Πτωτική τάση παρουσιάζει η εγχώρια αγορά ιχθυοτροφών την τελευταία τριετία, έπειτα από μια περίοδο δυναμικής ανάπτυξης, ενώ η εγχώρια παραγωγή καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια, όπως προκύπτει από σχετική μελέτη του κλάδου των ιχθυοτροφών από την ICAP Group.

Σημειώνεται ότι η ζήτηση των ιχθυοτροφών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του κλάδου της ιχθυοκαλλιέργειας, δεδομένου ότι οι παραγόμενες και εισαγόμενες ιχθυοτροφές προορίζονται σχεδόν αποκλειστικά για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών των ψαριών που εκτρέφονται στις υδατοκαλλιέργειες. Ο κλάδος των ιχθυοτροφών χαρακτηρίζεται πλέον ως παραγωγικός, καθώς τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα καλύπτουν το 90%-95% της συνολικής αγοράς (κατανάλωσης) τα τελευταία χρόνια.

Οι παραγωγικές επιχειρήσεις διαθέτουν σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό και οργανωμένα δίκτυα διανομής/πώλησης. Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλοι όμιλοι του κλάδου της ιχθυοκαλλιέργειας συμμετέχουν σε εταιρείες παραγωγής ιχθυοτροφών με σκοπό τη συμπαραγωγή, προκειμένου να μειωθεί το κόστος των παραγόμενων προϊόντων τους δεδομένου ότι οι ιχθυοτροφές συμμετέχουν με 50% περίπου στο κόστος παραγωγής των ψαριών.

Επίσης, μέσω των συνεργιών αυτών, οι εταιρείες ιχθυοκαλλιέργειας προσβλέπουν στην ύπαρξη καλύτερου ελέγχου της ποιότητας των τροφών, η οποία θα οδηγήσει σε καλύτερα παραγωγικά αποτελέσματα (μείωση παραγωγικής περιόδου, ποιότητα ψαριού κ.ά.).

Το μέγεθος της εγχώριας παραγωγής ιχθυοτροφών παρουσίασε ιδιαίτερη δυναμική την περίοδο 2005-2007 (με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 23,7%), οφειλόμενη κυρίως στην είσοδο νέων εταιρειών στον παραγωγικό τομέα και στην αυξημένη ζήτηση από τις εταιρείες ιχθυοκαλλιέργειας σε πρώτες ύλες προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες τους.

Την τελευταία τριετία (2008-2010), ωστόσο, επήλθε σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγής ιχθυοτροφών. Τα τελευταία χρόνια στον κλάδο έλαβαν χώρα «στρατηγικές» κινήσεις που οδήγησαν εν μέρει στην αναδιάρθρωση της εξεταζόμενης αγοράς (π.χ. απορροφήσεις εταιρειών, εξαγορές εργοστασίων κλπ.).

Στην παρούσα φάση, οι «αμιγώς» εισαγωγικές επιχειρήσεις είναι ελάχιστες αριθμητικά. Παράλληλα δε παρατηρείται ραγδαία μείωση των εισαγομένων ποσοτήτων τους την τελευταία κυρίως διετία. Η εξαγωγική δραστηριότητα διαμορφώνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, καλύπτοντας μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής σε ετήσια βάση.

Η εγχώρια κατανάλωση ιχθυοτροφών (εμπορεύσιμες ποσότητες) παρουσίασε εν γένει ανοδική πορεία την περίοδο 1998-2007, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 12,1%. Τη διετία 2008-2009, ωστόσο, καταγράφεται πτωτική τάση, η οποία, σε μικρότερο ποσοστό, εκτιμάται ότι συνεχίστηκε και το 2010.

Στο πλαίσιο της μελέτης έγινε και χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός με βάση τα δεδομένα έξι παραγωγικών εταιρειών, για τις οποίες υπάρχουν δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία τόσο για το 2008 όσο και για το 2009 και για τις οποίες η βασική τους δραστηριότητα είναι η παραγωγή ιχθυοτροφών.

Το σύνολο του ενεργητικού των συγκεκριμένων επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 3,6% το 2009/08, λόγω της αύξησης της αξίας των απαιτήσεων. Τα ίδια κεφάλαια εμφάνισαν αύξηση 13,4% την ίδια περίοδο. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος αυξήθηκαν κατά 10% το 2009. Με υψηλότερο ρυθμό αυξήθηκε το μικτό κέρδος (27,2%).

Συνέπεια αυτών ήταν η σημαντική βελτίωση του λειτουργικού αποτελέσματος (κατά 119,9%). Ωστόσο, τα υψηλά μη λειτουργικά έξοδα, παρά το γεγονός ότι μειώθηκαν κατά 33,5% το 2009/08, οδήγησαν σε ζημιογόνο καθαρό αποτέλεσμα και τα δύο (2) έτη. Εντούτοις, οι ζημιές παρουσιάστηκαν μειωμένες σημαντικά (κατά 98,8%) το 2009 σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Όσον αφορά τα κέρδη EBITDA, αυτά παρουσίασαν αύξηση κατά 51,2% το 2009/08.
Σημειώνεται ότι τα συνολικά αποτελέσματα επηρεάζονται εν μέρει από μια εταιρεία η οποία αδρανεί από τα μέσα του 2009. Αν αφαιρεθεί η συγκεκριμένη εταιρεία από το δείγμα, τότε ο συνολικός κύκλος εργασιών των υπόλοιπων πέντε επιχειρήσεων παρουσίασε σημαντική αύξηση (24,5%) το 2009/08. Επιπροσθέτως, παρουσιάζεται σημαντική βελτίωση του καθαρού αποτελέσματος (κέρδη το 2009 έναντι ζημιών το 2008).