Συνωστισμός στην Εκθεση Βιβλίου της Λειψίας

Η γιγαντοαφίσα ήταν εντυπωσιακή. Πάνω, το πορτρέτο της αμερικανίδας συγγραφέα Σίρι Χούστβεντ. Και κάτω, ένα ερώτημα απευθυνόμενο στις γυναίκες: «Πόσο πολύ πρέπει να αγαπάμε τους άντρες»; «Πάρα πολύ. Τυφλά. Απόλυτα» ήταν αντίδραση του υπογράφοντα. Και με αυτήν συμφωνούσαν σίγουρα όλοι σχεδόν οι 120.000 άντρες, που επισκέφθηκαν τη φετινή έκθεση βιβλίου της Λειψίας (17-20 Μαρτίου 2011). Άλλες τόσες ήταν οι γυναίκες. Αριθμός-ρεκόρ που έκανε αφόρητο το στρίμωγμα στους εκθεσιακούς χώρους.

ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Η γιγαντοαφίσα ήταν εντυπωσιακή. Πάνω, το πορτρέτο της αμερικανίδας συγγραφέα Σίρι Χούστβεντ. Και κάτω, ένα ερώτημα απευθυνόμενο στις γυναίκες: «Πόσο πολύ πρέπει να αγαπάμε τους άντρες»; «Πάρα πολύ. Τυφλά. Απόλυτα» ήταν αντίδραση του υπογράφοντα. Και με αυτήν συμφωνούσαν σίγουρα όλοι σχεδόν οι 120.000 άντρες, που επισκέφθηκαν τη φετινή έκθεση βιβλίου της Λειψίας (17-20 Μαρτίου 2011). Άλλες τόσες ήταν οι γυναίκες. Αριθμός-ρεκόρ που έκανε αφόρητο το στρίμωγμα στους εκθεσιακούς χώρους.

Αυτό δεν χάλαγε βέβαια τη διάθεση. Σε αντίθεση με τη Buchmesse της Φρανκφούρτης, όπου υπερέχουν οι εκδότες, στη Λειψία κυριαρχούν οι συγγραφείς και οι ακροατές. Η επικοινωνία τους είναι διαρκής. Στις 4 ημέρες της έκθεσης έγιναν πάνω από 2000 αναγνώσεις και συζητήσεις με τη συμμετοχή 1500 συγγραφέων, τόσο στα περίπτερα των εκδοτικών οίκων, όσο και στην πόλη – σε βιβλιοπωλεία, καφενεία, γκαλερί, ακόμα και (όταν το ήθελε το θέμα!) σε ιατρεία.

Το μεγάλο μπεστ σέλερ εφέτος δεν υπήρξε. Όχι λίγες νέες εκδόσεις όμως ήταν πραγματικά συναρπαστικές. Λίγα παραδείγματα από τα μυθιστορήματα:

«Ο έρωτας την εποχή του παιδιού από το Μάλστατ» του μόλις 28χρονου αυστριακού συγγραφέα Κλέμενς Σετς, που περιγράφει τις άγριες φαντασιώσεις ενός αγοριού της επαρχίας. Το έργο αυτό κέρδισε το βραβείο της έκθεσης.

«Τσικ» του Βόλφγκανγκ Χέρντορφ, το οδοιπορικό δυο εφήβων – ενός καλοθρεμμένου Γερμανού και ενός μετανάστη ρωσικής καταγωγής

«Τα γυαλιά του Τίτο» της Αντριάνα Αλτάρας, βιογραφία του εβραίου πατέρα της, που αναφέρεται και στην περίοδο των διώξεων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Συγκλονιστική είναι η σκηνή της αναχώρησης από την Πόλη, όταν ένας τούρκος αξιωματικός ψιθυρίζει κάτι στο αυτί ενός διωκόμενου. «Τι σου είπε;» τον ρωτά αργότερα ο πατέρας της. «Ότι μπορώ να μείνω, αν αλλαξοπιστήσω» απαντά εκείνος. «Το σκέφτηκα για μια- δυο στιγμές» προσθέτει. «Αλλά και αυτές ήταν περιττές».

Από τα ειδικά βιβλία ξεχώρισαν:

Ο «Η εποχή της οικολογίας» του Γιόαχιμ Ραντκάου, που περιγράφει τη γιγάντωση του οικολογικού κινήματος από το 1970

Ο «Ο διανοητικός γάμος» της Χανελόρε Σλάφερ, ένας ισοζύγιο για τα κέρδη και τις απώλειες των «ελευθεριακών» σχέσεων διάσημων ζευγαριών, όπως η Σιμόν ντε Μπουβουάρ και ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, και η

Ο «Σκοτεινή Ύλη – Η ιστορία των σκατών» του Φλόριαν Βέρνερ, μια, αν θέλετε πιο κόσμια, πολιτιστική ιστορία των ανθρώπινων περιττωμάτων.

Η έκθεση είχε και εφέτος πολύ ιαπωνικό χρώμα. Κι αυτό χάρη στους χιλιάδες μαθητές, που όπως και τα περασμένα τέσσερα χρόνια, περιφέρονταν στην έκθεση μεταμφιεσμένοι σε ήρωες των κόμικς «Μάνγκα».

Για το δράμα που παίζεται ωστόσο εδώ και δέκα μέρες στην πυρηνική εγκατάσταση της Φουκοσίμα έγινε λίγος λόγος. Οι διοργανωτές άργησαν να αντιδράσουν στη νέα κατάσταση. Το θέμα θίχτηκε έτσι μόνο «ανοργάνωτα» στο περιθώριο των εκδηλώσεων.

Το ίδιο συνέβη και με το βομβαρδισμό της Λιβύης και την επανάσταση στις αραβικές χώρες. Το τελικό συμπέρασμα ήταν, ότι, πολιτικά, η γερμανική διανόηση βρίσκεται ακόμη σε χειμερία νάρκη. Το εγερτήριο που σήμαναν ορισμένοι εκπρόσωποί της, όπως ο εκδότης της εφημερίδας «Frankfurter Allgemeine Zeitung» Φρανκ Σιρμάχερ, ενόψει τόσο κοσμογονικών γεγονότων, έμεινε χωρίς απόηχο.

Η «διαφορά» έγινε από τους ξένους συγγραφείς, που έπεσαν με τα μούτρα στην πολιτικολογία. Ανάμεσά τους και ο Πέτρος Μάρκαρης, που συμμετείχε το Σάββατο σε πάνελ με άλλους συγγραφείς από τη νοτιοανατολική Ευρώπη με θέμα τον εθνικισμό στις βαλκανικές χώρες και το ρόλο της ιστορικής μνήμης σε αυτόν.

Παράλληλα παρουσίαζε και η Λένα Διβάνη (παρέα με το σλοβένο συγγραφέα Πέτερ Χρίστοφεκ στο πλαίσιο της σειράς: «Μικρές γλώσσες, μεγάλες λογοτεχνίες») το νέο της βιβλίο «Ένα πεινασμένο στόμα» – μια μυθιστορηματική, αλλά εντελώς ρεαλιστική απεικόνιση του ελληνικού ρατσισμού. Σουρεαλιστική ήταν, αντίθετα, η άποψή της για την πραγματική πολιτική: «Ζούμε στην εποχή της αποδόμησης» είπε στη συζήτηση που επακολούθησε. «Σήμερα, δημοκρατία δεν έχουμε. Έχουμε μόνο αφεντικά και εκτελεστικά όργανα».

Στη σφαίρα του φανταστικού ρεαλισμού ανήκε και η άποψη που εξέφρασε σε ανάγνωσή της δυο μέρες πρωτύτερα στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού στο Βερολίνο. «Αν ήμουν μαύρη στην Αμερική θα γινόμουν δολοφόνος, ή τρομοκράτισσα» είπε αναφερόμενη στην ατελείωτη καταπίεση του «αλλόχρωμου» πληθυσμού. «Σιγά τα αίματα» ήταν η αντίδραση ακροατή.

Σε άλλη σφαίρα κινήθηκε ο συνθέτης Μηνάς Μπορπουδάκης, που παρουσίασε στην έκθεση έργα του για πιάνο. Πρωτόγνωρα ακούσματα με φόντο την αρχαία ελληνική μουσική, που άρεσαν στο κοινό. «Ακουστικές ακροβασίες. Περιπέτειες. Τρέμολο. Στακάτο. Μπορμπουδάκης» – έτσι συνόψισε μια ακροάτρια τις εντυπώσεις της.

Μουσικές σεισμικές και μετασεισμικές δονήσεις, πρόσθεσε, που δεν είχαν σχέση με τις αναγνώσεις των συγγραφέων, πήγαιναν όμως κουτί σε αυτές.

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk