνηθώσιν το τιμητικόν τούτο καθήκον, ειμή μόνον ένεκα κωλύματος ανυπερβλήτου», όσοι δε εκ των απογραφέων επιχειρούσαν «καθ’ οιονδήποτε τρόπον, όπως παραβλάψουν ή ματαιώσουν ταύτην (ενν.την απογραφή) υπόκεινται εις ποινικήν καταδίωξιν».

Παραθέτομε τρία εξ αυτών:

Αρθρο 86: «Οταν τυχόν απογραφεύς τις απαντήση δυστροπίαν ή άρνησιν εκ μέρους κατοίκων οφείλει να προσπαθήση όπως πείση αυτούς ν’ απογραφούν, εν περιπτώσει δε περαιτέρω επιμονής να επικαλεσθή την συνδρομήν της αστυνομικής αρχής (παρ. 22), εν αποτυχία δε των προσπαθειών και ταύτης να λαμβάνη τας προς συμπλήρωσιν του δελτίου πληροφορίας εκ των παροίκων ή γειτόνων».

Αρθρο 88 : «Η εις τας οικίας είσοδος των απογραφέων πρέπει να γίνηται εν καταλλήλω ώρα και κατά τρόπον ευπρεπή, η δε προς τους ενοίκους συμπεριφορά αυτών να είναι απολύτως φιλόφρων και προσηνής, να μη παύση δε να είναι τοιαύτη και όταν τυχόν ο απογραφόμενος προσενεχθή προς τον απογραφέα κατά τρόπον σκαιόν ή οπωσδήποτε άλλως ανάρμοστον».

Αρθρο 89: « Ο απογραφεύς πρέπει να έχη υπ’ όψιν ότι έργον του είναι μόνον η εκτέλεσις της απογραφής, και ότι δεν έχει δικαίωμα ούτε αυστηρώς να επιπλήξη ούτε να απειλήση κανένα, εάν δε, όπερ απίθανον, κάτοικοί τινες αρνηθώσιν επιμόνως ν’ απογραφούν ή προσενεχθώσιν απρεπώς προς απογραφέα, ούτος οφείλει προς εκτέλεσιν του έργου του να επικαλεσθή την επέμβασιν της αστυνομικής αρχής ή να λάβη τας αναγκαίας πληροφορίας παρά των παροίκων και γειτόνων».

Τέλος, δινόταν σαφής οδηγία ώστε «ο απογραφεύς να προσέξη μήπως απογράψη μεν πάντας τους άλλους, παραλείψη όμως, ως είναι ενδεχόμενον, να απογράψη εαυτόν». Και συνέχιζε η οδηγία ως εξής: «uni0394εδομένου ότι οι καθ’ όλον το Κράτος απογραφείς θα ανέλθουν εις 30.000, τουλάχιστον εάν οι ημίσεις μόνον τούτων λησμονήσουν να απογράψουν εαυτούς, εκ τούτου και μόνον του λόγου, η ακρίβεια της απογραφής θα μειωθή επαισθητώς» (sic).

Εν κατακλείδι αν, όπως επισημάνθηκε στον πρόλογο, πλην της καθεαυτής απογραφής του αριθμού των ατόμων, ανιχνεύονται και άλλες κοινωνικές παράμετροι μιας δοσμένης εποχής, αναμφίβολα ακόμα και η χρησιμοποιούμενη γλώσσα και οι μέσω αυτής παρεχόμενες οδηγίες, αποτελούν ισχυρά ιστορικά τεκμήρια στους ερευνητές κοινωνιολόγους, οικονομικούς αναλυτές, ιστορικούς και μη, που επιχειρούν μελέτη μιας συγκεκριμένης περιόδου.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κόσμος
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk