Αχ, αυτά τα φαντάσματα

Η Γαλλία έχει «στήθη ξεθυμασμένα», η Ελευθερία «δεν είναι κι αυτή παρά μια πόρνη», ενώ η οικογένεια «ανοίγει τους κόλπους της» προκειμένου να υποδεχθεί τον άσωτο υιό Ντεμπυσόν που επιστρέφει στα πάτρια εδάφη με επαναστατικές διαθέσεις. Αυτή η σύζευξη σεξουαλικότητας και πολιτικής διαπερνά το κείμενο του Μύλερ από την αρχή ως το τέλος. Για τον συγγραφέα η Επανάσταση περισσότερο από υψηλά ιδανικά αφορά τις αισθήσεις και τα ένστικτα. Περισσότερο από το πνεύμα είναι το σώμα του …

Η Γαλλία έχει «στήθη ξεθυμασμένα», η Ελευθερία «δεν είναι κι αυτή παρά μια πόρνη», ενώ η οικογένεια «ανοίγει τους κόλπους της» προκειμένου να υποδεχθεί τον άσωτο υιό Ντεμπυσόν που επιστρέφει στα πάτρια εδάφη με επαναστατικές διαθέσεις. Αυτή η σύζευξη σεξουαλικότητας και πολιτικής διαπερνά το κείμενο του Μύλερ από την αρχή ως το τέλος. Για τον συγγραφέα η Επανάσταση περισσότερο από υψηλά ιδανικά αφορά τις αισθήσεις και τα ένστικτα. Περισσότερο από το πνεύμα είναι το σώμα του επαναστάτη- με όλα τα τραύματα, τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις αντοχές του- που υπαγορεύει συχνά την έκβαση των γεγονότων. «Η Επανάσταση κουράζει, Γκαλουντέκ» λέει ο Ντεμπυσόν στον συναγωνιστή του θέλοντας να δικαιολογήσει τη λιποψυχία του. Και αυτός ο κουρασμένος επαναστάτης θα εγκαταλείψει τελικά τον κοινό σκοπό για χάρη της προσωπικής του ευδαιμονίας: «Η Προδοσία, χαμογελώντας, έδειξε τα στήθη της, σιωπώντας, άνοιξε διάπλατα τα σκέλια, σαν τσεκούρι βάρεσε τον Ντεμπυσόν η ομορφιά της».
Τρεις απεσταλμένοι της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης καταφθάνουν γύρω στο 1800 στην αγγλική αποικία της Τζαμάικας προκειμένου να οργανώσουν εκεί την εξέγερση των σκλάβων: ο Ντεμπυσόν, ιδεαλιστής γιος δουλοκτήτη του νησιού, ο αγρότης Γκαλουντέκ και ο απελεύθερος σκλάβος Σασπόρτας. Αν και αρχικά τραγουδούν την ίδια μελωδία, τη μελωδία της Επανάστασης, πολύ γρήγορα, με αφορμή την αναρρίχηση του Ναπολέοντα στον θρόνο, αρχίζουν μεταξύ τους οι συγκρούσεις. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η υπόθεση του έργου, το οποίο όμως αρνείται να υποταχθεί σε οποιονδήποτε ζυγό αφηγηματικής γραμμικότητας. Η «Αποστολή» ακολουθεί τη δική της άναρχη πορεία: όπως η λειτουργία της μνήμης αψηφά τις επιταγές της λογικής, έτσι και το θέατρο των αναμνήσεων παρασύρεται σε μια χειμαρρώδη συσσώρευση σπαραγμάτων από διάφορες χρονικές ζώνες αλλά και από ποικίλες λογοτεχνικές πηγές.
Το παρελθόν ως αποτυχημένη επανάσταση μπλέκεται με το παρόν ως γραφειοκρατικό εφιάλτη του σύγχρονου εργαζομένου: το ασανσέρ του Μύλερ ανεβοκατεβαίνει από το τότε στο τώρα, από το συνειδητό στο ασυνείδητο, από τον Μπύχνερ στον Κάφκα, στον Μπρεχτ και στην Αννα Ζέγκερς. Παραληρηματικοί μονόλογοι, μοτίβα «δανεικά» από έργα άλλων ποιητών, παιχνίδι λογοτεχνικών ειδών, οράματα, θεωρίες, εικόνες, ο συγγραφέας επιστρατεύει όλα τα υλικά που μπορεί να ανιχνεύσει συνθέτοντας ένα κολάζ από αγαπημένα συντρίμμια. Η διάθεσή του σκοτεινή, αποδομητική: η επανάσταση είναι μια πονεμένη ιστορία γραμμένη πάνω στην αδυναμία των ανθρώπων να υπερβούν τη φύση τους. Γι΄ αυτό «όταν οι ζωντανοί δεν θα μπορούν άλλο ν΄ αγωνίζονται, θ΄ αγωνιστούν οι νεκροί. (…) Η εξέγερση των νεκρών θα είναι ο πόλεμος των τοπίων, όπλα μας τα δάση, τα βουνά, οι θάλασσες, οι έρημοι του κόσμου. Εγώ θα γίνω δάσος, βουνό, θάλασσα, έρημος» λέει αποφασισμένος ο Σασπόρτας. Το μέλλον διαγράφεται οικολογικό. Η επανάσταση θα επαναλαμβάνεται αέναα ώσπου να στεφθεί με επιτυχία- κι ας μην αφορά πλέον τις ανθρώπινες μάζες αλλά τις γεωλογικές. Μονάχα με μια τέτοια προοπτική μπορεί να βρει ανακούφιση η τσακισμένη συνείδηση: ακόμη κι όταν θα ΄χουν όλα τελειώσει, θα υπάρχουν πάντοτε οι πεθαμένοι συγγραφείς να μας μιλούν μέσα από τα έργα τους, να μας τροφοδοτούν, να μας εμπνέουν- αν όχι εμάς, τότε τα φαντάσματά μας.
Ενα τέτοιο κείμενο, τόσο αποσπασματικό, που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη δραματική δομή σε ακραίο βαθμό- δημιουργώντας μια «μεταδραματική φόρμα», όπως τη χαρακτηρίζει η Ελένη Βαροπούλου-, εγείρει ιδιαίτερες απαιτήσεις ως προς τη σκηνική παράστασή του. Το εγχείρημα του Ανέστη Αζά και των συνεργατών του αποδεικνύεται επί μέρους ενδιαφέρον. Υπάρχει διάχυτη η επιθυμία να διερευνηθεί το κείμενο σε όλο το χαμαιλεόντειο μεγαλείο του και στο πλαίσιο αυτό δοκιμάζονται εκφραστικά μέσα όπως η μάσκα ή η περφόρμανς. Ετσι από τις καλύτερες στιγμές της παράστασης διαγράφεται ο μονόλογος της Σύρμως Κεκέ: με το πρόσωπο αλειμμένο με καφέ ή ζάχαρη (οι πρώτες «ύλες» της αποικιοκρατίας) η ηθοποιός εκπέμπει πρωτόγονη, ζεστή ενέργεια που παραπέμπει σε τελετουργικό χορό οργισμένου ιθαγενούς. Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, ο μονόλογος του πανικόβλητου υπαλλήλου πολυεθνικής εταιρείας- που δεν έχει καμία σχέση με την Τζαμάικα του 1800- αποδίδεται σε χορωδιακό στυλ (πέντε στόματα με μία φωνή) προσδίδοντας μια νότα απρόσμενης ελαφρότητας.
Από εκεί και πέρα υπάρχει πληθώρα άχαρων ευρημάτων: ο Αγγελος που κουτσαίνει δεν πείθει καθόλου, όπως επίσης αμηχανία προκαλεί το στιγμιότυπο όπου οι ηθοποιοί μάς κοιτούν και ξεκαρδίζονται στα γέλια. Αλλά και η σκηνή «πανδαιμονίου» στο κλείσιμο, με τους ηθοποιούς να περιφέρονται ξεκουρδισμένοι, δεν συνθέτει πειστική ατμόσφαιρα παράνοιας α λα «κουρδιστό πορτοκάλι». Πολλά περιττά στοιχεία κουβαλάει, τέλος, η όψη της παράστασης, την οποία επιμελήθηκαν ο Βασίλης Νούλας και η Σοφία Σιμάκη: εκτός από τα φυτά-μίνι ζούγκλα στην άκρη της σκηνής ή τα τσουβάλια με καφέ και ζάχαρη, τα υπόλοιπα ευρήματα (οι μαύρες κοτσίδες από ταινία που κρέμονται στον τοίχο, η κίτρινη σχισμή στο πάτωμα, τα μοντέρνα τοτέμ άνδρα-γυναίκας, η κουρτίνα από πλαστικό) διατηρούν ρόλο διακοσμητικό και δεν ενσωματώνονται οργανικά στο σύνολο.
Στα θετικά της παράστασης, τέλος, θα πρέπει οπωσδήποτε να συμπεριλάβουμε τους πέντε ηθοποιούς (Σύρμω Κεκέ, Νατάσα Μαρματάκη, Κώστας Κουτσολέλος, Στάθης Κόκκορης, Αντριάνα Αλεξίου) που εξασφαλίζουν όλη τη γοητεία του εγχειρήματος με την προσήλωση και την ενέργειά τους, καθώς και την εξαιρετική μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου.
salome@tovima.gr
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk