Τι θα συµβούλευαν οι πολιτικές ηγεσίες τονΣίσυφο; Ο µύθοςείναιγνωστός, δεν υπάρχει φοβερότερο µαρτύριο από την ανώφελη θυσία.Ετσι και η Ελλάδα, ένα χρόνο µετά το µνηµόνιο και πάλι από την αρχή. ∆υστυχώς ούτε τώρα δεν έχει κατανοηθεί ότι το χρέος της Ελλάδας δεν είναι βιώσιµο. Και όµως, έχει επισηµανθεί ότι για να µειώσει η Ελλάδα το χρέος της στο ανώτατο επιτρεπτό όριο της ΟΝΕ, θα έπρεπε το πρωτογενές πλεόνασµανα είναι επί 20 χρόνια τόσο υψηλό όσο δεν έχει πετύχει ποτέ καµία χώρα του ΟΟΣΑ.

Ηταν γνωστό εποµένως ότι η Ελλάδα δεν θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει και ότι η στρατηγική τής συνέχισης του δανεισµού χωρίς µια σηµαντική µείωση του χρέους δεν θα µπορούσε να είναι βιώσιµη.

Ακόµη και αν η κυβέρνηση έσπευδε µε πλήρη συναίνεση όλων των κοµµάτων να εφαρµόσει όσα εντέλλονται διαδοχικά µνηµόνια, προϋπόθεση θα ήταν να µην προκύψουν οικονοµικές αναταραχές, νοµισµατικές κρίσεις, ανατιµήσεις του πετρελαίου κτλ. τα επόµενα 15 χρόνια. Οι αναταραχές αυτές θα απορρυθµίσουν τον µηχανισµό τακτοποίησης του χρέους, σε όσες θυσίες και αν έχουµε υποβληθεί. Χρειάζεται εποµένως λύση που δεν θα ακυρωθεί εύκολα από τιςαπρόβλεπτες διεθνείς εξελίξεις. Ποια είναι αυτή; Η αναδιάρθρωσητου χρέουςτώρα αµέσως. Γιατί; ∆ιότι µε την πάροδο του χρόνου το χρέος προς τους ιδιώτες οφειλέτες (κυρίως τις τράπεζες εσωτερικού και εξωτερικού) µετατρέπεται σε χρέος προς την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ∆ΝΤ και δεν µπορεί να αναδιαρθρωθεί λόγω ιδιαιτέρων εγγυήσεων. Οσο λοιπόν καθυστερεί η αναδιάρθρωση τόσο αυξάνεται το ποσοστό του χρέους που θα εξαιρείται αναγκαστικά από την αναδιάρθρωση. Θα υπάρξει αναδιάρθρωση τότε που το χρηµατοπιστωτικόδίκτυο θα έχει στεγανοποιήσει όλα τα ενδεχόµενα να επηρεαστεί από την ελληνική κρίση και θα έχει εξασφαλίσει πλήρως τα συµφέροντά του.

Στο µεταξύ το ελληνικό µέλλον θα έχει υποθηκευθεί σε βαθµό πολύ µεγαλύτερο από τα πιο απαισιόδοξα σενάρια. Οι θυσίες θα έχουν γίνει επί µαταίω. Η Ελλάδα έχει µπει σε µια διαδικασία που η µια δυσάρεστη πρόβλεψη τροφοδοτεί την άλλη, χωρίς δυνατότητα εξόδου από τον φαύλο κύκλο.

Ολα αυτά δεν είναι άγνωστα.

Εχουν κατατεθεί δηµόσια από τον κ. Κ. Σηµίτη, του οποίου η γνώση και η εµπειρία δύσκολα µπορούν να αµφισβητηθούν. Ούτε η κυβέρνηση ούτε τα αντιπολιτευόµενα κόµµατα τα συζήτησαν, προτάσσοντας µε όψιµη ευαισθησία την υπόθεση των ασφαλιστικών ταµείων στο ενδεχόµενο αναδιάρθρωσης, κάτι που θα µπορούσε να γίνει αντικείµενο ειδικής διαπραγµάτευσης. Οι τράπεζες είναι που αντιδρούν καιγια ευνόητους λόγους. ∆ενείναι λοιπόν να απορεί κανείς πουφτάσαµε εδώ.

Πώς θα βγάλουν εποµένως οι πολιτικές ηγεσίες τη χώρα από την κρίση αν δενδείξουν τόλµηνα διαπραγµατευθούν σθεναρά και προγραµµατικά µια αναδιάρθρωση τώρα; Το όποιο κόστος από τη συνεχιζόµενη αβελτηρία θα είναι πολύ µεγαλύτερο και θα πληρωθεί και από την κοινωνία, αλλά και από τη δηµοκρατία.

Ας έχουµε συνείδηση ότι η κρίση έβαλε όχι µόνο την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη σε µια πορεία χωρίς επιστροφή στην προηγούµενη κατάσταση. Η Ελλάδα είναι µια από τις πρώτες χώρες που υπέκυψαν στη µεγάλη οικονοµική κρίση που ήρθε έπειτα από είκοσι χρόνια παγκοσµιοποίησης. Ζήσαµε την πληµµυρίδα της, ζούµε την άµπωτη. Βιώσαµε την ευηµερία, τώρα εισήλθαµε στη λιτότητα. Στην πληµµυρίδα η ∆ύση είδε την επέκταση των αγορώντης, τώρα βλέπει την Ανατολή και τις αναδυόµενες χώρες να αναδεικνύονται δεινοί ανταγωνιστές στις δικές της αγορές. Στην πληµµυρίδα είδαµε τη µεγάλη επανάσταση της πληροφορίας. Τώρα αντιλαµβανόµαστε ότι παράγει πλούτο αλλά όχι απασχόληση.

Τα µεγάλα δηµογραφικάπλεονάσµατα του πλανήτηδεν βρίσκουν τρόπο να εισέλθουν στην παραγωγή, και όταν µικρόσχετικά µέρος τους µετακινείται µέσα από τα κανάλια της παράνοµης µετανάστευσης αποδεικνύεται µεγάλο πρόβληµα, όπως στην Ελλάδα. Η ευηµερία στηρίχτηκε στον δανεισµό και στη µεγέθυνση του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος – και τα δύο έγιναν βρόχος σήµερα. Οι συνθήκες ανταγωνισµού κατέληξανσεκοινωνικό dumping και το αποτέλεσµα είναι η καθηµερινή κατεδάφιση του ευρωπαϊκού µεταπολεµικού κοινωνικού συµβολαίου. Ολες οι κρίσεις χρέους και οι συνακόλουθες ρυθµίσεις στην Ευρώπη δείχνουν τα ασφυκτικά στενά περιθώρια της οικονοµίας της. Εχει πληθυσµό γερασµένο, εξαρτηµένο από συντάξεις και περίθαλψη.Οι αµοιβές εργασίας, οι κοινωνικές κατακτήσεις και το βιοτικό επίπεδο ζωής των Ευρωπαίων θα χαµηλώσουν αναγκαστικά δραµατικά προκειµένου να συναντηθούν µε το βιοτικό επίπεδο των ηλικιακά νεότερων πληθυσµών των αναδυόµενων οικονοµιών, όπου δεν υπάρχει δηµοκρατία, κοινωνικό κράτος και το ελάχιστο όριο διαβίωσης είναι πολύ χαµηλό. Αυτό είναι το µεγάλο κάδρο µέσα στο οποίο πρέπει να τοποθετήσουµε το ελληνικό πρόβληµα µε τα υπαρκτά, αναµφίβολα, διαρθρωτικά του προβλήµατα. ∆υστυχώς οι πολιτικές ηγεσίες έχουν πολύ στενή οπτική και λίγη αυτοπεποίθηση για να δουν ευρύτερα και µε προοπτική χρόνου.

Ο κ. Αντώνης Λιάκος είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ